16
SHARES

Το Hotel Chelsea 

Ίσως να είναι ακριβές ότι αν ήσουν πολύ νέος και αρκετά επαναστάτης, με εκείνον τον αέρα του ανικανοποίητου που φυσούσε τόσο συχνά στις καρδιές των ανθρώπων τις δεκαετίες του '60 και του '70, ήταν κάπως δύσκολο να βρεθείς στη Νέα Υόρκη και να μην μείνεις ή έστω να επιχειρήσεις να μείνεις για λίγα βράδια στο Chelsea Hotel. Έμβλημα της εποχής, σταθμός συνάντησης και καλλιτεχνικών συναθροίσεων, κατοικία μερικών εκ των πιο ξεχωριστών προσωπικοτήτων της παγκόσμιας τέχνης, το θρυλικό ξενοδοχείο της οδού 222 West 23rd Street υπήρξε κάτι που δεν γίνεται να χωρέσει στις λιγοστές γραμμές ενός κειμένου. Ο Dylan Thomas το λάτρεψε, ο Arthur Miller το έκανε διήγημα με τίτλο “Τhe Chelsea Hotel”, o Allen Ginsberg το θεωρούσε σπίτι του, ενώ ο Leonard Cohen έγραψε γι' αυτό το πανέμορφο τραγούδι του “Chelsea Hotel No 2”.

Η πρόσοψη του ξενοδοχείου.
Οι Robert Whitehead, Arthur Miller και Elia Kazan δουλεύουν πάνω στο θεατρικό έργο "After the Fall" σε δωμάτιο του ξενοδοχείου Chelsea το 1963.

Όμως αν έχει τύχει να διαβάσεις ένα από τα πιο φρέσκα μυθιστορήματα σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, το «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης» της Σώτης Τριανταφύλλου, μία απόλυτα Νεοϋορκέζικη ιστορία, ένα χρονικό για το τι σημαίνει να είσαι 20 χρονών στην καρδιά μίας δυτικής μεγαλούπολης στις αρχές της δεκαετίας του '80, θα έχεις καταλάβει ότι τελικά το Chelsea Hotel καταχωρίστηκε στη συνείδηση της κοινωνίας εκείνης της εποχής για έναν ακόμα λόγο. Ως το μέρος που επέτρεπε να συμβούν, μέσα στην τρομακτική γοητεία του, αποτρόπαια πράγματα. Ανεξιχνίαστες δολοφονίες και μαχαιρώματα κάτω από λευκούς νιπτήρες. Αίματα στους τοίχους και σύριγγες πεταμένες παντού. Από τις 12 Οκτωβρίου του 1978 κανένα άλλο ίσως ξενοδοχείο στον κόσμο δεν συνδέθηκε περισσότερο με κάποιο έγκλημα τόσο σκοτεινό όσο αυτό που συνέβη στο δωμάτιο με αριθμό 100 στο ιστορικό κτίριο του Μανχάταν.

Xάος στα ράφια με την πλούσια αλληλογραφία που λάμβαναν καθημερινά οι ένοικοι του ξενοδοχείου.

Mία διαφορετική ιστορία

Παράλληλα με την ιστορία του ξενοδοχείου Chelsea στον καλλιτεχνικό κόσμο «έτρεχε» μία άλλη ιστορία. Στα μέσα των 70's, το ροκ εν ρολ, ένα από τα πιο δυναμικά και ανεξάντλητα μουσικά είδη στην ιστορία (μετά από την κλασική μουσική και την τζαζ) έπνεε τα λοίσθια. Η ατελείωτη ομορφιά των Beatles και η επανάσταση των Rolling Stones έδωσαν την θέση τους στο σκοτάδι των Black Sabbath και τις αδυσώπητες κιθάρες των Led Zeppelin κι από εκεί γεννήθηκε το μεγάλο ερώτημα: «Και που πάμε από δω και πέρα ρε παιδιά;». Η απάντηση έμελλε να έρθει φρέσκια και ισχυρή σαν ουρλιαχτό και παράπονο μαζί, μίας μερίδας παιδιών τα οποία προερχόμενα από τα κατώτερα εργατικά στρώματα και μαθημένα μία ολόκληρη ζωή στην ένδεια και σε οτιδήποτε είχε να κάνει με την έννοια της βίας και της αμφισβήτησης, αποφάσισαν να περάσουν τον χρόνο τους κάνοντας το μοναδικό πράγμα που ήξεραν να κάνουν. Φασαρία. 

Oι Sex Pistols την δεκαετία του '70.

Αγόρια δίχως μέλλον

Αυτή είναι μέσα από μία αρκετά συνοπτική περιγραφή η ιστορία γέννησης του πανκ, αυτού του εκπληκτικού υποείδους που κάποτε φύσηξε νέα πνοή στην ψυχή του ροκ, σπάζοντας κάθε όριο γύρω από το ποιος μπορούσε δικαιωματικά να κάνει μουσική και δίνοντας το μικρόφωνο σε οποιονδήποτε είχε φωνή αλλά κυρίως οργή μέσα του. Αρχικά, μία χούφτα ανθρώπων, που έμοιαζαν να μην έχουν απολύτως κανένα μέλλον έγιναν οι ίδιοι το μέλλον μίας ολόκληρης γενιάς που βρήκε σε αυτούς το νόημα που είχε χάσει. Στη Μεγάλη Βρετανία κανένα άλλο γκρουπ δεν κατάφερε να μετουσιώσει το παραπάνω καλύτερα από τους Sex Pistols. Οι οποίοι φόρεσαν τις παραμάνες τους και τα άπλυτα ρούχα τους και έβγαλαν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στη βασίλισσα Ελισάβετ και μαζί αυτή σε ολόκληρη την συντηρητική αγγλική κοινωνία. Ο κόσμος τους λάτρεψε και ο Johnny Rotten, ο Steve Jones, ο Paul Cook και το πιο πρόσφατο μέλος της μπάντας, ο βαθιά προβληματικός Sid Vicious γίνονται ήρωες και σύμβολα μίας ολόκληρης εποχής.

To εξώφυλλο του single God Save The Queen που κυκλοφόρησε στις 27 Μαϊου του 1977.

Στους λιγοστούς μήνες που μεσολάβησαν από την ασημαντότητα μέχρι τον θρίαμβο τίποτα δεν άλλαξε για αυτά τα τέσσερα παιδιά που έμοιαζαν να έγιναν ροκ σταρς κατά λάθος και συνέχιζαν να κυκλοφορούν από μπαρ σε συναυλιακό χώρο και τούμπαλιν περιφέροντας ανέπαφη την στραπατσαρισμένη λάμψη τους. Κι εκείνη την τόσο λαμπερή μέσα στην παρακμή της αίσθηση ότι παρά το γεγονός ότι έδωσαν, έστω και τυχαία, τέτοια ώθηση σε τόσο κόσμο γύρω τους για τους ίδιους εξακολουθούσε να μην υπάρχει κανένα μέλλον. 

Έρωτας στα χρόνια του χάους

Αν δεν είχε υπάρξει το πανκ το πιθανότερο είναι ότι ο Sid Vicious δεν θα είχε γίνει ποτέ ούτε καν ελάχιστα γνωστός. Τελείως άσχετος με τη μουσική γενικά και οποιοδήποτε μουσικό όργανο συγκεκριμένα, παράφωνος όσο δεν πήγαινε, νευρικός, δύσκολος και εθισμένος στην ηρωίνη, ο Sid βρέθηκε να είναι μέλος του πιο ανερχόμενου συγκροτήματος στον πλανήτη από καθαρή τύχη, όταν ο μπασίστας του γκρουπ Glen Matlock αποχώρησε κι εκείνος πήρε την θέση του απλά και μόνο γιατί ήταν φανατικός θαυμαστής του συγκροτήματος. Ναι, στον κόσμο του πανκ αυτά είναι συνηθισμένα πράγματα. Ο Sid έγινε λοιπόν μπασίστας αν και δεν ήξερε καν πόσες χορδές έχει το μπάσο, αλλά ούτε κι αυτό είχε σημασία σε μία καθαρή πανκ πραγματικότητα. Μαζί του πήρε στη δόξα και την κοπέλα του, Nancy Spungen, μία εκρηκτική ξανθιά που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της και ήταν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να κουμαντάρει τον μη διαχειρίσιμο χαρακτήρα του Vicious.

Το ζευγάρι πήγαινε παντού μαζί. Από τις συναυλίες μέχρι τις βόλτες και από τις περιοδείες μέχρι τις συνεντέυξεις, τότε που η Nancy έμοιαζε να προσπαθεί (μάταια) να επαναφέρει τον Sid στην πραγματικότητα, αλλά εκείνος υπερβολικά βυθισμένος στην ηρωίνη αδυνατούσε να αρθρώσει έστω και μερικές φυσιολογικές αράδες.

Μάλιστα, από ένα σημείο και μετά εκείνη μοιάζει να θέλει να τον επηρρεάσει αρνητικά προς τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ παρακινώντας τον να κάνει σόλο καριέρα και χρίζοντας τον ίδιο τον εαυτό της μάνατζερ του. 

Ο Sid Vicious και η αγαπημένη του Nancy.
Mε κάποια παιδάκια μετά το τέλος συναυλίας των Sex Pistols.
Το ζευγάρι το φθινόπωρο του 1978 στη Νέα Υόρκη.

«Δεν θυμάμαι τι συνέβη»

Ήταν φθινόπωρο του 1978 όταν το ζευγάρι εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Chelsea Hotel και συγκεκριμένα στο δωμάτιο με τον αριθμό 100, εκεί που αργότερα η Σώτη Τριανταφύλλου θα περιγράψει στο βιβλίο της πως φανταζόταν να συμβαίνουν σφαγές και εγκλήματα, το αίμα της Nancy να πετάγεται παντού στους τοίχους. To πρωί τις 12ης Οκτωβρίου του 1978 o Sid που μόλις είχε συνέλθει από ένα άσχημο τριπάρισμα έπειτα από χρήση ηρωίνης τηλεφώνησε στη ρεσεψιόν ζητώντας βοήθεια. «Κάτι συνέβη στην κοπέλα μου,» ψέλισσε. Όταν ο γιατρός του ξενοδοχείου έφτασε στο δωμάτιο βρήκε την κοπέλα ημίγυμνη και μαχαιρωμένη πολλές φορές στο στομάχι. Το πτώμα της ήταν πέσμενο κάτω από τον νιπτήρα του μπάνιου, ενώ υπήρχαν αίματα παντού στον χώρο. 

Ο Vicious που συνελήφθη για την αποτρόπαια δολοφονία της βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και δεν ήξερε στην κυριολεξία τι έλεγε. Τη μία στιγμή αναγνώρισε το μαχαίρι του εγκλήματος λέγοντας πως ήταν δικό του και την άλλη έλεγε ότι είχε κοιμηθεί και δεν έχει ιδέα ποιος μπήκε στο δωμάτιο. Στην συνέχεια υποστήριξε ότι πράγματι μαχαίρωσε τη Νancy αλλά δεν είχε πρόθεση να την δολοφονήσει αλλά λίγο μετά επέμενε ότι είχε πέσει σε κώμα λόγω της χρήσης ηρωίνης και δεν ήταν σε καμία περίπτωση αυτός που σκότωσε την νεαρή κοπέλα. 

Φωτογραφία που τραβήχτηκε έξω από το θρυλικό ξενοδοχείo Chelsea της Νέας Υόρκης την στιγμή που οι τραυματιοφορείς έβγαζαν έξω το πτώμα της Spungen.

Οι ένοικοι του ξενοδοχείου πάντως υποστήριξαν πως πράγματι το προηγούμενο βράδυ υπήρξε έντονος καυγάς ανάμεσα στο ζευγάρι, το οποίο ωστόσο έδειχνε τρελά ερωτευμένο και δεμένο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το διάστημα που το μέλος των Sex Pistols έμεινε εκτός φυλακής, περιμένοντας την δίκη του, έκανε δύο απόπειρες αυτοκτονίας. Την δεύτερη μάλιστα φορά προσπάθησε να πηδήξει στο κενό ουρλιάζοντας «Θέλω να είμαι με τη Nancy μου».

Τελικά πέθανε τρεις μήνες αργότερα από υπερβολική δόση ηρωίνης στο διαμέρισμα μίας φίλης του, ηθοποιού, στη Νέα Υόρκη. Το πτώμα βρήκε η μητέρα του Anne Beverley νωρίς το επόμενο πρωί.

Πρωτοσέλιδο της εποχής με εκτενές ρεπορτάζ στον ξαφνικό θάνατο του Sid Vicious από υπερβολική δόση ηρωίνης.

Δεν υπήρχε μέλλον, τελικά

H Νancy δεν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που πέθανε στο Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης. Ήταν όμως ο μοναδικός που δολοφονήθηκε στυγερά χαράζοντας με την τραγική ιστορία της την μνήμη όλων των ανθρώπων που έτυχε να συνδέσουν κάπως την ζωή τους με το πανκ, αλλά και όσων στάθηκαν απέναντι στο γεγονός ως απλοί παρατηρητές. «Ποιος σκότωσε τη Nancy;». To ερώτημα έγινε τίτλος ντοκιμαντέρ και δεν απαντήθηκε ποτέ με σαφήνεια και αποδείξεις αν και μάλλον ο καθένας ξέρει την απάντηση. Οι πιο ρομαντικοί θέλουν να πιστεύουν πως τη Nancy την σκότωσε η αγάπη, οι πιο κυνικοί ότι την σκότωσε η ηρωίνη, όχι αυτή που είχε πάρει η ίδια εκείνο το βράδυ, αλλά ο Sid. 

Είναι πολύ σκληρή και άσχημη αυτή η αιματοβαμμένη ιστορία κι ας παραμένει ως ένα σημείο η ιστορία του μουρλού έρωτα, δύο μουρλών ανθρώπων. Παράλληλα ήταν το μόνο που χρειαζόταν ένας ήδη πανέμορφος μύθος, αυτός του Chelsea, για να περάσει στο πάνθεον της σκοτεινής, ανεξήγητης αιωνιότητας.

TAGS