«Τι δεν σας αρέσει πάνω σας;» ρωτάει η κοπέλα, απέναντί μου. Βρισκόμαστε σε ένα μικρό δωματιάκι, καμαρούλα μια τσαλιά δύο επί τρία. Εάν δεν ήθελα να παρεξηγηθώ θα έλεγα ότι αυτή εδώ με έχει στριμώξει. Ο έξω από το δωματιάκι χώρος μοιάζει με ένα τυπικό σαλόνι ομορφιάς, από αυτά που βλέπουμε στις διαφημιστικές μπροσούρες, πεταμένες στο δρόμο.

Μισό λεπτό να περιεργαστώ την κοπέλα, απέναντί μου, πριν πιάσω τα δικά μου. Είναι λεπτή, με έντονο ψεύδισμα και ταμπουρωμένη πίσω από μια λευκή ρόμπα, τύπου γιατρού, όπως λέγαμε παλιά τύπου Sebago, δηλαδή πέρασε και δεν κόλλησε. Δηλώνει ότι τη λένε Στέλλα στο ταμπελάκι του πέτου της και χαμογελάει χωρίς μεγάλη επιτυχία. Είναι κρυφοτσαντισμένη. Κάτι δικά της, που θα έγραφε και σε hashtag στο φέισμουκ.

«Όλα μου αρέσουν» ψεύδομαι προκλητικά. Με έχουν πιάσει τα διαόλια μου που πιάστηκα κότσος και δεν μου έχει πετύχει και ο κανονικός κότσος σήμερα. Κανονικά, θα έπρεπε να απαντήσω «τα μαλλιά μου, αυτό δεν μου αρέσει πάνω μου, σήμερα» αλλά δεν έβγαλα κιχ. Συνέχισα να κοιτάζω την έκπληξη στη ματιά της. Η μαρκετινίστικη εξίσωση «ανασφάλεια+χρόνια+κυνήγι νεότητας=πελατάκι» δεν έμοιαζε να της βγαίνει.

Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:

-Όλα; Μα πως;

-Τι πώς; Θέλετε να μου πείτε κάτι; Βλέπετε κάτι εσείς πάνω μου που θα έπρεπε να μην μου αρέσει;

-Όχι, όχι. Δεν ήθελα να πω κάτι τέτοιο.

-Είδατε; Στα λόγια μου έρχεστε.

«Έρχομαι» λέει σαν έκο στην τελευταία λέξη της φράσης μου. «Σε ένα λεπτό είμαι πίσω». Γυρίζει συνοδεία ενός τύπου, με ασορτί λευκή ρόμπα και ύφος παλαίμαχου καρδιοκατακτητή, κάτι μεταξύ ηλιοκαμένου χειμερινού κολυμβητή και Ροζέ Βαντίμ, χωρίς τα φουλάρια στο λαιμό.

«Εμείς θέλουμε το καλό σας» αρχίζει το τροπάριο αυτός. «Φαντάζομαι ότι ο λόγος που είσαστε εδώ είναι για να βελτιώσετε την εικόνα σας, αλλιώς γιατί να ανέβετε;» ρωτάει ρητορικά, εγώ όμως απαντάω: «Ανέβηκα γιατί με τσίμπησε μία από τις κοπέλες κάτω στο δρόμο».

-Κάτι θα σας είπε και θα σας έπεισε, δε μπορεί. Κάπου θα νιώσατε ότι αυτό που μπορεί να σας προσφέρει σάς είναι απαραίτητο.

-Όχι.

-Τι όχι;

-Μα τι σας είπε και ανεβήκατε;

-Μου είπε ότι μάλλον είμαι Δίδυμος και ότι σίγουρα δουλεύω σε διαφημιστική.

-Και; Έπεσε μέσα;

-Όχι, τίποτα από τα δύο δεν ισχύει.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Ούτε εγώ.

Ο ηλιοκαμένος κουράζεται από την κενότητα του διαλόγου μεταξύ μας, άλλωστε δε μοιάζει για τύπος που θα απολάμβανε την υπερβατική προσέγγιση των πραγμάτων. «Για να μη μακρηγορούμε, ποιο σημείο του σώματός σας πιστεύεται ότι χρειάζεται περισσότερη φροντίδα; Το πρόσωπο, τα πόδια ή η κοιλιά;». Συνεχίζοντας το ανώριμο παιχνίδι της άρνησης, θέλοντας να δω που θα καταλήξουν και γιατί αυτή κοπέλα στο δρόμο επέμενε ότι έχει ένα πολύ μεγάλο δώρο για μένα, «επειδή σε συμπάθησα», απάντησα κάτι ασαφές. Μια λάμψη, σαν σε καλογυαλισμένο παρκέ, άστραψε στα απογοητευμένα βλέμματά τους.

«Ωραία, έχουμε μία σειρά περιποίησης για την περίπτωσή σας, μπλα, μπλα, μπλα, μπλα, μπλα, μπλα, μπλα, θα πρέπει να πληρώσετε με κάρτα».

-Χωρίς κάρτα; Με μετρητά;

-Αυτή η τιμή είναι μόνο με κάρτα. Και να γιατί.

Κάνοντας έναν υπολογισμό τύπου μπακαλόγατος, μουτζουρώνοντας το χαρτί βιαστικά με ένα Bic και ψελλίζοντας κάτι σαν «με αυτή την έκπτωση, χωρίς την παρακράτηση και με τόσες δόσεις, αυτό, καταλάβατε; Αυτό».

Δεν κατάλαβα. Έπιασα μόνο ένα ποσό τύπου χίλια κάτι ευρώ χωρίς κάρτα και με την κάρτα εξακόσια κάτι. Ο ηλιοκαμένος με τη λευκή ρόμπα, που όλα δείχνουν ότι έχει μελετήσει την ανθρώπινη ψυχολογία διαβάζοντας Φρόιντ διαγώνια, το πρωί, στο μπάνιο του, περίμενε την απάντησή μου. Το ρολόι απέναντι, στον τοίχο, έδειχνε ότι είχα περάσει πάνω από μισή ώρα εκεί, συζητώντας, χλιαρά, για το αντίθετο του υπαρξισμού, όποιο κι αν είναι αυτό.

Ήθελα να πατήσω το κουμπί της αυτόματης εκτόξευσης. Αντί για αυτό, είπα «cogito ergo sum», πήρα την τσάντα μου και έφυγα. Α, κεράστηκα και μία καραμέλα με γεύση μέντα από τη γυάλα στην έξοδο. 

 

TAGS