«Αν ζούσες σήμερα, αν ήσουν πιτσιρίκα, θέλω να ελπίζω ότι θα έβρισκες πολύ πιο εύκολα δύναμη και στήριξη στην αρρώστια σου, και θα έπαιρνες τον δρόμο που οδηγεί στη χαρά.

Όμως ακόμα κι αν χάθηκες νωρίς, μου έμαθες πολλά με τον αγώνα σου: ότι η αγάπη μπορεί να σηκώσει βουνά, ότι και στο βαθύτερο σκοτάδι παραμονεύει το φως.

Έχουμε την ίδια αρρώστια, κι αν στέκομαι όρθιος σήμερα, το χρωστώ σε μεγάλο βαθμό στην εποχή μου, μα ακόμα περισσότερο στους ανθρώπους που στάθηκαν πλάι μου με όλη τους την καρδιά.

Κι ο πρώτος ήσουν εσύ». 

 

 

Ενώ στο αμέσως προηγούμενο ποστ ο γνωστός συγγραφέας είχε μιλήσει για το δικό του πρόβλημα και όλων των ανθρώπων που δοκιμάζονται από κατάθλιψη:

 

«Οι καταθλιπτικοί δεν είμαστε ευχάριστη παρέα. Η απόσυρση στέκεται εμπόδιο ακόμα και στις επαφές μας με τους στενότερους φίλους μας. Θυμάμαι να νιώθω ένα ασήκωτο βάρος απέναντι στις πιο υποτυπώδεις μορφές επικοινωνίας: να απαντήσω σ’ ένα inbox, ή σ’ ένα μέιλ (το τηλέφωνο δεν το σχολιάζω καν: το άφηνα να λυσσάει στο αθόρυβο, κι έπαιρνα όποιον μ’ είχε καλέσει δυο-τρεις μετά – το νωρίτερο).

Κι όταν οι δικοί μας άνθρωποι κάμπτουν τις νωθρές μας αντιστάσεις γιατί μας πεθύμησαν, κι ανησυχούν, και θέλουν να μας δουν – ακόμα κι άλουστους, ακόμα και οριζοντιωμένους στον καναπέ, και θαμμένους κάτω απ’ το πάπλωμα – η αλλοτινή οικειότητα, η αγάπη που μας έδενε, είναι λες κι έχουν χαθεί.

Όσο μας μιλάνε, με αγχωμένη ευθυμία, για τη μέρα τους, για τη δουλειά και τη ζωή τους, εμείς τους ακούμε σωπαίνοντας – απ’ τη μια φθονούμε την υγεία τους, τη δύναμή τους, κι απ’ την άλλη, δεν έχουμε τίποτα απολύτως να συνεισφέρουμε στην κουβέντα. Τι να σου πω; Ότι έχω να βάλω πλυντήριο τόσον καιρό, που τα κάτω ρούχα στο πανέρι μούχλιασαν; Ότι από χτες έχω φάει δυο βαζάκια ταχίνι; Ότι με διέκοψες την ώρα που ξανάβλεπα τη ‘Μελωδία της ευτυχίας’;

Η αρρώστια είναι όλος ο κόσμος μας, κι όταν με τα πολλά ανοίγουμε το στόμα, από μέσα βγαίνει ατόφια η κατάθλιψη: "Κοιμάμαι άθλια. Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν βοηθάει. Δεν θα γίνω ποτέ καλά."

Όπως το μωρό, που κλαίει επειδή δεν έχει άλλο τρόπο να δείξει τη δυσφορία του, καμιά φορά μας πιάνει μανιασμένη γκρίνια και μεμψιμοιρία – λες κι ελπίζουμε να συμπυκνώσουμε τον πόνο μας σε μια μαύρη σφαίρα, και να την εκσφενδονίσουμε στα μούτρα του πρώτου τυχόντα. Αλλάζουμε θέση; Δεν γίνεται, κι ούτε θες.

Ωστόσο, και μια επίμονη ημικρανία μπορεί να σε κάνει ανυπόφορο. Αν σφαδάζεις από κολικό, κι ο άνθρωπός σου σε ρωτάει, "Τι έχεις; Τι να κάνω;" μπορεί κάλλιστα να του βάλεις τις φωνές: "Χέσε μας κι εσύ!"

Με σεβασμό στις επιθυμίες του για συναναστροφή, οφείλουμε να δείχνουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κατανόηση στον καταθλιπτικό μας φίλο, ακόμα κι αν μισή ώρα μαζί του μοιάζει αιώνας. Δεν χρειάζεται – δεν μπορεί– να είναι ομιλητικός όπως άλλοτε, ούτε να συμμορφώνεται με την ιδέα που έχουμε περί κατάθλιψης. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που αγαπάμε. Αν θέλει να καθίσει μαζί μας δυο ώρες χωρίς κανείς να βγάλει λέξη, με την τηλεόραση να παίζει, η σιωπή μας είναι πράξη στοργής που του χρωστάμε, και που τον βοηθά».

 

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram 

 

 

TAGS