0
SHARES

Η Άννα Λιάσκα, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας*, καταρρίπτει τους μύθους γύρω από την ύπνωση και εξηγεί πώς μπορεί η συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδος να μας βοηθήσει να αλλάξουμε τη σχέση μας με το φαγητό, βγάζοντας από τη ζωή μας τις συνήθειες που βαραίνουν τη σιλουέτα αλλά και την ψυχική μας διάθεση.

Η Κλινική Υπνοθεραπεία αποτελεί μια θεραπευτική μέθοδο που τείνει να εξάπτει τη φαντασία και την περιέργεια του ελληνικού κοινού και παράλληλα να προβληματίζει για το τι είναι τελικά και το πώς μπορεί να χρησιμεύσει θεραπευτικά. Στη χώρα μας μοιάζει να πλαισιώνεται από ένα πέπλο μυστηρίου και ίσως σε αυτό να έχουν συμβάλει διάφοροι μύθοι που επικρατούν γύρω από την ύπνωση καθώς και εικόνες που συναντάμε στο διαδίκτυο και στις κινηματογραφικές ταινίες

«Θα κοιμάμαι;», «θα χάσω τον έλεγχο;», «θα θυμάμαι μετά την ύπνωση;» είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που γεννούνται στο μυαλό ενός ατόμου σχετικά με την Κλινική Υπνοθεραπεία. Σας προσκαλώ λοιπόν να ανατρέξουμε μαζί νοερά σε εκείνες τις στιγμές όπου όντας έντονα απορροφημένοι σε κάποια σκέψη, χάνουμε την αίσθηση όσων συμβαίνουν γύρω μας. 

«Θα κοιμάμαι;», «θα χάσω τον έλεγχο;», «θα θυμάμαι μετά την ύπνωση;» είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που γεννούνται στο μυαλό ενός ατόμου σχετικά με την Κλινική Υπνοθεραπεία.

Σε όλους μας έχει συμβεί να μας μιλάει κάποιος και καθώς είμαστε τόσο βυθισμένοι στην θάλασσα του νου μας να μην ακούμε τίποτα. Ίσως να χρειάζονται κάποια δευτερόλεπτα ώστε να επαναφέρουμε την προσοχή μας στην «επιφάνεια» του εξωτερικού κόσμου όταν η φωνή του συνομιλητή μας μοιάζει με εξασθενημένο απόηχο. 

Αυτή η τόσο οικεία σε όλους μας αίσθηση μπορεί εύκολα να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε εμπειρικά τι είναι η Ύπνωση και πώς μπορεί καθημερινά ο νους μας να λειτουργεί σε αυτή την κατάσταση χωρίς εμείς να το συνειδητοποιούμε. 

Μιλάμε λοιπόν για μια φυσική κατάσταση του νου που δεν έχει καμία σχέση με τον ύπνο ή με την απώλεια ελέγχου καθώς η ικανότητα ενός ανθρώπου να υπνωτίζεται είναι ένα έμφυτο χαρακτηριστικό με το οποίο γεννιέται, όπως αναφέρει και ο Ίρβιν Γιάλομ στο βιβλίο του «Ο δήμιος του έρωτα». Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια κατάσταση «χαλαρής εγρήγορσης» του εγκεφάλου μας, κατά την οποία η αντίληψη μας μετατοπίζεται από τον εξωτερικό στον εσωτερικό μας κόσμο και είναι εστιασμένη σε αυτόν.

«Κλινική Ύπνωση είναι μια φυσική κατάσταση του νου που δεν έχει καμία σχέση με τον ύπνο ή με την απώλεια ελέγχου καθώς η ικανότητα ενός ανθρώπου να υπνωτίζεται είναι ένα έμφυτο χαρακτηριστικό με το οποίο γεννιέται», εξηγεί η σύμβουλος Ψυχικής Υγείας Άννα Λιάσκα.

Η Σύγχρονη Κλινική Υπνοθεραπεία με θεωρητικές βάσεις στη Συγκινησιακή Νευροεπιστήμη είναι η μέθοδος θεραπείας που χρησιμοποιεί την ύπνωση ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο εφαρμόζεται η ψυχοθεραπεία από έναν επαγγελματία ψυχοθεραπευτή. Στόχο έχει την υποσυνείδητη προσέγγιση ενός προβλήματος προκειμένου αυτό να αντιμετωπιστεί γρήγορα, αποτελεσματικά και σε ένα πλαίσιο ασφάλειας. 

Έχοντας άμεση πρόσβαση στο υποσυνείδητο, εργαζόμαστε θεραπευτικά στα βαθιά επίπεδα του νου με μη συνειδητά ψυχοσυναισθηματικά  μοτίβα, με μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς που είναι δυσλειτουργικά, για να επιφέρουμε ριζικές ασυνείδητες αλλαγές.

Κλινική ύπνωση και διατροφικές δυσκολίες

Η Κλινική Υπνοθεραπεία εφαρμόζεται αποτελεσματικά σε ένα μεγάλο εύρος ψυχοσυναισθηματικών και ψυχοφυσιολογικών διαταραχών ανάμεσα στις οποίες είναι και οι διατροφικές διαταραχές και ιδιαίτερα αυτές που αφορούν την υπερβολική κατανάλωση τροφής όπως είναι η ψυχογενής βουλιμία και η επεισοδιακή ή συναισθηματική υπερφαγία

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να θυμηθούμε πως η σχέση μας με την τροφή αναπτύσσεται από τις πρώτες στιγμές της ύπαρξης μας στον κόσμο. Από τις πρώτη κιόλας φορά που ως βρέφη θηλάζουμε, η τροφή αρχίζει να συνδέεται άρρηκτα με συναισθήματα φροντίδας, ασφάλειας, συναισθηματικής ευδαιμονίας και άνεσης.

Έτσι λοιπόν μπορούμε να αντιληφθούμε την άμεση σύνδεση που έχουν η τροφή και οι διατροφικές συμπεριφορές που υιοθετούμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας με αντίστοιχους ψυχοσυναισθηματικούς παράγοντες που τις διαμορφώνουν. Αυτή η βαθιά χαραγμένη στο υποσυνείδητο σχέση μεταξύ τροφής και συναισθημάτων καθρεφτίζεται μέσα από τον τρόπο με τον οποίο θρέφουμε τον οργανισμό μας καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας. 

Για να τραφούμε, βέβαια, χρειάζεται να καταναλώνουμε τόσο τις τροφές που αφορούν την βιολογική μας πείνα όσο και εκείνες που αφορούν τη συναισθηματική μας πείνα, δηλαδή την πείνα μας για αγάπη, φροντίδα, στοργή, ασφάλεια, τρυφερότητα, χαρά, μια αγκαλιά και πολλά ακόμα άλλα.

Επειδή όμως μοιάζει τα πάντα να είναι τροφή, πολύ συχνά η ανάγκη μας για συναισθηματική τροφή μπερδεύεται με την ανάγκη μας για φαγητό. Έτσι, όταν δεν αναγνωρίζουμε πως «πεινάμε» για μια αγκαλιά, και άρα δεν καλύπτουμε την ανάγκη μας αυτή με τον αντίστοιχο τρόπο, προσπαθούμε να καλύψουμε το συναισθηματικό κενό που δημιουργείται τρώγοντας τελικά φαγητό.

Όταν δεν αναγνωρίζουμε πως «πεινάμε» για μια αγκαλιά, προσπαθούμε να καλύψουμε το συναισθηματικό κενό που δημιουργείται τρώγοντας τελικά φαγητό.

Η Κλινική Υπνοθεραπεία στόχο έχει, ως θεραπεία Υποσυνειδήτου, να εντοπίσει τη βαθιά ασυνείδητη αιτία της εκάστοτε δυσλειτουργικής για την ζωή του ατόμου διατροφικής συνήθειας. Το σημείο δηλαδή από το οποίο ξεκινά η διατροφική δυσκολία και διατηρείται μέσω του υποσυνείδητου. Ένα σημαντικό κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας είναι η σύνδεση με το σώμα και η επαφή με τις αυθεντικές του ανάγκες ώστε να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τον τρόπο έκφρασης τους και έτσι να τις φροντίζουμε με τον κατάλληλο τρόπο.

Ακόμα, μέσω της Υπνοθεραπείας το άτομο προσεγγίζει την μη συνειδητή πλευρά του εαυτού του, που συνδέεται με την διατροφική του δυσκολία.  Η πτυχή αυτή του εαυτού έμαθε κάποτε να καλύπτει τις συναισθηματικές τις ανάγκες μέσω της κατανάλωσης φαγητού προκειμένου να αισθανθεί πληρότητα. Εντοπίζοντας τη συγκεκριμένη πλευρά και φροντίζοντας τις συναισθηματικές της ανάγκες ανοίγει ο δρόμος για τη θεραπευτική αλλαγή, καθώς αυτό το κομμάτι του εαυτού μας δεν θα χρειάζεται πια να τρώει προκειμένου να «χορτάσει» συναισθηματικά

Η ενασχόλησή μας με την τροφή είναι κομμάτι του τρόπου ύπαρξης μας και μάλιστα μείζονος σημασίας καθώς χωρίς το φαγητό δεν θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε στη ζωή. Είναι χρήσιμο να καταρρίψουμε το μύθο πως οι διατροφικές δυσκολίες συνδέονται μόνο με αυξημένο σωματικό βάρος. Διατροφική δυσκολία είναι οποιαδήποτε δυσκολία υπάρχει στη σχέση μεταξύ του εαυτού μας και του φαγητού, ανεξαρτήτως του σωματικού μας βάρους, και όπως κάθε στενή σχέση χρειάζεται και αυτή την αμέριστη προσοχή και τη φροντίδα μας για να διατηρείται μέσα στα χρόνια σε ισορροπία.    

*Η Άννα Λιάσκα είναι Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας και έχει εξειδικευτεί στην Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία. Είναι κάτοχος Διπλώματος Ανώτερης Πρακτικής στην Κλινική Ύπνωση – Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία καθώς και του βρετανικού διπλώματος Advanced Qualification in Hypnotherapy Practice του GHSC. Είναι πιστοποιημένη από το Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής και μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Συμβουλευτικής. Εργάζεται θεραπευτικά στο «Θεραπευτικό Μονοπάτι» (www.therapypath.gr).

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram.

TAGS