Φωτογραφίες, τραγούδια, λέξεις, βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, συναυλίες, ταινίες και θεατρικές παραστάσεις, επαγγελματικές και φιλικές συναντήσεις, σωματικές ασκήσεις και συνταγές μαγειρικής, παιδικές δραστηριότητες και παιχνίδια, μαθήματα και διαλέξεις, εξερευνήσεις, ξεναγήσεις και ταξίδια, όλη μας η ζωή ξαφνικά στριμώχνεται σε μια οθόνη 15 ιντσών

Άοσμη, άγευστη, ανέπαφη σαν τις νέες παραδόσεις δεμάτων κατ’ οίκον, σαν ένα επεισόδιο του «Black Mirror» σε λούπα. Μας δηλητηριάζει σιγά σιγά με μια υπαρξιακή αμφιβολία, η οποία μας προκαλεί μια μικρή αναστάτωση κάθε φορά που ο υπολογιστής μάς ζητά, μέσα από έναν απλό γρίφο, να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ρομπότ ή οι μοναδικοί επιζήσαντες σε έναν κόσμο που κατοικείται πλέον εξ ολοκλήρου από όντα τεχνητής νοημοσύνης, σαν αυτό που περιέγραφε, πριν από 25 χρόνια, ο Παύλος Παυλίδης: «Αυτός ο τύπος μας κοιτάει σαν κάμερα/ πίσω απ’ τα μάτια του βλέπω καλώδια/ θα `βαζα στοίχημα παίρνει προγράμματα/ μας βλέπει digital σε ολογράμματα. Κάρτα η μνήμη ακούει στέρεο / ρυθμίζει τις εντάσεις στ’ ασημένιο περιδέραιο /στο στήθος είναι η καρδιά του πέτρα /καλώδια χιλιάδες μέτρα».

Μια υπαρξιακή αμφιβολία μας προκαλεί μια μικρή αναστάτωση κάθε φορά που ο υπολογιστής μάς ζητά, μέσα από έναν απλό γρίφο, να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ρομπότ

Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι κάτι είναι αληθινό, αν δεν μπορούμε να το αγγίξουμε; Πώς θα ψυχανεμιστούμε τις πραγματικές προθέσεις του; Σε ένα παιδικό παραμύθι της Lizzy Stewart, «Μια τίγρη στον κήπο» (εκδ. Μικρή Σελήνη), το κορίτσι ρωτάει την τίγρη που συναντά στον κήπο της γιαγιάς του: «Είσαι αληθινή;». Όταν η τίγρη του απαντάει: «Αυτό δεν το γνωρίζω. Εσύ είσαι αληθινή;» το κορίτσι νιώθει κάπως περίεργα, αλλά αμέσως η τίγρη προσθέτει: «Έχω μια ιδέα. Αν πιστέψεις στην ύπαρξή μου, τότε ίσως και να είμαι αληθινή». 

Στην εποχή που όλες οι βεβαιότητες μοιάζουν εξίσου επισφαλείς με τη σύνδεσή μας στο Ίντερνετ σε ώρα αιχμής, δεν έχουμε άλλη επιλογή ψυχικής επιβίωσης από το να μετατρέψουμε την αισιοδοξία σε αξίωμα, να αφήσουμε πίσω μας τις κάπως αφελείς θεωρήσεις του παρελθόντος περί τεχνολογικής δυστοπίας και να αναζητήσουμε τη χαμένη ζεστασιά της επαφής σε μια οθόνη.  

Τότε, ίσως ανακαλύψουμε ότι μια βιντεοκλήση, αντί να μας απομακρύνει, μπορεί να μας φέρει πιο κοντά, ακόμα και σε μια τηλεδιάσκεψη με συνεργάτες που δεν έχουμε συναντήσει ποτέ από κοντά και που μέχρι σήμερα αγνοούσαμε την όψη τους - ή μάλλον ειδικά σε αυτήν. 

Στην εποχή που όλες οι βεβαιότητες μοιάζουν εξίσου επισφαλείς με τη σύνδεσή μας στο Ίντερνετ σε ώρα αιχμής, δεν έχουμε άλλη επιλογή ψυχικής επιβίωσης από το να μετατρέψουμε την αισιοδοξία σε αξίωμα

Ενώ συνδιαλεγόμαστε και διαπραγματευόμαστε από την άνεση του σπιτιού μας, τα πρωτόκολλα του μίτινγκ ρουμ μοιάζουν ξαφνικά παρωχημένα, εκτός τόπου και χρόνου. Κομμάτια της προσωπικής μας ζωής εισβάλλουν στην οθόνη: Ο σκύλος ή η γάτα μας πηδάει σε ανύποπτο χρόνο στην αγκαλιά μας. Το μωρό ή το νήπιό μας βάζει ξαφνικά τα κλάματα από τα βάθη του δωματίου. Ο σύντροφός μας εμφανίζεται στο φόντο, να διαβάσει ένα βιβλίο ή να εργαστεί στον δικό του υπολογιστή. Αλλά και η διακόσμηση -έργα τέχνης, οικογενειακές φωτογραφίες, βιβλία, ταξιδιωτικά ενθύμια- λέει για εμάς περισσότερα από όσα θα αποφασίζαμε ποτέ να μοιραστούμε στο απρόσωπο περιβάλλον ενός γραφείου. Γινόμαστε έτσι, κατά κάποιον τρόπο, πιο ευάλωτοι, αλλά και πιο ανθρώπινοι και αληθινοί, τελικά.

Μια βιντεοκλήση με ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε καλά, όχι μόνο επαγγελματικής φύσης αλλά και στην τηλεεκπαίδευση ή σε ένα ομαδικό μάθημα γυμναστικής, είναι κάπως σαν να περπατάμε στο δρόμο και να χαζεύουμε τις ζωές των άλλων μέσα από τα φωτισμένα παράθυρα. Μας προσφέρει μια ηδονοβλεπτική ευχαρίστηση, αλλά και μια αίσθηση επαφής αναπάντεχα λυτρωτική σε καιρούς βαθιάς μοναξιάς. Μας απελευθερώνει, επίσης, από πολλές κοινωνικές συμβάσεις: Όταν οι συνομιλητές είναι πολλοί, μπορούμε ευκολότερα να κλείσουμε την κάμερα ή το μικρόφωνο, έστω και για λίγο, για να πάμε τουαλέτα, να απαντήσουμε στο τηλέφωνο ή να φυσήξουμε τη μύτη μας, χωρίς να αναγκαστούμε να σηκώσουμε τη μισή ομάδα από τις καρέκλες της για να βγούμε από την αίθουσα. 

Μια βιντεοκλήση με ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε καλά είναι κάπως σαν να περπατάμε στο δρόμο και να χαζεύουμε τις ζωές των άλλων μέσα από τα φωτισμένα παράθυρα.

Ακόμα και οι βιντεοκλήσεις με φίλους κρύβουν ένα απρόσμενο είδος ζεστασιάς. Ξαφνικά ο εγκλεισμός, αν δεν ενισχύσει την ανθρωποφοβία μας, μας ωθεί να επιζητήσουμε πιο έντονα τη συντροφιά τους. Με παρέες που προσπαθούσαμε να συναντήσουμε επί μήνες, εγκλωβισμένοι καθώς ήμασταν όλοι ανάμεσα σε άπειρες προσωπικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις, τώρα δίνουμε σχεδόν αβίαστα ραντεβού στο διαδίκτυο και πιάνουμε το νήμα της επικοινωνίας από εκεί που το είχαμε αφήσει. Σύντροφοι, παιδιά, συγκάτοικοι, κατοικίδια ζώα γίνονται ενίοτε γκεστ σταρ της συζήτησής μας και μια παρέα τεσσάρων φίλων, που πιθανότατα θα παρέμενε σε αυτό το μέγεθος αν κανονίζαμε έξοδο, μεγαλώνει και ζωντανεύει μπροστά σε μια οθόνη, η οποία χωράει πολύ περισσότερα από όσα είχαμε φανταστεί. Και όταν στο τέλος της βιντεοκλήσης δίνουμε ραντεβού για καφέ μετά την πανδημία, τουλάχιστον αυτή τη φορά το εννοούμε.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

Photo by Andreas Dress on Unsplash

TAGS