Έχω περάσει προ πολλού την ηλικία του crossover αλλά και του buildingsroman, αυτών των σταδίων που στη λογοτεχνία ορίζουν το περιεχόμενο για τα «κλασσικά, παιδικά αναγνώσματα» και τα «μυθιστορήματα ενηλικίωσης» αντίστοιχα. Έχω περάσει και την δεκαετία του '90, προ πολλού κι αυτή, η οποία μου άφησε πολλά, καλογυαλισμένα παράσημα-κονκάρδες στο πέτο, μιας και η ακμή της συνέπεσε με το δικό μου ξεπέταγμα, μου ξήλωσε και κάποια παραφουσκωμένα γαλόνια, αφού αναγκάστηκα να επιπλεύσω στη λίμνη της πραγματικής ζωής, αλλά μου χάρισε και κάτι μοναδικό: με πέρασε στην νέα χιλιετία, της ταχύτητας, της υπεπληροφόρησης, της παραπληροφόρησης, του κερδισμένου χρόνου και της χαμένης ξεγνοιασιάς. Λαμπρή μετάβαση.

Είμαι πλέον μεγάλη. Όχι πολύ. Ικανοποιητικά μεγάλη. Μετράω τα χρόνια που πέρασαν σαν νερό, από το μιλένιουμ μέχρι σήμερα και δεν μπορώ να κάνω τη σούμα. Σαν τη θρυλική απορία του Κώστα Τσάκωνα στο Μάθε Παιδί μου Γράμματα, όταν αναρωτιόνταν κατ΄ επανάληψη «έξι χρόνια στο δημοτικό. Έξι χρόνια στο γυμνάσιο, δώδεκα. Έξι χρόνια στο πολυτεχνείο, δεκαοχτώ. Έξι χρόνια στο εξωτερικό, εικοσιτέσσερα. Και έξι χρόνια μέχρι που να πάω σχολείο, τριάντα. Μέχρι τα τριάντα έξι που είμαι, ακόμα άλλα έξι χρόνια. Πού πήγανε; Τι γίνανε έξι χρόνια;» ορίζοντας έτσι, με μια καθησυχαστική απλότητα το ασαφές νόημα της ζωής, το πέρασμα του χρόνου-κογιότ.

«Μια γυναίκα είναι τόσο νέα όσο το γόνατό της» είχε πει η Mary Quant, η δημιουργός της μίνι φούστας, αγνοώντας εντελώς την πρεσβυωπία.

Κι ενώ με βλέπω κάθε μέρα στον καθρέφτη δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι αλλάζει, γιατί η εικόνα μού είναι ολότελα γνώριμη. Πιστεύω ότι η όποια μεταβολή γίνεται αντιληπτή στους έξω, όχι σε μας τους ίδιους. Εγώ φερειπείν νιώθω ακριβώς ίδια με την πιτσιρίκα εκδοχή μου, που έβλεπε Πίπη Φακιδομύτη στην Grundig τηλεόραση και μετά έβγαινε στο δρόμο με το ποδήλατο για να γυρίσει με τα γόνατα μέσα στα αίματα. Ή με την 20χρονη φάση μου, όταν περνούσα ολόκληρα καλοκαιρινά βράδια διαβάζοντας για τον Πάτρικ Μπέιτμαν, τον ψυχοπαθή, γιάπι ήρωα της Αμερικανικής Ψύχωσης του Μπρνετ Ίστον Έλις, ή για τη Σοφία Σεμιόνοβνα Μαρμελάντοβα ή αλλιώς Σόνια, την κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος του Ντοστγιέβσκι, Έγκλημα και Τιμωρία, ή τον Μικρό Πρίγκιπα, την Τζο Μαρτς, τον Αλομπάρ και την Κούδρα. Είμαι ακόμα εκεί, στο πρώτο σημαντικό σκάσιμο από το αβγό, στα πρώτα νοητά ταξίδια, στους πρώτους συσχετισμούς, στα πρώτα βεγγαλικά ανακαλύψεων, στους πρώτους στοχασμούς, στην πρώτη γλύκα των βαθύτερων νοημάτων.

Συνεχίζω να βλέπω τη ζωή με ενθουσιασμό -όχι τον νεανικό, τον άλλον-, γνωρίζοντας ότι η ζωή έχει άλλη αντίληψη για μένα. Το βλέπω πίσω από τις υπερ-απαιτήσεις, από τα λάθη που δε μου συγχωρεί, από τη φθίνουσα διάθεση για παιχνίδι. Γεγονός. Κι ενώ καταγγέλλω την ενηλικίωση, απ’ όπου κι αν προέρχεται, δε μπορώ παρά μόνο να υποδυθώ πλέον την mini me, όπως τότε, που αντιστρέφοντας την πρόζα, βημάτιζα στα ψηλοτάκουνα της μητέρας μου νομίζοντας ότι ψήλωσα και ότι μπορώ να καθίσω με τους μεγάλους.

«Μια γυναίκα είναι τόσο νέα όσο το γόνατό της» είχε πει η Mary Quant, η δημιουργός της μίνι φούστας, αγνοώντας εντελώς την πρεσβυωπία.

«H πρεσβυωπία» λέει ο ιατρικός ορισμός «οφείλεται στη φθορά του κρυσταλλοειδούς, φυσικού φακού του οφθαλμού και την ελάττωση της προσαρμοστικότητας του στις κοντινές αποστάσεις». Ακούγεται σαν την ιδανική λεζάντα για την ωρίμανση, ε; Το κοντινό δε σε ενδιαφέρει, το έχεις κατακτήσει και επικεντρώνεσαι στο παραπέρα. Στο αλαργινό.

Και κάπως έτσι, τα ψιλά γράμματα στις πίσω πλευρές των βιβλίων ή των συσκευασιών άρχιζουν να μοιάζουν με πομπές από μυρμήγκια, μαύρα και ζωηρά. Πρέπει να απομακρύνω το θέμα, να ζουμάρω μικραίνοντας τις κόγχες των ματιών, να τεντώσω το χέρι και να κερδίσω λίγη ώρα για να ξεροκαταπιώ μέχρι να αρχίσω να διαβάζω τα τοσοδούλικα γράμματα των συστατικών στο σαμπουάν, στα μακαρόνια, στην ενυδατική κρέμα. Κι όλα αυτά φορώντας το μίνι μου, έχοντας αφήσει το γόνατό μου εντελώς εκτεθειμένο, αρνούμενη τα όποια ηλικιακά, ενδυματολογικά κλισέ.

Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισα και την απουσία κοντινής όρασης: σαν ηλικιακό κλισέ. Αποφεύγω να φορέσω γυαλιά, συνεχίζω να μακραίνω το χέρι μου σαν σελφοκόνταρο και να προπονώ τα μάτια μου όπως και τους τετρακέφαλους μου, μέχρι να νιώσω κάψιμο. Αυτή η μέθοδος αντιμετώπισης έχει 90% επιτυχία. Παρατείνω τον χρόνο δέσμευσης πίσω από τα πατομπούκαλα και ικανοποιώ τη ματαιοδοξία μου χωρίς placebo.

Υπάρχει και ένα 10% αποτυχίας, που καιροφυλακτεί. Μοιραία λοιπόν, ήρθε η στιγμή που φωτίστηκε όλη η αλήθεια που τόσο καιρό έκρυβα με νάζια. Που κυριολεκτικά είδα το φως μου. Εκείνο το απόγευμα, θέλοντας να διαβάσω τα έκδοχα σε κάτι αναβράζοντα δισκία μαγνησίου, αφού πρώτα μετακίνησα το σωληνάριο μακριά, κοντά, κάτω από τη μύτη μου, κάτω από το φως του απορροφητήρα, δίπλα στο παράθυρο, αφού εξάντλησα όλες τις σπασμωδικές κινήσεις που διέθετα πρόχειρες, δεν μου έμενε καμία άλλη επιλογή, παρά μόνο αυτή: να φορέσω τα γυαλιά πρεσβυωπίας της μητέρας μου.

Αυτό που ακολούθησε έμοιαζε με μικρό θαύμα, της σχολής του Γιούρι Γκέλερ. «Θέλετε να δείτε κάτι πρωτοφανές; Θέλετε να φορέσετε αυτά τα μαγικά γυαλιά και να διαβάσετε τα pico συστατικά;». Έτσι κι έγινε. Τα γράμματα άλλαξαν διάσταση, μεγάλωσαν, στρογγύλεψαν, ομόρφυναν, ζωντάνεψα και καρφώθηκαν στον αμφιβληστροειδή μου, σηματοδοτώντας το πέρασμά μου στην πρεσβυωπική Ινδία.

«Αχ, πόσο σου πάνε» ακούω τη μητέρα μου να σχολιάζει, προσπερνώντας τεχνηέντως το θέμα της γκαβομάρας, κάνοντας ένα χαριτωμένο άλμα, στο θέμα του στυλ. «Έφη, τέτοια γυαλιά να πάρεις, μαύρα, μεγάλα, δε θέλεις αυτά τα σαχλά τα χρωματιστά, τα μικρά εσύ, απαπά» συνεχίζει όπως κάνει πάντα όταν έρχεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη αλλαγή. Προσαρμόζεται ακαριαία στο επόμενο, ξεκολλάει από το προηγούμενο. Με πρεσβύτερη σοφία και εφηβικό ενθουσιασμό. Σαν να μου λέει, αυτά είναι επουσιώδη. Με ή χωρίς γυαλιά οι λέξεις το ίδιο νόημα κουβαλούν. Την ίδια αξία έχουν. Φρόντισε να τις χρησιμοποιείς με τέχνη. Αυτό κράτα.

Αυτό κρατάω μαμά.

 

Edgar Degas, Woman with Field Glasses, a drawing in thinned oil paint 1866/1868

 

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS