Ο Βαγγέλης Προβιάς είναι συγγραφέας, και εισηγητής σεμιναρίων δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, στο Βρετανικό Συμβούλιο και στο Λεξικοπωλείο. Η συλλογή διηγημάτων του «Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ και βρίσκεται στην Γ έκδοσή της. 

«Γυναίκα» - χωρίς εισαγωγικά. 

Είναι αδύνατο να ξεχάσω το πρώτο βράδυ που σε είδα Γυναίκα. Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια, κοντά εικοσιπέντε, αλλά η αίσθηση, η ανατριχίλα στο μεδούλι, ο φόβος, η περίεργη αναπάντεχη κάβλα, είναι εδώ, ολοζώντανες ακόμα. Εσύ ίσως δεν είσαι πια, αλλά εκείνες παραμένουν. 

Ήταν βράδυ. Χειμώνας. Περασμένα μεσάνυχτα. Αντίκρυσα πρώτα την πλάτη σου. Παρά το οξύ κρύο, φορούσες ένα φίνο μπλουζάκι χωρίς πίσω μέρος. Κάτω από το χείμαρρο των ακριβών, εξαιρετικής ποιότητας μαλλιών σου, που έφταναν ως την μέση, διέκρινα την επιδερμίδα της γυμνής πλάτης σου. Λαμπύριζε με έναν μαγικό τρόπο - νόμισα ότι μου είχε φανεί, ότι με είχε ζαλίσει η γοητεία σου... αργότερα, μου αποκάλυψες ότι άπλωνες στο δέρμα σου μια ειδική κρέμα, με στρας.

Πιο κάτω, μια μαύρη φούστα, πολύ στενή, πολύ κοντή. Άφηνε να φανούν τα λεπτά, με ατέλειωτες ευθείες, ακαταμάχητα πόδια σου, που τα έκανε ακόμα πιο ερωτικά ένα ζευγάρι γόβες. Μαύρες, απειλητικές, υποδεχτικές, και με τα πιο ψηλά και πιο λάγνα τακούνια που είχα δει ποτέ. Πως τα φόραγες με τόση σιγουριά, πως δεν έπεφτες; (αργότερα, μου είπες γελώντας ότι για να τα συνηθίσεις, έκανες δουλειές στο σπίτι φορώντας τα – ξεσκόνιζες, έπλενες πιάτα, σιδέρωνες, για τρεις, τέσσερις, πέντε ώρες). 

Σε χάζευα μαγεμένος, Γυναίκα. Ένα 20χρονο παιδί συνεπαρμένο από μια άλλου είδους ομορφιά, Γυναίκα. Μια ομορφιά τόσο μακρινή από το σύνηθες, τόσο σπάνια και σπουδαία  που την ένιωθα με όλο μου το σώμα. Η έκπληξή μου έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν γύρισες το κεφάλι, με είδες να σε θαυμάζω, να σε περιεργάζομαι και... και με φώναξες με το όνομά μου! 

«Βαγγέλη; Κουκλί; Τι κάνεις εσύ εδώ;» Ήταν δυνατόν; Που με ήξερες; Ήρθες κοντά μου περπατώντας με χάρη, με σιγουριά, με σκληρή φινέτσα που μέχρι τότε είχα δει μόνο σε ντοκιμαντέρ για τις μεγάλες Ρωσίδες Μπαλαρίνες του αιώνα. Με αγκάλιασες, με φίλησες… δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε! 

Το είδες στο πρόσωπό μου, έσκασες στα γέλια και είπες… «Βρε! Ακόμα δεν με κατάλαβες; O Στέλιος είμαι!» - και σούφρωσες τσαχπίνικα, ερωτικά τα χείλη, Γυναίκα. 

Ο Στέλιος. Ο όμορφος 25άρης, με το άψογο σώμα, που έβλεπα κάθε μέρα στο τυροπιτάδικο όπου εργαζόμουν. Ήσουν ιατρικός αντιπρόσωπος, σε μια εταιρία φαρμάκων - τα μεσημέρια ερχόσουν για φαγητό. Έτρωγες πάντα σαλάτες – πολλά χρόνια πριν γίνει επιταγή. Ήσουν αυθεντικά φιλικός μαζί μου, και εγώ σε θαύμαζα, σε έβρισκα τόσο όμορφο, τόσο αρρενωπό, με κολάκευε τόσο που με χαιρετούσες σαν… σαν δικό σου, σαν να γνωριζόμασταν από παλιά.

Έτσι με χαιρετούσες και τώρα, στην πλατεία που απέφευγαν οι καθωσπρέπει, αυτή όπου τα αγόρια που θα ήθελαν να είναι Γυναίκες, περνούσαν τις νύχτες τους. 

Κάναμε παρέα για μερικούς μήνες Στέλιο/Γυναίκα. Ήσουν μεγαλύτερος μόνο πέντε χρόνια, αλλά… αλλά ήσουν δεκαετίες μπροστά. Με έμαθες, χωρίς ποτέ να διδάξεις, να κηρύξεις, την ελευθερία, την αποδοχή. Με μπόλιασες με την δύναμη του να νιώθεις άνετα με το είναι σου, ακόμα και αν αυτό το είναι σου είναι για πολλούς απόκλιση. Σε βοηθούσα να αποτριχώσεις την πλάτη σου, με βοηθούσες να μην κρίνω τον διαφορετικό από μένα άλλο. Σου περιποιούμουν την ακριβή περούκα, μου περιποιούσουν την ψυχή. Σου διόρθωνα τα ρούχα… μου διόρθωνες τις προκαταλήψεις. 

 Έτσι, περιληπτικά αλλά τόσο ουσιαστικά, ακόμα. 

Χαθήκαμε. Της ζωής το ανελέητο χάσιμο. Κάποιος κάποτε μου είπε πως πέθανες νέα, κοντά στα 40. Εύχομαι να μην ήσουν εσύ «ένας Στέλιος που ήξερε και που ντυνόταν Γυναίκα» και που πέθανε...

Τα πρωινά, στο τυροπιτάδικο, μετά την συνάντηση στην πλατεία, έτρωγες την σαλάτα σου, και κοιταζόμασταν συνωμοτικά. Πλημμύριζε χαρά η καρδιά μου, Γυναίκα...

TAGS