Ο σπουδαίος Γιώργος Σουρής, ένας από τους πιο ιδιαίτερους ποιητές της προπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστός με το έργο να μην έχει καταφέρει να φτάσει μέχρι τις πιο σύγχρονες γενιές. 

Ωστόσο η σοβαρή και κωμική την ίδια στιγμή φυσιογνωμία του μας κοιτάζει πάντα μέσα από την προτομή του σε μία από τις εξόδους του Εθνικού Κήπου και μας θυμίζει, περισσότερο σήμερα που συμπληρώνονται 98 χρόνια από τον θάνατο του, στις 26 Αυγούστου του 1919, το πνεύμα των ποιημάτων του, των σατιρικό τρόπο με τον οποίο «έσφαζε» τον ανεπαρκή κόσμο γύρω του, την διεισδυτική ματιά με την οποία κοίταξε και εντόπισε όλα τα ζητήματα της σύγχρονης Ελλάδας. Αυτά που μας ακολουθούν μέχρι και σήμερα, εκείνα τα αδυνατούμε να ξεπεράσουμε και να λύσουμε.

Ο Κωστής Παλαμάς αποκάλεσε κάποτε τον Γιώργο Σουρή «γόητα ποιητήν», ενώ θεωρήθηκε ως ο «Νέος Αριστοφάνης», εθνικός ποιητής, προτάθηκε μάλιστα το 1906 για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. 

Το ποίημα του «Ποιος είδε κράτος λιγοστό» είναι σίγουρα ένα από τα πιο διάσημα κείμενα του, μελοποιήθηκε από συνθέτες όπως ο Κώστας Χατζής και έχει φτάσει αναλοίωτο και επίκαιρο ως τις μέρες μας. Σαν μία άχαρη πρόβλεψη όσων έμελλε να έρθουν κι όσων δεν καταφέραμε ποτέ να αλλάξουμε παρά το πέρασμα τόσων χρόνων.

Ποιος είδε κράτος λιγοστό

«Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;»

TAGS