«Αν κι εσείς διαβάζετε από χούι, όπως εγώ, ξέρετε ότι δεν είναι η ακρίβεια αυτό που μετράει στις ιστορίες, είναι η ροή, η ομορφιά και η ειλικρίνειά τους». Από τη «ζαβολιά» να ξεκινήσω την ανάγνωση του νέου βιβλίου της Μανίνας Ζουμπουλάκη από την τελευταία του σελίδα βγήκα κερδισμένη. Αυτή η φράση με έπεισε να βυθιστώ αμέσως στις σελίδες του, επιβεβαιώνοντας ότι και στο τρίτο μυθιστόρημα της «Τριλογίας της Αθήνας» της, με τίτλο «Μη φοβάσαι», η δημιουργός παραμένει συνεπής στις αρχές για τις οποίες την αγαπάμε, σταθερά, εδώ και δεκαετίες, ως συγγραφέα και δημοσιογράφο. (Σε αυτές να προσθέσουμε και το χιούμορ, που ελαφραίνει ακόμα και τα πιο δυσβάστακτα.)

Δεν έχει σημασία λοιπόν αν πιστεύεις στη διαίσθηση, στο τρίτο μάτι, στα φαντάσματα ή στους εξωγήινους, αλλά ότι θα ταυτιστείς με τις αλήθειες της κεντρικής ηρωίδας, της ξεναγού Δώρας με τις σχεδόν μαντικές ικανότητες, που λύνει ένα αστυνομικό μυστήριο στην Αθήνα ενώ παράλληλα μας οδηγεί σε άγνωστες γωνιές της πόλης κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο.

Στο μεταξύ, στην αρχή κάθε κεφαλαίου, η Μανίνα Ζουμπουλάκη μάς συστήνει άγνωστες ηρωίδες της ελληνικής μυθολογίας, επιλέγοντας να μας αφηγηθεί την πιο αισιόδοξη έκβαση των ιστοριών τους. Καθώς βγάζει την καθεμία από το σκοτεινό τούνελ της, η φράση «Μη φοβάσαι» δεν παραμένει ένα ευχολόγιο, αλλά προαναγγέλλει την καθαρτική εμπειρία της ανάγνωσης του μυθιστορήματός της, την έξοδο στο φως, καλοδεχούμενη ακόμη περισσότερο στην καρδιά του πανδημικού χειμώνα του 2020.

Ο ήρωας του βιβλίου σας Μίνωας «εκτιμάει τα γεγονότα, τις χειροπιαστές πληροφορίες», ενώ τη Δώρα «δεν τη νοιάζει τι έγινε, αλλά πώς αισθάνεται για αυτό που έγινε». Τι μετράει περισσότερο για εσάς, τα γεγονότα ή τα αισθήματα;

«Τα αισθήματα! Εννοείται ταυτίζομαι με τη Δώρα εδώ – χίλιες φορές έχω ακούσει τη φράση “η πραγματικότητα είναι αμείλικτη”, και είναι. Αλλά η δουλειά του συγγραφέα έτσι κι αλλιώς είναι να δημιουργεί άλλες πραγματικότητες, καλύτερες από την πραγματική».

Για ποιο λόγο αποφασίσατε να δώσετε στη Δώρα το μαντικό χάρισμα και να μην είναι απλά π.χ. προικισμένη με οξυδέρκεια και παρατηρητικότητα όπως άλλες ηρωίδες που λύνουν μυστήρια;

«Δεν έχω ιδέα. Πήρα ένα στοιχείο που διαθέτω (το διαθέτουμε όλοι), τη διαίσθηση, και το έκανα Δώρο, Χάρισμα. Ήθελα να είναι διαφορετική με περίεργο τρόπο, να έχει βάλει τον εαυτό της στο περιθώριο με τα χεράκια της τα ίδια… ή μάλλον, με το χάρισμά της».

Με τον κίνδυνο να γίνω λίγο φολκλόρ: πιστεύετε στο προαίσθημα ή σε άλλα φαινόμενα που δεν έχουν επιβεβαιωθεί ούτε εξηγηθεί (ακόμη) από την επιστήμη;

«Ναι, πιστεύω σε φολκλόρ πράγματα, όπως το θέτεις, στα προαισθήματα, στα όνειρα και την διαίσθηση. Δεν πιστεύω στα φαντάσματα ούτε στους καλικάντζαρους, κάπου πρέπει να τραβήξω μια γραμμή για να μη βλέπω αστράκια. Καταλαβαίνω π.χ. το βαρύ σύννεφο που κουβαλάει ένας άνθρωπος όταν έχει δράμα πίσω του, δεν είναι δύσκολο να το δω… αλλά δεν διαβάζω το φλιτζάνι, ας πούμε, ούτε το χέρι!».

«Καταλαβαίνω το βαρύ σύννεφο που κουβαλάει ένας άνθρωπος όταν έχει δράμα πίσω του»

Γιατί επιλέξατε να ανοίγετε κάθε κεφάλαιο με μια ηρωίδα της μυθολογίας και την ιστορία της;

«Με γοητεύουν όλες αυτές οι μορφές που δεν μάθαμε στο σχολείο, αυτές που ξέφυγαν από τα βιβλία, που υπήρξαν ή δεν υπήρξαν, ως μορφές, κι είναι ξεχασμένες. Ψοφάω για μύθους γενικά, πόσο μάλλον για μυθικές γυναίκες και μάλιστα παρεξηγημένες».

Μέσα από τις διαδρομές της Δώρας ανακαλύπτουμε ακόμα και άγνωστες, σε πολλούς από εμάς, γωνιές της Αθήνας και της Αττικής. Τι αγαπάτε περισσότερο και τι αντέχετε λιγότερο σε αυτή την πόλη;

«Δεν γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά την αγαπάω. Αγαπάω τα πάρκα της, ακόμα και τα μικρούτσικα, που τα ανακαλύπτεις σαν έκπληξη εκεί που δεν τα περιμένεις. Τα αρχαιολογικά μνημεία, εννοείται. Μου αρέσει το Λαύριο, το Σούνιο, το Θορικό, τα ορυχεία, ο Ναός του Ποσειδώνα… ήθελα να τα εκμεταλλευτώ συγγραφικά αυτά τα μέρη, είναι πάρα πολύ ιδιαίτερα, και δεν τα ξέρει όλος ο κόσμος. Δεν αντέχω τη φασαρία της Αθήνας, το στριμωξίδι, την πολυκοσμία (προ lockdown), κι ας είναι κομμάτι της πόλης». 

«Αγαπάω τα πάρκα της Αθήνας, ακόμα και τα μικρούτσικα, που τα ανακαλύπτεις σαν έκπληξη εκεί που δεν τα περιμένεις»

Το θέμα του κοινωνικού και φυλετικού ρατσισμού επανέρχεται διακριτικά σε διάφορα σημεία του βιβλίου (π.χ. μέσα από την ομοφυλοφιλία του Δημήτρη ή τον «στρατόκαυλο» αδερφό του). Μπορεί η λογοτεχνία να συμβάλει στην αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων;

«Μακάρι να μπορεί να κάνει τέτοια βαριά δουλειά η λογοτεχνία - ο συγγραφέας, το έχω ξαναπεί, δεν ανακαλύπτει ούτε προτείνει λύσεις, απλώς αποκαλύπτει, παρουσιάζει το φαινόμενο, εκθέτει την ιστορία μέσα σε μια κοινωνία, με τα υπόγεια ρεύματα που τη διαπερνούν… εδώ, στο “Μη φοβάσαι”, το υπόγειο ρεύμα είναι ο ρατσισμός μαζί με τον φασισμό. Στο “Κάτι μου κρύβεις” και το “Άκουσέ με” [σ.σ.: τα άλλα δύο βιβλία της Τριλογίας της], επίσης. Ρατσισμός και φασισμός πάνε μαζί, δεν ξεχωρίζουν». 

Έχοντας ζήσει τη «χρυσή εποχή» των περιοδικών, ποια είναι η δυνατότερη ανάμνησή σας από τότε και ποιο το πολυτιμότερο μάθημα δημοσιογραφίας που σας έδωσε;

«Χμμ… η Ρούλα Μητροπούλου, διευθύντρια του “Ταχυδρόμου” στα παλιά χρόνια, μου είπε κάποτε “Ασε τις μαλακίες και γράφε!”. Το ίδιο, με διαφορετικά λόγια, μου είπε και ο Φρέντυ Γερμανός. Ήταν πολύτιμα μαθήματα και τα δύο, μάλλον ζωής, αν και η ζωή από τη δημοσιογραφία δεν ξεχωρίζουν εύκολα. Στο Κωστοπουλιστάν (Κλικ, Νιτρο κ.λπ.) γελούσαμε πολύ, κάναμε καλή παρέα μεταξύ μας, έχουμε μείνει αγαπημένοι, κάμποσοι από εμάς. Κοίτα, δεν κάθομαι ποτέ να σκεφτώ το παρελθόν, δουλεύαμε σκληρά και περνούσαμε τέλεια μερικές φορές, είναι αλήθεια, αλλά δεν λέω “αχ, τι ωραία ήτανε!”, κι ας ήτανε ωραία. Πάντα είναι ωραία, και πάντα βρίσκεις ωραία πράγματα να γράψεις… σόρι, να κάνεις».

«Η Ρούλα Μητροπούλου, διευθύντρια του “Ταχυδρόμου” στα παλιά χρόνια, μου είπε κάποτε “Ασε τις μαλακίες και γράφε!”.Το ίδιο, με διαφορετικά λόγια, μου είπε και ο Φρέντυ Γερμανός»

Τι σας γοητεύει στην ψηφιακή εποχή; Αν μπορούσατε να μπείτε σε μια χρονομηχανή, θα επιστρέφατε στην εποχή των εντύπων; 

«Όχι, δεν θα επέστρεφα σε καμία εποχή. Το ότι η πληροφορία είναι τόσο κοντά στο γεγονός είναι γοητευτικό και τρομαχτικό μαζί. Το ότι επικοινωνώ με τον αδερφό μας στην Ιρλανδία ή με φίλους στον Καναδά σε πέντε λεπτά το βρίσκω καταπληκτικό. Το ότι μπορούν να με βρούνε όλοι, κάθε ώρα και στιγμή, δεν είναι τόσο καταπληκτικό. Αλλά έτσι το σερβίρεις το καλό ψάρι, με τα κόκαλα…».  

Ποιον ρόλο μπορεί να παίξει η λεγόμενη lifestyle δημοσιογραφία στη σύγχρονη εποχή (της πανδημίας, της λιτότητας, της κλιματικής αλλαγής και ούτω καθεξής);

«Μα πρόκειται για παρεξήγηση: lifestyle σημαίνει τρόπος ζωής. Η σημερινή δημοσιογραφία, όταν είναι σημερινή, μιλάει για το πώς ζούμε. Ένα άρθρο για τον τρόπο με τον οποίο περνάμε το lockdown μέσα στα σπίτια μας είναι άρθρο lifestyle. Δεν λέω “όλα είναι lifestyle”, γιατί η αθλητική, πολιτική και αστυνομική δημοσιογραφία δεν είναι. Αλλά πρέπει να το λαμβάνεις υπόψιν σου, μια και όλα αυτά (αθλητισμός, πολιτική κ.λπ.) “παίζουν” μέσα σε μια κοινωνία που αλλάζει συνέχεια, δεν μπορεί να μην το βλέπεις αν είσαι καλός δημοσιογράφος. Δεν μπορείς να αγνοείς τον τρόπο ζωής και να κάνεις φόκους μόνο στους φόνους, π.χ., ή μόνο στις διαρρήξεις, ή μόνο στη μπάλα. Μπορείς, αλλά δεν έχω πολλή όρεξη να σε διαβάσω, αν μένεις μονομπλόκ».

«Το ότι η πληροφορία είναι τόσο κοντά στο γεγονός είναι γοητευτικό και τρομαχτικό μαζί. Αλλά έτσι το σερβίρεις το καλό ψάρι, με τα κόκαλα…».  

Έχετε πει ότι δεν σταματάτε ποτέ να γράφετε. Δεν έχετε περάσει ποτέ κάποια περίοδο συγγραφικού μπλακάουτ; Πού βρίσκετε ανεξάντλητη ενέργεια και έμπνευση για να γράφετε;

«Όταν είμαι κρυωμένη, άρρωστη ή άυπνη, δεν έχω όρεξη να γράψω. Όταν είμαι στη θάλασσα το καλοκαίρι επίσης δύσκολα ξεκολλάω από την παραλία για να στρωθώ στο γράψιμο. Κατά τα άλλα, μου περνάει μέχρι κι ο πόνος στη μέση, όταν γράφω…».

Ως διδάσκουσα δημιουργικής γραφής, ποιο είναι το πρώτο μάθημα που θα δίνατε σε έναν επίδοξο συγγραφέα; 

«Να σκέφτεται πολύ. Να κάθεται με τον εαυτό του και να ψάχνεται, σαν meditation, να προσέχει πρώτα τι κάνει η/ο ίδια/ος, αυτά που λέμε “ασυναίσθητα”, κι έπειτα αυτά που κάνουν οι γύρω. Και να τα γράφει, αυτό είναι το πιο σημαντικό».

Την ατάκα «Μη φοβάσαι» την επαναλαμβάνουμε, υποθέτω, όλοι μας σαν μάντρα από μικρά παιδιά, κάθε φορά που βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στη δική μας σκοτεινή σπηλιά σαν τη Δώρα. Ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι δικοί σας φόβοι σας;

«Ε, οι κλασικοί, η αρρώστια και ο θάνατος. Φοβάμαι τον θάνατο περισσότερο από την αρρώστια και την αρρώστια περισσότερο από τον θάνατο, ανάλογα με τις μέρες. Τόσο για τα παιδιά μου όσο και για τον εαυτό μου, και για τους ανθρώπους που αγαπάω πολύ».

Μέσα από τα γραπτά σας αλλά και την προσωπική ζωή σας έχετε κάνει ξεκάθαρο ότι δεν πιστεύετε στα στερεότυπα που θεωρούν «απαγορευτική» τη μητρότητα πάνω από μια ηλικία. Τι θα λέγατε σε μια γυναίκα που διστάζει να γίνει μητέρα όχι γιατί δεν το θέλει αλλά επειδή νομίζει ότι είναι «μεγάλη»;

«Η επιστήμη είναι με το μέρος της, επιτέλους! Γίνονται έλεγχοι, τεστ, υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπισθούν σχεδόν όλες οι δυσκολίες κύησης κ.λπ. Το “είμαι πολύ μεγάλη για…” δεν το δέχομαι, αν και είμαι όντως πολύ μεγάλη για να κάνω σκι. Επίσης, στο σκι κάνει πολύ φρικτό κρύο και δεν έχεις την επιστήμη με το μέρος σου, μόνον το σώμα σου. Βλέπεις τη διαφορά ανάμεσα στα δύο!».

Εργαζόμενη από το σπίτι και με τα δίδυμα στην εφηβεία, ποιες καθημερινές συμβουλές επιβίωσης θα δίνατε για το lockdown και την πανδημία (ειδικά σε κάποιον που έχει μετατρέψει την κουζίνα του σε γραφείο, όπως εσείς κι εγώ);

«Χαχα! Να αναπτύξει ικανότητες αυτοσυγκέντρωσης! Είναι θέμα αυτό-εκπαίδευσης, υπάρχει τρόπος να σηκωθείς να φτιάξεις σαλάτα και να συνεχίσεις να γράφεις από εκεί που σταμάτησες μετά τη σαλάτα, πάντα υπάρχουν τρόποι να γράψεις, αρκεί να το θέλεις πολύ. Η σαλάτα σε κόβει και σε αποδιοργανώνει όταν δεν είσαι έτοιμη να γράψεις αυτό που σε τριγυρνάει, δεν έχει καθίσει ακόμα καλά μέσα στο κεφάλι σου, άρα χρειάζεσαι χρόνο… ίσως σ’ τον δώσει η σαλάτα αυτόν το χρόνο. Ίσως τον βρεις μόνη σου, κάποια άλλη στιγμή. Επιμονή, υπομονή και αφοσίωση, χωρίς αυτά, μένεις μόνο στη σαλάτα!».

Info
Το νέο βιβλίο της Μανίνας Ζουμπουλάκη, «Μη φοβάσαι», ολοκληρώνει την αστυνομική «Τριλογία της Αθήνας» («Άκουσέ με», «Κάτι μου κρύβεις»). Όλα τα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram
 

TAGS