0
SHARES

Ο Ερνέστος Τσίλλερ (Ernst Moritz Theodor Ziller) γεννήθηκε στο Ομπερλόσσνιτς, ένα μικρό χωριό της Σαξονίας κοντά στη Δρέσδη, στις 22 Ιουνίου 1837. Προερχόταν από οικογένεια κατασκευαστών και ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, σπούδασε αρχιτεκτονική στην Βασιλική Σχολή Οικοδόμησης στη Δρέσδη (1855-58). Στην Αθήνα μεταφέρεται το 1861 μετά από προτροπή του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν, με τον οποίο έιχε έρθει σε επαφή, προκειμένου να εποπτεύσει το κτίσιμο της Σιναίας Ακαδημίας, έργο που έιχε αναλάβει την περίοδο εκείνη ο Χάνσεν. Στη συνέχεια εργάστηκε στην Ελλάδα ανεξάρτητα, μεταξύ 1872-82 διετέλεσε καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Αθήνας από το οποίο, όμως, απολύθηκε το 1883 λόγω της άρνησής του να συγκαλύψει τις οικονομικές καταχρήσεις που καθυστερούσαν την ανέγερση του Ζαππείου. Επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχαιολογία και ανακάλυψε την ηθελημένη καμπυλότητα του Παρθενώνα καθώς και άλλων μνημείων. Ανέσκαψε και αποτύπωσε το Θέατρο του Διονύσου, μελέτησε την αρχιτεκτονική δομή του Παρθενώνα και υπήρξε ένας από τους πρώτους ερευνητές που κατέγραψαν την πολυχρωμία στα αγάλματα και τα αρχιτεκτονικά μέλη του Θησείου, του Ερεχθείου, του Ναού της Αθηνάς Αφαίας κ.α. Το ύφος του εκλεκτικό στα πλαίσια του νεοκλασικισμού, εμπνεύστηκε από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο, την Αναγέννηση και τα βορειοευρωπαϊκά ρεύματα. Ο Τσίλερ δραστηριοποιήθηκε και επιχειρηματικά, καθώς δημιούργησε μια συνοικία στον Πειραιά από επαύλεις τις οποίες πούλαγε ενώ είχε και εταιρεία οικοδομικών υλικών. Δεν υπάρχουν αρκετές λεπτομέρειες, αλλά φαίνεται ότι άστοχοι οικονομικοί χειρισμοί τον οδήγησαν στην πτώχευση και την απώλεια της οικίας του. Ο άνθρωπος που κατάφερε να προσδιορίσει την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Αθήνας αλλά και άλλων ελληνικών πόλεων όπως το Αίγιο, το Γύθειο και η Ερμούπολη έχασε το δικό του σπίτι. Ο Ερνέστος Τσίλερ πέθανε στην Ελλάδα το 1923.

Προεδρικό Μέγαρο

Οι εργασίες για το κτίριο ξεκίνησαν το 1891 με αφορμή τη γέννηση του διαδόχου Κωνσταντίνου, γιού του βασιλιά Γεωργίου 'Α, το 1868. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1897. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1909 πυρκαγιά ξέσπασε και κατέστρεψε σημαντικό μέρος των παλαιών ανακτόρων στα οποία διέμενε ο Γεώργιος 'Α, δηλαδή της σημερινής βουλής με αποτέλεσμα η βασιλική οικογένεια να μεταφερθεί στο ανάκτορο. Το 1913 έγινε επίσημη βασιλική κατοικία μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α΄ και την άνοδο στον θρόνο του Κωνσταντίνου. Το 1924 μετά τη διακήρυξη της δημοκρατίας έπαψε, προσωρινά, να φιλοξενεί τη βασιλική οικογένεια, χρησιμοποιήθηκε ως Προεδρικό μέγαρο έως το 1935 όταν έγινε η παλινόρθωση της δημοκρατίας κι έπειτα απο το 1974 με τη μεταπολίτευση απέκτησε την οριστική του μορφή ως έδρα της Προεδρίας της δημοκρατίας και κατοικία του εκάστοτε πρόεδρου.

Από αρχιτεκτονική άποψη το Προεδρικό μέγαρο αποτελεί ένα νεοκλασικό τριώροφο κτίριο με λιτή και αυστηρή πρόσοψη ενω η είσοδος του κτιρίου διαθέτει πρόστυλο με κίονες ιωνικού ρυθμού .

Οικία Σλήμαν-Ιλίου Μέλαθρον/Νομισματικό Μουσείο

Ο Τσίλερ σχεδίασε την οικία του ερευνητή, που ανακάλυψε το θησαυρό της αρχαίας Τροίας, Ερρίκου Σλήμαν, το 1878 στην οδό Πανεπιστημίου. Η κατασκεύη του κτιρίου ολοκληρώθηκε το 1881 και αποτέλεσε μία από τις πιο εντυπωσιακές κατοικίες της περιόδου. Σήμερα στο Ιλίου Μέλαθρον στεγάζεται το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

Ο Σλήμαν επιθυμούσε να αποκτήσει ένα πλούσιο αρχοντικό κι ο Τσίλερ επέλεξε τον αναγεννησιακό ρυθμό συνδυάζοντας τον με τις διατάξεις του ελληνικού ώριμου κλασικισμού. Παράλληλα Βαυαροί και Βιεννέζοι ζωγράφοι πραγματοποίησαν τις Πομπηϊανές τοιχογραφίες και τις ζωγραφικές συνθέσεις τόσο του εσωτερικού όσο και των δύο εξωστών. Η βασική σύλληψη του διακόσμου έγινε από τον Τσίλερ, ο οποίος εμπνεύστηκε από τα τρωϊκά και τα μυκηναϊκά ευρήματα για την τοποθέτηση των μωσαϊκών πατωμάτων. Οι τοιχογραφίες, τα πήλινα αγάλματα που ήταν αντίγραφα αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων, τα μωσαϊκά δάπεδα και οι πολλές επιγραφές σε διάφορα σημεία του κτιρίου, επελέχθησαν από τον Τσίλερ με σκοπό να αναδείξουν την αγάπη του Σλήμαν για την Ελλάδα. Τα εγκαίνια του κτιρίου πραγματοποιήθηκαν στις 30 Ιανουαρίου του 1881 ενώ το συνολικό κόστος που δαπανήθηκε για την ανέγερσή του ξεπέρασε τις 435.000 δραχμές.

Αρχιτεκτονικά το κτίριο μπορεί να χαρακτηρισθεί πρότυπο οικοδομικής τελειότητας με δυναμικές αναλογίες και επιμελημένο διάκοσμο. Η επιφάνεια του όγκου διαρθρώθηκε με βάση την κλασικιστική αρχή της οριζοντιότητας, χωρίζοντας το κτίσμα σε βάση, κορμό και στέψη. Ιδιαίτερες καινοτομίες εφαρμόσθηκαν στο Ιλίου Μέλαθρον όπως η εξασφάλιση από πυρκαγιά, σύστημα εξαερισμού, πρωτοποριακά ρολά στις πόρτες και τα παράθυρα, εγκατάσταση φωταερίου σε όλα τα δωμάτια καθώς κι ένα περίπλοκο σύστημα θέρμανσης.

Μετά τον θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν το κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία της γυναίκας του η οποία έκανε και τις πρώτες επεμβάσεις. Το 1950 ανακηρύχθηκε διατηρητέο ενώ το 1983 παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού από την Κτηματική Εταιρία Δημοσίου. Το 1985 αποφασίστηκε να στεγαστεί στο κτίριο το Νομισματικό Μουσείο. Οι φθορές που υπέστη το οικοδόμημα ήταν σημαντικές εκ των οποίων οι σημαντικότερες προήλθαν από την χρήση του για τη στέγαση του Αρείου Πάγου από το 1934 και ύστερα. Επιπλέον, πολλές ζωγραφικές συνθέσεις εξαφανίστηκαν λόγω τοποθετήσεως σωληνών.

Εθνικό θέατρο

Το Εθνικό Θέατρο άρχισε να κτίζεται ως Βασιλικό θέατρο το 1891 από τον Τσίλερ ο οποίος εμπνευσμένος από τον αναγεννησιακό ρυθμό σχεδίασε την πρόσοψη έχοντας ως πρότυπο την βιβλιοθήκη του Αδριανού. Το κεντρικό τμήμα είναι εξαιρετικά πλούσιο σε διακοσμητικά στοιχεία με κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού, ενώ τα δύο πλευρικά τμήματα αποτελούν τυπική νεοκλασσική σύνθεση. Οι αρχικές εσωτερικές εγκαταστάσεις σκηνής, φωτισμού και θέρμανσης ήταν από τις πιο προηγμένες της εποχής. Το κτίριο ανακαινίστηκε για πρώτη φορά το 1930-31, υπό την εποπτεία του σκηνογράφου Κλεόβουλου Κλώνη. Σήμερα βρίσκεται σε μία πλήρως ανακαινισμένη μορφή με δύο προστιθέμενα τμήματα, αναβάθμιση και νέα διαρρύθυμιση η οποία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβρη του 2009.

Μέγαρο Σταθάτου/Μουσείο Κυκλαδικής τέχνης

Το Μέγαρο Σταθάτου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής της Αθήνας. Είναι ένα τετραώροφο κτίριο το οποίο χτίστηκε το 1895 ως κατοικία-στέγαση των επιχειρήσεων του Αθηναϊκού ζεύγους, Ιθακήσιου στην καταγωγή, Όθωνος και Αθηνάς Σταθάτου, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ηροδότου. Στο οικοδόμημα από το 1937 δηλαδή μετά τον θάνατο της Αθηνάς Σταθάτου χρησιμοποιήθηκε άλλοτε ως πρεσβεία , άλλοτε ως Στρατιωτική Λέσχη ή ως ξενώνας Βασιλέων και Αρχηγών χωρών. Μετά από πολλές προσπάθειες της συλλέκτριας έργων τέχνης Αικατερίνης Γουλανδρή να αναδείξει το εκθεσιακό πρόβλημα της Αθήνας, η τότε Υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη αποφάσισε να στεγάσει στο κτίριο το Μουσείο Κυκλαδικής τέχνης και στις 20 Ιανουαρίου του 1896 τελέσθηκαν τα εγκαίνια.

Το κτίριο αποτελείται από δύο πτέρυγες κατά μήκος των δύο δρόμων που ορίζουν το γωνιακό οικόπεδο. Όπως τα περισσότερα νεοκλασικά κτίρια , γίνεται προσπάθεια για συμμετρική σύνθεση μολονότι η ανάγκη να ακολουθηθεί η οικοδομική γραμμή του περιβάλλοντα αστικού χώρου καθώς και η λειτουργικότερη διαμόρφωση του εσωτερικού οδήγησαν σε λιγότερο συμμετρική διάταξη. Παρ'όλα αυτά το τελικό αποτέλεσμα παραμένει ιδιαίτερα αρμονικό. Το κτίριο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί νεοκλασικό λόγω των αρμονικών γεωμετρικών χαράξεων και της τριπλής διάθρωσης των όψεων με βάση, κορμό και στέψη , ωστόσο η πιο ελεύθερη αντιμετώπιση των ρυθμών (τόσκανο-δωρικοί κίονες με ιωνικό θριγκό για παράδειγμα) καθώς και το χαρακτηριστικό πρόπυλο συμβάλλουν ώστε να συμπεριληφθεί το έργο σε αυτά του εκλεκτικιστικού κινήματος.

Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού/Υπουργείο Εξωτερικών

Το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού βρίσκεται στη συμβολή της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας και της οδού Ζαλοκώστα, απέναντι από τη βόρεια πλευρά της Βουλής των Ελλήνων. Σήμερα στεγάζει την έδρα του Υπουργείου Εξωτερικών. Ανήκε στον εύπορο ομογενή τραπεζίτη από την Κωνσταντινούπολη Ανδρέα Συγγρό, ο οποίος όταν αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα το 1871 αγόρασε το συγκεκριμένο οικόπεδο προκειμένου να κτίσει την οικία του.

Το νεοκλασικό μέγαρο οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1872-1873 σε σχέδια του Τσίλερ που όμως τροποποιήθηκαν από τον ίδιο τον Συγγρό ο οποίος αργότερα αναφέρει πως η παρέμβασε αυτή στέρησε από το οικοδόμημα.

 

 

Πηγή: anaskaptontas.blogspot.com

TAGS