0
SHARES

H Ιρανό-Καναδή φωτογράφος Kiana Hayeri πέρασε δύο ολόκληρες εβδομάδες στις γυναικείες φυλακές της πόλης Χεράτ του Αφγανιστάν, μιλώντας και γνωρίζοντας καλύτερα τις 119 τρόφιμες που ζουν εκεί εδώ και μερικά χρόνια. 119 γυναίκες, αρκετές με τα μικρά παιδιά τους, τα οποία δεν έχουν δει ποτέ τον κόσμο έξω από τους τοίχους αυτού του γκρίζου σωφρονιστικού ιδρύματος. 

Στη φωτογραφικό ρεπορτάζ της στους New York Times η Hayeri αφηγείται με γλαφυρό τρόπο την πρώτη γνωριμία της με αυτές τις γυναίκες, τις βασανισμένες, κακοποιημένες γυναίκες του Αφγανιστάν, σε μία χώρα όπου η βία κατά των γυναικών είναι κάτι τόσο κοινό και συνηθισμένο που το 90% δηλώνει πώς έχει υποστεί κάποιας μορφής ενδοοικογενειακή βία (είτε σωματική, είτε λεκτική, είτε ψυχολογική) στον γάμο του, αλλά και στο σπίτι των γονιών τους. 

Τι συμβαίνει, λοιπόν, πίσω από τα κάγκελα της γυναικείας φυλακής στη Χεράτ; Η ζωή συνεχίζεται κανονικά, ακριβώς από το σημείο που σταμάτησε πριν από την ημέρα που οι γυναίκες αυτές, οι περισσότερες δεν έχουν συμπληρώσει καλά-καλά τα 25  τους χρόνια, αποφάσισαν ότι δεν αντέχουν άλλο πια και δοφόνησαν τους συζύγους-τύρρανους τους. Οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με χαλιά, τα κρεβάτια είναι στρωμένα όπως θα ήταν σε κάθε συνηθισμένο σπιτικό, τα παιδιά παίζουν ολόγυρα, μία μητέρα κάνει μπάνιο το μωρό της σε μία πλαστική λεκάνη. Υπάρχει ακόμα και ομάδα βόλεϊ, κουζίνα, αυτοσχέδιο σαλόνι. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτό το μέρος δεν απέχει αληθινά πολύ από ένα υγιές σπίτι όπου μία υγιής οικογένεια μεγαλώνει τα παιδιά της.

Στη φωτογραφικό ρεπορτάζ της στους New York Times η Hayeri αφηγείται με γλαφυρό τρόπο την πρώτη γνωριμία της με αυτές τις γυναίκες, τις βασανισμένες, κακοποιημένες γυναίκες του Αφγανιστάν.

Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και πολύ σκοτάδι. Μπορείς να το δεις να κρύβεται πίσω από τις στοργικές αγκαλιές που κάνουν στα μικρά παιδιά τους, τα οποία αναγκάστηκαν να πάρουν μαζί τους γιατί δεν υπήρχε κανείς έξω από τη φυλακή να αναλάβει τη φροντίδα τους. Το διακρίνεις να φωλιάζει κάτω από τις κατσαρόλες που ζεσταίνουν το μεσημεριανό φαγητό, στα μουδιασμένα χαμόγελα στα πρόσωπά τους. Είναι ο φόβος και ο πόνος 119 γυναικών που έφτασαν στο απελπιστικό σημείο να σκοτώσουν τους συζύγους τους γιατί η ισόβια ζωή στη φυλακή με μία ανθρωποκτονία από πρόθεση να βαραίνει για πάντα τις πλάτες τους έμοιαζε πολύ πιο δελεαστική και ειρηνική από την προηγούμενη καθημερινότητα τους.

Για την Hayeri το να καταφέρει να μπει στον κόσμο των γυναικείων φυλακών του Αφγανιστάν δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση. Στην αρχή ένας άντρας φύλακας την ακολουθούσε παντού και ήταν απαραίτητο να κερδίσει την εμπιστοσύνη των γυναικών ώστε να μπορέσει να «εισέλθει» στον κόσμο τους και στις σκέψεις τους. «Όπως συμβαίνει κάθε φορά, με όλα τα ρεπορτάζ, ο χρόνος κερδίζει την εμπιστοσύνη και η εμπιστοσύνη κερδίζει την οικειότητα και τελικά την πολυπόθητη πρόσβαση», λέει η ίδια. Έτσι σταδιακά η μάχημη φωτορεπόρτερ κατάφερει να κάνει τις περισσότερες γυναίκες να μιλήσουν και να της ανοιχτούν. Να της εξηγήσουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες πήραν την απόφαση να δολοφονήσουν τους συζύγους τους για να ζήσουν μία πιο ελεύθερη ζωή φυλακισμένες. «Σιγά-σιγά δημιούργησα φιλίες μέσα στη φυλακή. Στο ξεκίνημα της γνωριμίας μας ήταν καχύποπτες απέναντι μου. Σταδιακά όμως κατάλαβαν ότι τις κατανοώ και ότι είμαι με το μέρος τους. Μου είπαν ιστορίες, μία φορά, μάλιστα, έπαιξα κι εγώ βόλεϊ μαζί τους».

Αν ρωτήσεις την Hayeri τι είναι αυτό που οι γεμάτες ένταση εικόνες της από τις φυλακές αδυνατούν να αντικατοπρίσουν εκείνη απαντά με σιγουριά: Η μυρωδιά: «Κάθε κελί μύριζε διαφορετικά, ανάλογα με την  υγιεινή της κάθε κρατούμενης. Ωστόσο παντού η υπάρχει μία βαριά, δυσάρεστη ατμόσφαιρα». Παρόλα αυτά η ρεπόρτερ εξηγεί ότι οι γυναικείες φυλακές της Χεράτ είναι οι πιο καλοσυντηρημένες ολόκληρης της χώρας, αφού σε άλλα μέρη οι συνθήκες είναι πραγματικά άγριες και δυσβάσταχτες.

 

«Όπως συμβαίνει κάθε φορά, με όλα τα ρεπορτάζ, ο χρόνος κερδίζει την εμπιστοσύνη και η εμπιστοσύνη κερδίζει την οικειότητα και τελικά την πολυπόθητη πρόσβαση».

Τι είναι, όμως, αυτό που δίνει βαθύ, αληθινό νόημα στις ζωές αυτών των γυναικών, τι τους δίνει τη δύναμη να συνεχίζουν κάθε μέρα να κοπιάζουν, να αντέχουν, να μεγαλώνουν με στοργή τα παιδιά τους; Είναι η πεποίθηση, η βεβαιότητα ότι η νέα τους ζωή είναι κατά πολύ καλύτερη από την παλιά, η σιγουριά ότι μακριά από τα χέρια των βίαιων αντρών τους θα ζήσουν αληθινά ελεύθερες ακόμα κι αν είναι φυλακισμένες, Αλλά και κάτι ακόμα. Η ελπίδα για το μέλλον. Όχι το δικό τους, αλλά των παιδιών τους που ίσως καταφέρουν να κερδίσουν ένα καλύτερο αύριο.

Μία γυναίκα, η Foroozan, μιλάει με τεράστια συγκίνηση για τα τρία παιδιά της. Για τον γιο της που πήγε με τα πόδια στη Γερμανία, σπούδασε και τώρα εργάζεται και για τις δύο κόρες της που διαπρέπουν στο σχολείο, παρόλο που ζουν σε ορφανοτροφείο -μία μάλιστα πήρε και υποτροφία πρόσφατα. Για αυτά τα παιδιά τα έκαναν όλα, για τα δικά τους παιδικά αθώα μάτια, για το δικαίωμα τους στην μόρφωση, τα όνειρα, στην ειρηνική καθημερινότητα, για να μην γίνουν κι εκείνα ίσα με την απάνθρωπη βιαιότητα εκείνης της χώρας. Για να ζήσουν αυτά τη ζωή που εκείνες δεν μπόρεσαν ούτε για μία στιγμή να ζήσουν.

Δείτε το βίντεο.

Με πληροφορίες από τους New York Times

Φωτογραφίες: New York Times

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS