0
SHARES

Οι μεγάλες, γυναικείες φωνές της ελληνικής λογοτεχνίας ακούγονται πιο έντονες, πιο καθαρές σήμερα, στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου, αποδεικνύοντας πως στέκονται δυνατά και επάξια δίπλα στις λαμπέρες πένες των σπουδαίων αντρών της ελληνικής ποιητικής δημιουργίας. 

Η κάθε μία προσεγγίζει το συγγραφικό της έργο από μία πολύ διαφορετική αφετηρία όμως η ένταση πίσω από τις λέξεις παραμένει για όλες το ίδιο ζωντανή, το ίδιο καθηλωτική, το ίδιο συγκινησιακά φορτισμένη παρά τον ένα περίπου αιώνα που έχει κυλήσει από την πρώτη φορά που αυτά τα ποίημα είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας.

 

Μαρία Πολυδούρη


Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε την πρωταπριλιά του 1902 στην Καλαμάτα. 28 χρόνια αργότερα, αφού διήνυσε τη ζωή με την ταχύτητα της φωτιάς, έχοντας ζήσει μια συναρπαστική, δύσκολη και ασυμβίβαστη ζωή, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Σωτηρία. Η Πολυδούρη  χάνει -μέσα σε 40 μέρες- και τους δυο γονείς της, στα 18 της, ένα γεγονός που την συνταράσσει αλλά και την απελευθερώνει την ίδια στιγμή. Παίρνει μετάθεση για την Αθήνα, ως υπάλληλος της Νομαρχίας και συνδέεται με τη λογοτεχνική σκηνή της εποχής της. Η Πολυδούρη ζει ελεύθερα και έξω από τις συμβάσεις, η ζωή της θεωρείται ακόλαστη και προκλητική. Συνδέεται με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, με έναν έρωτα που τροφοδότησε πολλές υποθέσεις. Ένα έρωτα ανεκπλήρωτο, αφού ο Καρυωτάκης, ο οποίος έχει μάθει ότι πάσχει από σύφιλη, της ανακοινώνει ότι δε θέλει να την παντρευτεί. Η Πολυδούρη καταρρέει, κάνει έναν αποτυχημένο αρραβώνα, φεύγει για το Παρίσι, όπου ζει δύσκολα και φτωχικά και επιστρέφει άρρωστη με φυματίωση στην Ελλάδα. Εισάγεται στο Νοσοκομείο Σωτηρία. Εκεί, στην τρίτη θέση απόρων βρίσκεται μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο που νοσηλεύεται για τον ίδιο λόγο και για τον όποιον η Πολυδούρη γράφει το «Βαριά Καρδιά». Τον Ιούλιο του ίδιου έτους μαθαίνει τα νέα για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Η Πολυδούρη αργοπεθαίνει φτωχή και μόνη. 

Μόνο γιατί μ' ἀγάπησες


Δέν τραγουδῶ, παρά γιατί μ' ἀγάπησες
στά περασμένα χρόνια.
Καί σέ ἥλιο, σέ καλοκαιριοῦ προμάντεμα
καί σέ βροχή, σέ χιόνια,
δέν τραγουδῶ παρά γιατί μ' ἀγάπησες.
Μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου
μιά νύχτα καί μέ φίλησες στό στόμα,
μόνο γι' αὐτό εἶμαι ὡραία σάν κρίνο ὁλάνοιχτο
κι ἔχω ἕνα ρῖγος στήν ψυχή μου ἀκόμα,
μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου.
Μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν
μέ τήν ψυχή στό βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα τό ὑπέρτατο
τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν.
Μόνο γιατί μ' ἀγάπησες γεννήθηκα
γι' αὐτό ἡ ζωή μου ἐδόθη
στήν ἄχαρη ζωή τήν ἀνεκπλήρωτη
μένα ἡ ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' ἀγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ' ἀγάπησες
ἔζησα, νά πληθαίνω
τά ὀνείρατά σου, ὡραῖε, πού βασίλεψες
κι ἔτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ' ἀγάπησες.


Μάτση Χατζηλαζάρου


Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914 και είναι η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια ποιήτρια. Η οικογένειά της ταξίδευε για πολλά χρόνια στην Ευρώπη πριν μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα. Μετά από δυο διαζύγια και τον επίπονο θάνατο των γονιών της, ζήτησε βοήθεια από τον ψυχαναλυτή και ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Ξεκίνησε μεταξύ τους ένας θυελλώδης έρωτας. Ο Εμπειρίκος την μύησε στην ποίηση και η Χατζηλαζάρου εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή το 1944. Τα ποιήματά της αντικατοπτρίζουν τα πάθη του έρωτα, μέσα από της προσωπικές της εμπειρίες και κινούνται σε δυο άξονες, αυτόν του απόλυτου έρωτα και αυτό του απόλυτου θρήνου για την απώλειά του. Η πολυτάραχη προσωπική ζωή της κινήθηκε ενάντια στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής και εκφράστηκε με πρωτόγνωρη λογοτεχνική ελευθερία.

Στην Σ.Χ. (από την συλλογή ΜΑΗΣ ΙΟΥΝΗΣ ΚΑΙ ΝΟΕΜΒΡΗΣ)


Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο-ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου-ίσως τη δούνε, ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι-τότε ίσως του δοθούνε,
ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα την φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
μου’φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιάν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να’ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή
Έρωτα, Έρωτα.


Μυρτιώτισσα


Λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1885. Από μικρή αγαπούσε το θέατρο και είχε αποφασίσει να αφοσιωθεί σ’ αυτό, παρά τις έντονες αντιδράσεις της οικογένειάς της. Μετά τον γάμο της με τον Σπυρίδωνα Παππά, εγκαταστάθηκε μαζί του στο Παρίσι και αποφάσισε να συνεχίσει τις δραματικές σπουδές της. Ο γάμος της κράτησε για λίγα χρόνια. Η σχέση της με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη υπήρξε καθοριστική για τη στροφή της στην ποίηση. Μετά τον θάνατό του στους Βαλκανικούς Πολέμους, η Μυρτιώτισσα αποφάσισε να στραφεί στην ποίηση για να εκφράσει τον πόνο της. Σημαντική για την ποιητική της πορεία στάθηκε και η φιλική της σχέση με τον Κωστη Παλαμά. Τα ποιήματά της είναι αμιγώς ερωτικά, διαπνέονται από έντονο λυρισμό και εξερευνούν τον θάνατο και τον θρήνο του από την πλευρά της γυναίκας που υφίσταται αυτόνομη, χωρίς να ετεροπροσδιορίζεται από το ανδρικό φύλο.

Σ’ αγαπώ


Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου

Τα δυο χέρια μου, να…
Στα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι

Ω μελίσσι μου, πιες
Απ’ αυτόν τις γλυκές
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!

Σ’ αγαπώ τι μπορώ
Ακριβέ να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Είναι πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της. Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσιεύει στο περιοδικό Καινούργια εποχή το ποιήμα της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή της Καινούργιας εποχής γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!». Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόληση της με την ποίηση και τη μετάφραση. Όπως αναφέρει και η ίδια ήταν μεγάλη η είσοδος της στην ποίηση. Άρθρα για την ποίηση και την μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Για εκείνη στόχος στην ποίηση δεν υπάρχει. Το μόνο που μπορεί να δεχτεί είναι το ερέθισμα, αυτό που λέμε έμπνευση. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες.

Πάει και το φεγγάρι

Το φεγγάρι, το φεγγάρι

τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου

στην κοιλιά, γι’αυτό δεν το κοιτάζω πια

το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.

Το φεγγάρι βγάζει τώρα

ένα χλωμό, υποτονικό φως

που μονότονα λούζει και θυμίζει

άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα

μεγάλωνε το δρεπάνι

μαζί με τον πόθο

μαζί με την ιδέα της πληρότητας.

Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε

και συ στα βότσαλα υγρή

θαρρούσες πως είχες συλλάβει

το νόημα της δημιουργίας.

Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική

όπου κανένας ήλιος κοφτερός

δε θα διέκοπτε το ποίημα

αφού του φεγγαριού το φως

φως ασημένιο

πιο ερωτικά σε άγγιζε

απ’το χρυσό της μέρας.

Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,

πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα

για πάντα…Αλλά,

Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι

 

 

TAGS