Κοντεύουμε να κλείσουμε έναν χρόνο πανδημίας και έχουμε σχεδόν ξεχάσει πώς ήταν η ζωή μας πριν από το φόβο και τους υγειονομικούς περιορισμούς. Πιο έντονα από άλλους το συνειδητοποιούν όσοι ταξιδεύουν σε μέρη του κόσμου όπου παραμένει, ή έχει επιστρέψει, μια αίσθηση κανονικότητας. Όπως μια Βρετανίδα, η Έλεν Χαντ, που λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, όταν τα κρούσματα στο Λονδίνο άρχισαν να αυξάνονται, μετακόμισε στη Νέα Ζηλανδία. Πρόσφατα μοιράστηκε με τον «Guardian» τη συγκλονιστική μαρτυρία της, μια υπενθύμιση της ζωής μέχρι το 2019 και των τρόπων με τους οποίους η πανδημία έχει επηρεάσει την ψυχολογία μας, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούμε.

Μεταξύ άλλων, η Χαντ έγραψε λοιπόν:

«Πώς μπορεί αυτό το μέρος -όπου μπορείς να αγκαλιάσεις τους γονείς σου, να βγεις σε μπαρ με τους φίλους σου, να ζήσεις τη ζωή σου περίπου όπως το 2019- να απέχει μόνο ένα αεροπορικό ταξίδι από εκείνο που άφησα πίσω;».

«Πώς μπορεί αυτό το μέρος -όπου μπορείς να αγκαλιάσεις τους γονείς σου, να βγεις σε μπαρ με τους φίλους σου, να ζήσεις τη ζωή σου περίπου όπως το 2019- να απέχει μόνο ένα αεροπορικό ταξίδι από εκείνο που άφησα πίσω;».

Η Χαντ ζούσε στο Λονδίνο από το 2017, όπως πρόσθεσε και αποφάσισε, ενόψει ενός ακόμη lockdown χωρίς ημερομηνία λήξης, να επιστρέψει στη Νέα Ζηλανδία. «Σε κάθε στάση του ταξιδιού μου προς το Όκλαντ, όπου μέσα σε 24 ώρες άλλαξα τρεις πτήσεις, το κινητό μου φωτιζόταν διαρκώς με ειδοποιήσεις για την κατάσταση από την οποία είχα δραπετεύσει, που επιδεινωνόταν διαρκώς. Δύο εβδομάδες μετά, βγήκα από την καραντίνα στη Νέα Ζηλανδία, όπου από το Νοέμβριο δεν έχουν εγχώρια κρούσματα. Μέσα από το ξενοδοχείο, ένιωσα να ξεγλιστράω σε έναν άλλο κόσμο.

»Η αίσθηση κανονικότητας ήταν σουρεαλιστική. Έκανα βόλτες στη γενέτειρα των γονιών μου γεμάτη σιωπηλό δέος και μάτια διάπλατα ανοιχτά ενώ έβλεπα αγνώστους μαζεμένους γύρω από τα τραπέζια των καφέ, να συζητούν χαλαρά για ασήμαντα θέματα. Ακόμα και η ομορφιά του φυσικού τοπίου – στην οποία, ως Νεοζηλανδός, μπορεί να αποκτήσεις ανοσία- έμοιαζε εξωπραγματική, αφού είχα περάσει σχεδόν έναν χρόνο κλεισμένη στο διαμέρισμα μου στο Λονδίνο. […] Σε μια πεζοπορία με φίλους δεν σταμάτησα να σχολιάζω τα αρώματα των φυτών, παίρνοντας βαθιές, άπληστες ανάσες. Οι μάσκες μου παρέμεναν κλεισμένες στη βαλίτσα μου. Κοιτούσα αγνώστους κατάματα και τους χαμογελούσα αυθόρμητα.

«Σε μια πεζοπορία με φίλους δεν σταμάτησα να σχολιάζω τα αρώματα των φυτών, παίρνοντας βαθιές, άπληστες ανάσες. Οι μάσκες μου παρέμεναν κλεισμένες στη βαλίτσα μου. Κοιτούσα αγνώστους κατάματα και τους χαμογελούσα αυθόρμητα»

»Αλλά υπήρξε και μια περίοδος προσαρμογής. Στην αρχή, ένιωθα μια ένταση όταν βρισκόμουν ανάμεσα σε κόσμο. Κάθε φορά που με πλησίαζε κάποιος άγνωστος, απομακρυνόμουν. Στο Λονδίνο, αυτή η χειρονομία θα ήταν εύλογη. Στη Νέα Ζηλανδία, έμοιαζε αγενής. Ενώ νόμιζα ότι είχα διαχειριστεί σχετικά καλά την κατάσταση το 2020, ήταν μόνο όταν ένιωσα γεμάτη χαρά, άνετη και ασφαλής που συνειδητοποίησα τη διαβρωτική, καταθλιπτική επίδραση που μου είχε ασκήσει η πανδημία. Κάποιες φορές, σε ένα εμπορικό κέντρο ή ένα καφέ γεμάτο κόσμο, με κυρίευε αναπάντεχα το άγχος, φτάνοντας ακόμα και στα δάκρυα – μια επιθυμία να φωνάξω στους αγνώστους: δεν ξέρετε πόσο τυχεροί είστε! Ωστόσο, περιορίστηκα στο να το λέω ξανά και ξανά στους γονείς και τους φίλους μου, με το αίσθημα επείγοντος μιας επιζήσασας – ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιούσα πως, φεύγοντας όταν είχα φύγει, είχα αποφύγει τα χειρότερα. […]

«Στην αρχή, ένιωθα μια ένταση όταν βρισκόμουν ανάμεσα σε κόσμο. Κάθε φορά που με πλησίαζε κάποιος άγνωστος, απομακρυνόμουν. Στο Λονδίνο, αυτή η χειρονομία θα ήταν εύλογη. Στη Νέα Ζηλανδία, έμοιαζε αγενής»

»Αδέσμευτη και αυτοαπασχολούμενη, με κάποιες αποταμιεύσεις στην άκρη, ήμουν σε θέση να οργανώσω την απόδρασή μου και την παραμονή τεσσάρων μηνών στη Νέα Ζηλανδία. Το ήξερα ότι ήμουν τυχερή, αλλά όχι πόσο: λίγες μόλις μέρες μετά την αναχώρησή μου από τη Βρετανία, η Νέα Ζηλανδία επέκτεινε την καραντίνα, σε όσους φτάνουν στη χώρα, στον έναν μήνα. […]

»Μεγαλώνοντας, με ενοχλούσε το πόσο απομονωμένη φαινόταν η Νέα Ζηλανδία από τον υπόλοιπο κόσμο. Τώρα, αυτό το γεγονός μοιάζει συναρπαστικό. Ενώ οι μεγάλες μητρόπολεις του κόσμου έχουν γονατίσει, η “ομάδα των πέντε εκατομμυρίων” της Τζασίντα Άρντερν στέκεται όρθια, τουλάχιστον για την ώρα. Παρόλο που η κυβέρνηση ζητά συμμόρφωση για να “μη σταματήσουμε το καλοκαίρι” και παρά τους αυστηρούς ελέγχους στα σύνορα, η υποτροπή θεωρείται αναπόφευκτη. Αυτή την εβδομάδα καταγράφηκαν τρία νέα κρούσματα.

«Μεγαλώνοντας, με ενοχλούσε το πόσο απομονωμένη φαινόταν η Νέα Ζηλανδία από τον υπόλοιπο κόσμο. Τώρα, αυτό το γεγονός μοιάζει συναρπαστικό. Ενώ οι μεγάλες μητρόπολεις του κόσμου έχουν γονατίσει, η “ομάδα των πέντε εκατομμυρίων” της Τζασίντα Άρντερν στέκεται όρθια»

»”Και αν όλοι όσοι βρίσκονται στη Νέα Ζηλανδία στη διάρκεια της COVID-19 έχουν χάσει τη στοιχειώδη ικανότητα να μπουν στη θέση εκείνων που ζουν εκτός;” αναρωτήθηκε πρόσφατα ένας φίλος στο Twitter, ποστάροντας ένα gif με κόσμο να χορεύει μέσα σε ένα καταφύγιο, αγνοώντας την Αποκάλυψη που συντελείται έξω. Στο μεταξύ, όσοι επιστρέψαμε πρόσφατα αναζητήσαμε ο ένας τον άλλο. Παρακολουθούμε, εμμονικά, τις ειδήσεις για την πανδημία. Μοιραζόμαστε σουρεαλιστικά σκίτσα κανονικότητας και εκφράζουμε την ενοχή που αισθανόμαστε, επειδή αναζητήσαμε μια σωσίβια λέμβο που άλλοι δεν έχουν στη διάθεσή τους – επειδή απολαμβάνουμε αυτό το ασταμάτητο καλοκαίρι, ενώ οι φίλοι μας δεν βλέπουν φως στον ορίζοντα. Οι φωτογραφίες και οι μαρτυρίες μας είναι ευχάριστος αντιπερισπασμός ή οδυνηρή υπενθύμιση;».

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

Φωτό:

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 


 

TAGS