0
SHARES

Από την Γιώτα Ομήρου

Το ραντεβού δόθηκε έξω από τον κινηματογράφο. «Πρέπει να δεις το Κορίτσι από τη Δανία για να καταλάβεις» επέμενε όταν της ζήτησα να συναντηθούμε. Η Αλεξία είχε δει την ταινία λίγες μέρες πριν, αλλά ήθελε να την ξαναδεί. Δεν ήταν τόσο οι ανάγκες της συνέντευξης όσο η δική της ανάγκη να αναβιώσει όσα έζησε πολλά χρόνια πίσω. Τότε που ως παιδί προσπαθούσε αγωνιωδώς να βρει την ταυτότητά της, αντικρίζοντας στον καθρέφτη μια εικόνα αναντίστοιχη με τα όνειρα και τις επιθυμίες της. Ο Έιναρ της Κοπεγχάγης του ’30 και ο Αλέξης της Αθήνας του ΄80. Η Δανέζα Λίλυ και η Ελληνίδα Αλεξία. Διεμφυλικές και οι δύο ή transgender, σύμφωνα με την επιστημονική ορολογία, αν και η Αλεξία δυσανασχετεί όταν αναφέρομαι σε αυτούς τους όρους – ισχυρίζεται πως έχει γίνει κακή χρήση τους όλα αυτά τα χρόνια.

Η Αλεξία στη Σίφνο, πριν την επέμβαση.

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ: Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

«Η ιστορία της Λίλυ Έλμπε, της πρώτης περίπτωσης ατόμου που, αν και γεννήθηκε με αντρικό κορμί, τόλμησε να προχωρήσει σε επεμβάσεις για να το εναρμονίσει με την ψυχή της, έχει πολλά κοινά με την δική μου, όπως τουλάχιστον περιγράφεται στην ταινία» είχε γράψει η Αλεξία Κολιοπούλου σε ανάρτησή της στο Facebook λίγες μέρες πριν. «Ήμουν 12 χρονών όταν είδα μια γειτόνισσά μου, μεγαλύτερη από μένα, να σιδερώνει ένα κατακόκκινο φουστάνι. “Τι όμορφο” σχολίασα, και εκείνη τότε με ρώτησε αν θέλω να μου το φορέσει. Συμφώνησα και μόλις με είδε, είπε: “Είσαι η Μιρέλλα». Η ταύτιση με την σκηνή όπου ο Έιναρ (σε μεγαλύτερη βέβαια ηλικία) φοράει την tutu και η μπαλαρίνα φίλη του λέει «είσαι η Λίλυ» είναι προφανής. Είχε τελικά δίκιο η Αλεξία που επέμενε να δω την ταινία για να καταλάβω. Για να καταλάβω, χρειαζόταν να αφήσω πίσω μου την καρικατούρα της drag queen ή της διεμφυλικής που εμπορεύεται την κραυγαλέα θηλυκότητά της στα πεζοδρόμια της Συγγρού. Χρειαζόταν να αποστασιοποιηθώ από τον αυστηρό διαχωρισμό «άντρας-γυναίκα» για να κατανοήσω τον άνθρωπο, όπως κι αν λέγεται αυτός: Έιναρ ή Λίλυ, Αλέξης ή Αλεξία…

«Από παιδί, μου άρεσε κρυφά να φοράω φουστάνια. Ήμουν ένα λεπτεπίλεπτο αγόρι, πολύ ντροπαλό. Ντρεπόμουν για τη διαφορετικότητά μου, είχα φοβερές ενοχές. Τα άλλα παιδιά δεν με έβλεπαν ισότιμα. Με έβλεπαν σαν “περίεργο”. Η μητέρα μου δεν είναι δυνατόν να μην είχε καταλάβει. Αργότερα δεν δέχτηκε ποτέ αυτό που ήμουν, μου έλεγε “μην κάνεις την επέμβαση. Θα πεθάνεις”. Ωστόσο, με αγαπούσε. Ο πατέρας μου αντίθετα ήταν ένας αυταρχικός, βάναυσος άνθρωπος, από αυτούς που δεν πρέπει να κάνουν παιδιά. Κακοποιούσε τη μητέρα μου… Εμένα ποτέ δεν με αγάπησε» λέει η Αλεξία μετά την ταινία, επιχειρώντας ένα flashback, που μάλλον τη δυσκολεύει.
Άλλωστε με πόσες και ποιες ακριβώς λέξεις μπορείς να απαντήσεις σε ένα στεγνό, σχεδόν ανακριτικό «πες μου για τα παιδικά σου χρόνια»; Πού θα βρεις τα χρώματα για να ζωγραφίσεις εικόνες όπως αυτές του Έιναρ, που ανακαλύπτει την αληθινή του φύση όταν για πρώτη φορά κάνει το γυναικείο μοντέλο για χάρη της ζωγράφου γυναίκας του; Ευτυχώς υπάρχει το δώρο του θεού, η τέχνη του κινηματογράφου, που σου δίνει να καταλάβεις με εικόνες, κινήσεις, μουσικές αυτό που δεν μπορούν οι κοινοί θνητοί να σου δώσουν με λόγια.
«Είδες τον τρόπο που ο Έιναρ χάιδευε το φόρεμα που του φόρεσαν; Ήταν σχεδόν ερωτικός. Το ίδιο νιώθω κι εγώ. Λατρεύω τα φορέματα. Δεν θέλω πια να φοράω τίποτα άλλο» μου λέει και ασυναίσθητα επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση: στρώνει με χάρη την άκρη του φουστανιού της, ενώ αλλάζει σταυροπόδι. Κοιτάζω τα λεπτά δάχτυλα με τα κόκκινα νύχια. Τα έντονα χείλη με το κόκκινο κραγιόν. Τα κόκκινα παπούτσια. Όλα αναφορές στο πρώτο της κόκκινο φουστάνι.
Με το ένα χέρι καπνίζει σουφρώνοντας τα χείλη όπως οι παλιές ντίβες της μεγάλης οθόνης και με το άλλο χαϊδεύει τρυφερά το φουστάνι της, τη σημαία της θηλυκότητάς της.

ΠΙΣΤΕΥΑ ΟΤΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΣΗ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΘΑ ΑΛΛΑΖΕ

«Δεν υπήρξα ποτέ ομοφυλόφιλος - όπως και η Λίλυ της ταινίας. Όσο για τις άλλες γυναίκες, ποτέ δεν τις είδα ανταγωνιστικά. Οι ομοφυλόφιλοι αποδέχονται το σώμα τους, βρίσκουν χαρά μέσα από αυτό. Εμένα μου προκαλούσε δυσφορία. Την πρώτη φορά που έκανα σεξ, στα 22 μου, ήταν τραυματική εμπειρία. Γιατί δεν μπορούσα να αποδεχτώ την ανατομία του σώματός μου και το γεγονός ότι ο άλλος με ήθελε με αυτήν. Τη λέξη ”πούστης” την άκουσα πρώτη φορά στα 13 μου, όταν χλεύαζαν έναν ομοφυλόφιλο συμμαθητή μας. Από τότε κομπλεξαρίστηκα φοβερά και κλείστηκα περισσότερο στον εαυτό μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προδοθώ. Αυτός άλλωστε ήταν κι ένας από τους λόγους που μεγαλώνοντας γράφτηκα στη Δραματική Σχολή. Ήθελα να μάθω να υποδύομαι τον άντρα. Να μάθω να παίζω καλά τον ρόλο του. Δεν τα κατάφερα».
Για την Αλεξία ο άντρας ήταν ρόλος. Ίσως όμως και η γυναίκα να ήταν ρόλος. Είχε κι έχει πάντα την αγωνία να μην προδοθεί, γι’ αυτό και η θηλυκότητά της φαίνεται σε κάποιους ακραία, επιτηδευμένη, υπερβολική. Γιατί για εκείνην, η γυναικεία φύση δεν της δωρίστηκε, έκανε αγώνα για να την κατακτήσει, επιστράτευσε πολύ κουράγιο για να πετάξει από πάνω της μια για πάντα το αντρικό «ρούχο», που από πολύ νωρίς το ένιωθε ξένο πάνω της.
«Ξεκίνησα να παίρνω ορμόνες σε σχετικά μεγάλη ηλικία. Στο μεταξύ, μάζευα λεφτά για να πάω στο Λονδίνο να κάνω την επέμβαση» θυμάται λίγο αργότερα ενώ πίνουμε ένα Prosecco. «Πώς μάζεψες τα λεφτά», τη ρωτάω. «Δεν πίστευα ποτέ ότι θα πέρναγα στην πορνεία. Αλλά πώς να την αποφύγεις; Ο πατέρας μου με είχε αποκληρώσει και δουλειά δεν βρίσκεις όταν τα χαρτιά σου δεν συμφωνούν με την εικόνα σου». Όσο για τις άλλες διεμφυλικές, ούτε σε αυτές βρήκε συμπαράσταση, κάτι που την έχει πληγώσει πολύ. «Ήταν φοβερά ανταγωνιστικό κι εχθρικό το περιβάλλον. Με κυνηγούσαν, απειλούσαν να με δείρουν».

 Όταν τελικά μάζεψε τα λεφτά για την επέμβαση, η μητέρα της βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο Αλτσχάιμερ για να μπορέσει να αντιδράσει. Ο πατέρας της είχε πεθάνει – έτσι κι αλλιώς, ουσιαστικά ήταν πάντα απών. Τι άλλαξε μετά την επέμβαση; Ήταν τόσο οδυνηρή όσο φανταζόμαστε;
«Παρά τον πόνο, η χαρά μου ήταν αφάνταστη. Δεν θα ξεχάσω την ανακούφιση που ένιωσα αντικρίζοντας στον καθρέφτη το νέο μου είδωλο. Στιγμή δεν το μετάνιωσα κι ας ήρθαν έπειτα απανωτές οι ματαιώσεις. Τουλάχιστον, η ηρωίδα της ταινίας, η Λίλυ, πέθανε νωρίς, πριν ζήσει όλα αυτά. Πίστευα ότι μετά την επέμβαση, η ζωή μου θα άλλαζε ριζικά. Κανείς όμως δεν με έβλεπε όπως εγώ είχα ονειρευτεί, μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες. Με ήθελαν μόνο για σεξ». Για να διασκεδάσω (μάλλον αποτυχημένα) την ατμόσφαιρα, της λέω πως αυτό είναι ένα κλασικό γυναικείο παράπονο – πιο γυναικείο δεν γίνεται. Γελάει βεβιασμένα, γενικά έχω την αίσθηση πως γελάει πιο δύσκολα από άλλους ανθρώπους, πως χαλαρώνει πιο δύσκολα. Έχει αγωνία να είναι αρεστή, αποδεκτή. Είναι ευγενική. Δεν θέλει με τίποτα να σε δυσαρεστήσει ή να σε προσβάλλει. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, στο πρόσωπο και στις κινήσεις της διαβάζεις όχι μόνο μια βαθιά εσωστρέφεια αλλά και μια ιδιότυπη συστολή.

Την περίοδο που γύρισε τις ΗΠΑ με ωτοστόπ, δουλεύοντας κατά καιρούς και ως οδηγός.

Ο ΓΑΜΟΣ, ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Ναι, η Αλεξία που πέρασε από δύσκολους και σκοτεινούς δρόμους, που έφτασε να γυρίσει απ’ άκρη σ’ άκρη τις Η.Π.Α. με ωτοστόπ, που γνώρισε πολλούς ιδανικούς κι ανάξιους εραστές, είναι συνεσταλμένη. Ονειρεύτηκε έρωτες, κοινωνικό κύκλο, φίλες που δεν θα ντρέπονται για εκείνην, με λίγα λόγια ονειρεύτηκε αποδοχή και αγάπη. Ονειρεύτηκε, αλλά η πραγματικότητα τη διέψευδε καθημερινά. Εκεί πάνω, σε ένα από τα χειρότερα αδιέξοδα της ζωής της, έχοντας χάσει τις τελευταίες της οικονομίες στο Χρηματιστήριο («μάζευα λεφτά για να αγοράσω ένα δικό μου σπίτι»), εμφανίστηκε ο άντρας που έμελλε να γίνει σύζυγός της. «Ένας σοβαρός, μορφωμένος άνθρωπος, δοτικός και τρυφερός, παρ΄ όλο που δεν εκδηλωνόταν συναισθηματικά». Δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας, αλλά ήταν ο άνθρωπος που την αποδέχτηκε και της χάρισε μια ήσυχη ασφαλή ζωή για 8 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που τον χτύπησε ο καρκίνος. Η Αλεξία μετά το θάνατό του, πέντε χρόνια πριν, έπεσε σε κατάθλιψη. Ξαφνικά είχε χάσει τον πατέρα που ποτέ δεν είχε αντιμέτωπη για μία ακόμη φορά με την μοναξιά που τη βασάνιζε από μικρό παιδί.
Το Facebook μπήκε στη ζωή της ακριβώς εκείνη τη δύσκολη περίοδο του πένθους. Η Αλεξία τότε ανακάλεσε την Μιρέλλα των παιδικών της χρόνων και για πρώτη φορά βρήκε το θάρρος να το χρησιμοποιήσει. Έτσι ως Μιρέλλα-Αλεξία πλέον, άρχισε να βρίσκει διέξοδο μέσα από τις αναρτήσεις της, επικοινωνώντας τις αλήθειες της με άγνωστους ανθρώπους που όχι μόνο δεν την κατέκριναν, αλλά αντίθετα την αποδέχονταν και την επιδοκίμαζαν με likes, σχόλια και μηνύματα. «Αρχικά, όλο αυτό το πάρε-δώσε στο Facebook μού έδωσε ξανά όρεξη για ζωή. Τώρα όμως πια νιώθω ώρες ώρες ότι δεν μου φτάνει. Θέλω να κάνω κάτι για να το αλλάξω όλο αυτό, να βρω και αληθινή ζωή. Ωστόσο, δεν μετανιώνω. Γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους εδώ μέσα». Είπαμε πολλά με την Αλεξία (χρειάστηκε εξάλλου να τη συναντήσω και δεύτερη φορά), όχι όμως τόσα ώστε να καταφέρω να μπω στη θέση της. Κανείς εξάλλου δεν μπορεί να χωρέσει στα παπούτσια του άλλου.
Αυτό που μου έμεινε είναι η ανάγκη της να την αποδέχονται, να την αντιμετωπίζουν ισότιμα. «Εσύ θα δεχόσουν να με παρουσιάσεις στην παρέα σου;» με ρώτησε καθώς έκλεινε το μπαρ και βγαίναμε προς την έξοδο. «Ναι, γιατί όχι;» της απάντησα, με δαγκωμένη άνεση. Σήμερα που το σκέφτομαι καλύτερα, καταλήγω πως αν η Αλεξία πάλεψε (ίσως και να παλεύει ακόμη) για να βρει και να αποδεχτεί πλήρως τον εαυτό της, άλλο τόσο οφείλουμε να παλέψουμε κι εμείς για να αποδεχτούμε όσους δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες με εμάς στο δύσκολο δρόμο του αυτοπροσδιορισμού. Όσους δεν γεννήθηκαν βέβαιοι για το φύλο που τους χάρισε η φύση, όσους χρειάστηκε να αγωνιστούν για να βρουν εκείνο που οι υπόλοιποι θεωρούμε αυτονόητο.
Ίσως τελικά από την εποχή που ο Δανός ζωγράφος έκανε την πρώτη εγχείρηση αλλαγής φύλου να μην έχουν αλλάξει σημαντικά πράγματα. Μπορεί κάποια στιγμή να αλλάξουν, τη στιγμή που θα φτάσουμε να αναγνωρίζουμε έμπρακτα ότι η Αλεξία νιώθει σαν κι εμάς παρόλο που γεννήθηκε διαφορετική από εμάς.

TAGS