Αλήθεια, πότε μεγαλώνει πραγματικά ένας άνθρωπος; Όταν τα κεράκια στην τούρτα γενεθλίων ξεπεράσουν έναν συγκεκριμένο αριθμό ή μήπως όταν αποφασίσει ο ίδιος ότι πλέον έχει έρθει η ώρα του να μεγαλώσει; Όταν κάνει συγκεκριμένες επιλογές στην προσωπική ή στην επαγγελματική του ζωή, όταν πάρει στεγαστικό δάνειο ή όταν του συμβεί κάτι αληθινά δραματικό που τον διαλύει, τον αναγκάζει να κατεβάσει το προσωπικό του «Εγώ» σε επίπεδα που μέχρι τότε δεν μπορούσε καν να φανταστεί οτι υπάρχουν; Όταν αποκτήσει ένα παιδί ή όταν χάσει κάποιον πολύ αγαπημένο; 

Στο «Αδελφικό», το νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως και μεταφράστριας Βάσιας Τζανακάρη, που κυκυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, όλα ξεκίνησαν την ημέρα που πέθανε ο Ντέιβιντ Μπόουι, αφήνοντας πίσω του χιλιάδες μικρόκοσμους υπό κατάρρευση. Λίγο καιρό μετά, σε ένα χωριό των Σερρών που ονομάζεται Αδελφικό συναντιούνται ο Γιώργος Μελισσινός, χειρουργός από τη Θεσσαλονίκη, που προσπαθεί να ξεπεράσει τον χαμό ενός ασθενή του, και η Μάρω Αμπατζή, διορθώτρια σε εφημερίδα, ανύπαντρη μητέρα ενός μωρού, η οποία επιστρέφει στον τόπο καταγωγής της όταν το διαμέρισμά της στην Αθήνα καταστρέφεται από πυρκαγιά. Οι δυο τους δοκιμάζονται με τις αναμνήσεις τους και με τη σύνδεση τους με το παρελθόν, αλλά και με τη δυνατότητα να κάνουν μία νέα αρχή στις ζωές τους, ενώ ο πόνος της απώλειας καραδοκεί. 

Στο δεύτερο μυθιστόρημα της (έχουν προηγηθεί δύο συλλογές διηγημάτων και ένα παιδικό βιβλίο)  η Σερραία Βάσια Τζανακάρη επιστρατεύει ένα από τα πιο δυνατά όπλα στη συγγραφή της φαρέτρα: την έντονη σύνδεση της με τη μουσική, αλλά και την ικανότητα της να ανακατεύει υπέροχα και καθόλου κουραστικά το παρελθόν με το παρόν, κάνοντας μας να συνειδητοποιήσουμε ξανά ότι σε αυτή τη ζωή είμαστε πάνω απ' όλα ένα συνονθύλευμα από τα απομεινάρια του χθες που κουβαλάμε μέσα μας. Εκτός από αυτό, όμως, είμαστε και όλα εκείνα που αγαπάμε τόσο πολύ όσο και την ίδια μας τη ζωή.

Και η Βάσια Τζαναράκη αγαπάει τον Νικ Κέιβ, τον Μπόουι, τις μέρες της Θεσσαλονίκη, το Berlin, τον γιο της, τη μετάφραση και τόσα ακόμα που παίζουν τελικά τον δικό τους, ξεχωριστό ρόλο στη δημιουργία ενός πέρα ως πέρα απολαυστικού και βαθιά ρεαλιστικού βιβλιού. 

-Πώς γεννήθηκαν μέσα στο μυαλό σου ο «Μελισσινός» και η «Μάρω»;

Ο Μελισσινός προέκυψε όταν διάβασα την ιστορία του θανάτου του Τάσου Λειβαδίτη και του γιατρού που τον χειρούργησε. Σκεφτόμουν το βάρος αυτής της ευθύνης, όχι μόνο να αναλάβεις να σώσεις τη ζωή ενός ανθρώπου όπως ως γιατρός έχεις κάνει τόσες και τόσες φορές, αλλά κι ενός τόσο σημαντικού δημιουργού. Η Μάρω γεννήθηκε από μια δική μου ανάγκη φυγής, είναι μια ηρωίδα που νιώθει «αποδημητική», κάποιοι άνθρωποι απλώς θέλουν να φεύγουν, λέει. Προσωποποίησε αυτή την ανάγκη.

-Θα ήθελες να μας πεις μερικά λόγια γι’ αυτό το τόσο γοητευτικό χωριό στις Σέρρες με το ελκυστικό όνομα «Αδελφικό»; Ποια είναι η δική σου σύνδεση με τον συγκεκριμένο τόπο;

Το Αδελφικό είναι ένα χωριό των Σερρών. Είναι ο τόπος καταγωγής ενός ποιητή που έχασε πολύ νέος τη ζωή του κι υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού του πατέρα μου, του ΓΙΑΤΙ. Είχα στα χέρια μου κείμενά του και για κάποιο λόγο πάντα ήθελα να κάνω κάτι με όλη αυτή την ιστορία. Πράγματι φυτρώνουν λωτοί στις αυλές των σπιτιών και αυτό ήταν το έναυσμα για να γράψω αυτή την ιστορία για ένα χωριό που σε κάνει να ξεχνάς τα βάσανά σου και να ξεκινάς απ’ την αρχή.

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος.

-Η ιστορία των δύο αυτών ανθρώπων που συναντιούνται τυχαία σε ένα μικρό χωριό των Σερρών είναι πάνω απ’ όλα μία ιστορία απότομης ενηλικίωσης. Κατά τη δική σου άποψη πότε στα αλήθεια ενηλικιωνόμαστε οι άνθρωποι; Υπάρχει κάποιο κομβικό σημείο στις ζωές μας που μας ωθεί ή αναγκάζει να αφήσουμε πίσω την παιδική ηλικία;

Υπάρχουν συλλογικά γεγονότα (μια κρίση, μια πανδημία) που μας αναγκάζουν να ενηλικιωθούμε και μεμονωμένα και ως κοινωνία και υπάρχουν και ατομικά γεγονότα (μια γέννηση, ένας χωρισμός) τα οποία επίσης λειτουργούν καταλυτικά. Σε κάθε περίπτωση, η ενηλικίωση είναι κάτι βίαιο.

«Η Μάρω γεννήθηκε από μια δική μου ανάγκη φυγής, είναι μια ηρωίδα που νιώθει «αποδημητική», κάποιοι άνθρωποι απλώς θέλουν να φεύγουν, λέει. Προσωποποίησε αυτή την ανάγκη».

-Ο Διονύσης Σαββόπουλος έχει πει «Ίσως σας φαίνεται τρελό μα έβαλα ωράριο εργασίας όπως κάνουν όλοι οι συνάδελφοι με πείρα/Συγγνώμη που τους αποπήρα». Εσύ πόσο αισθάνεσαι ότι εφαρμόζεται το παραπάνω στη δουλειά ενός καλού συγγραφέα και κατ’επέκταση στη δική δουλειά;

Αν τα αφήνεις όλα στο χαλαρό και περιμένεις την έμπνευση, δεν πρόκειται να γράψεις ποτέ. Θέλει αποφασιστικότητα και όχι ακριβώς πρόγραμμα, αλλά να φροντίζεις να κάνεις λίγο χώρο ανάμεσα στις υπόλοιπες υποχρεώσεις.

-Περιέγραψε μας μία τυπική ημέρα μέσα στην οποία πρέπει να είσαι ταυτόχρονα και μητέρα και συγγραφέας και μεταφράστρια και σύντροφος.

Ξυπνάω στις 7, στέλνω τον γιο μου στο σχολείο, πίνω καφέ, ξεκινάω να μεταφράζω, σταματάω αργά το μεσημέρι για να πάρω τον μικρό, επιστροφή, μαγείρεμα, φαγητό, δουλειές, ξανά μετάφραση, λίγο διάβασμα, ύπνος. Ευτυχώς σε αυτή τη φάση δεν γράφω καθόλου γιατί δεν ξέρω πού θα το στρίμωχνα κι αυτό. Το μυθιστόρημα θέλει αφοσίωση, είναι full-time job κι όταν ήδη έχεις μία, είναι πολύ δύσκολο το να βρεις χρόνο.

Αν τα αφήνεις όλα στο χαλαρό και περιμένεις την έμπνευση, δεν πρόκειται να γράψεις ποτέ.

-Η μητρότητα παρουσιάζεται στο βιβλίο με τρόπο ειλικρινή και καθόλου εξιδανικευμένο. Ήταν σκόπιμο;

Και ναι και όχι, με την έννοια ότι, ναι, φυσικά ήθελα να δείξω πόσο σαρωτική είναι η αλλαγή που συντελείται όταν γίνεσαι μητέρα αλλά και όχι, δεν ήταν εσκεμμένο, γιατί έτσι είναι τα πράγματα, η αρχή είναι δύσκολη κι είναι πολύ σκληρό και επώδυνο να χάνεις τον εαυτό σου.

-Σε ποια σημεία θεωρείς ότι η μετάφραση συναντά τη συγγραφή ενός βιβλίου και κατά πόσο τελικά αλληλοσυμπληρώνουν το ένα το άλλο;

Η μετάφραση είναι δημιουργία, είναι εν μέρει συγγραφή, φτιάχνεις ένα κείμενο, παραμένοντας φυσικά πιστός στα νοήματα και το ύφος του συγγραφέα. Είναι μια διαρκής τριβή με τη γλώσσα οπότε ίσως να κάνει καλό. Από την άλλη είναι λίγο μπλέξιμο να μεταφράζεις και να γράφεις ταυτόχρονα, το δικό σου ύφος «αντενεργεί» με το ύφος του συγγραφέα. Για να ολοκληρώσω πάντως το Αδελφικό απείχα από τη μετάφραση για αρκετό διάστημα.

-Πώς ξεκινάει για σένα η διαδικασία συγγραφής ενός βιβλίου και πώς ολοκληρώνεται;

Για κάθε βιβλίο είναι διαφορετικά. Κι έχει να κάνει και με το είδος, η φόρμα σε οδηγεί. Ξεκινάς με μια εικόνα, μια σκέψη, ίσως έχεις μια βασική ιδέα στο μυαλό σου ή έναν ήρωα. Για κάθε συγγραφέα ο τρόπος είναι διαφορετικός. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με πολλές πολλές διορθώσεις.

-Eσύ τι ακριβώς έκανες το πρωινό που μάθαμε ότι πέθανε ο Ντέιβιντ Μπόουι;

Ήμουν στην κουζίνα κι εγώ, σαν τη Μάρω, κάτι ετοίμαζα, και τηλεφώνησα αμέσως στον κολλητό μου τον Δημήτρη στις Σέρρες που ήταν τεράστιος fan.

«Ήθελα να δείξω πόσο σαρωτική είναι η αλλαγή που συντελείται όταν γίνεσαι μητέρα αλλά και όχι, δεν ήταν εσκεμμένο, γιατί έτσι είναι τα πράγματα, η αρχή είναι δύσκολη κι είναι πολύ σκληρό και επώδυνο να χάνεις τον εαυτό σου».

-Θεσσαλονίκη δεκαετία του ’90. Θα ήθελες να μας αφηγηθείς την πιο τρελή βραδιά που θυμάσαι μέσα σε ένα από τα πιο ιστορικά στέκια της πόλης, το Berlin;

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια βραδιά, δεν θα ξεχάσω ποτέ όμως πώς ήταν να ανοίγεις την πόρτα του Berlin και να νιώθεις ότι άνοιγες την πόρτα του κόσμου όπου ήθελες να ζεις, έναν κόσμο με μουσική, ρυθμό, ατμόσφαιρα.

Είναι λίγο μπλέξιμο να μεταφράζεις και να γράφεις ταυτόχρονα, το δικό σου ύφος «αντενεργεί» με το ύφος του συγγραφέα.

-Τι θα ήθελες ιδανικά να αισθανθεί ένας αναγνώστης που μόλις έχει ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου σου;

Θα ήθελα να νιώσει ότι δεν είναι μόνος σε όσα νιώθει και σκέφτεται.

-Ποιος είναι ο μουσικός που θεωρείς ότι σου «άλλαξε» τη ζωή;

Ο Νικ Κέιβ, ίσως επειδή ήταν η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με το ροκ, και ο κόσμος του μου μίλησε κατευθείαν, είναι ένας κόσμος ρομαντικός, δραματικός, υπερβολικός, σκοτεινός. και ακραίος. Δεν ξέρω γιατί αλλά έκανε την καρδιά μου να χτυπάει αλλιώς.

-Kαι ποιοι συγγραφείς σε καθόρισαν;

Ως παιδί αγαπούσα πολύ τη Ζωρζ Σαρή και την Άλκη Ζέη, στην εφηβεία μου τη γενιά του ‘30 αλλά και τον Γιάννη Ξανθούλη, την Ευγενία Φακίνου, τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, τον Τομ Ρόμπινς και τον Τζακ Κέρουακ, στα φοιτητικά χρόνια διάβασα πάρα πολλούς κλασικούς Βρετανούς και Αμερικανούς και στο πλαίσιο των σπουδών μου (αγγλική φιλολογία). Έπειτα αγάπησα τον Γονατά, τον Στάινμπεκ, τη Γουλφ, τον Σάλιντζερ, τον Σαχτούρη, την Πλαθ.

-Ποια είναι για σένα τα συστατικά ενός αληθινά ωραίου βιβλίου;

Ωραία και ακριβής γλώσσα, δυνατή πλοκή, συναίσθημα, ταύτιση.

-The Cure ή The Smiths;

Cure.

-Έρνεστ Χέμινγουεϊ ή Σκοτ Φιτζέραλντ;

Σκοτ Φιτζέραλντ.

-Πικάσο ή Νταλί;

Μπορώ να πω Βαν Γκογκ;

-Παρίσι ή Λονδίνο;

Λονδίνο.

-Σέρρες ή Αθήνα;

Και οι δύο.

*Το μυθιστόρημα της Βάσιας Τζανακάρη «Αδελφικό» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS