0
SHARES

Η Λίνα έχει ζωηρά, κόκκινα μαλλιά και σπαρταριστή γραφή. Καταπιάνεται με πολλά. Από ποίηση μέχρι ρεπορτάζ πόλης και από συνεντεύξεις μέχρι τις εκάστοτε τρέχουσες τάσεις. Είναι αυτό που -χάριν συντομίας- θα περιγράφαμε με τη φράση «παιδί της εποχής της».

Μια εποχή αλλόκοτη και νευρώδη, αλέγρα και ζοφερή. Μια εποχή που αλλάζει ταχύτατα και καινούργια ερωτήματα της ύπαρξης ξεπηδούν για να μπερδευτούν στη λίστα με τα ήδη αναπάντητα και θεμελιώδη: Πώς αποδομείς τον άλλον για να φτάσεις στον πυρήνα του; Μπορείς να αγοράσεις τους φρονιμίτες του και σε ποια τιμή; Ένα γλειφιτζούρι μπορεί να αποτελεί οικονομικό αντίτιμο;

Το πρώτο της βιβλίο, το Τέλος της Πείνας, ενδεχομένως να έχει όλες τις απαντήσεις. Εάν, φυσικά, αυτές υπάρχουν, τελικά.

-Ποιο είναι το στόρι του Τέλους της Πείνας;

Μια περίεργη σειρά συναλλαγών ξεκινά ανάμεσα στην άνεργη Έμμα και στον παλιατζή Σαν όταν η πρώτη πουλάει στον δεύτερο όργανα και κομμάτια του κορμιού της ενώ η σκιά ενός παλιού έρωτα πέφτει πάνω στη σχέση που δημιουργείται. Πώς αποδομείται το σώμα, η λογική και το συναίσθημα όταν δινόμαστε σε κάποιον; Υπάρχει αντίτιμο για τη χαρά του έρωτα; Πώς το ξεπληρώνουμε; Θα τη χαρακτήριζα ως μια ιστορία της διπλανής πόρτας με ισχυρές δόσεις παρανοϊκού ρομαντισμού.

-Δώσε μου μία περίληψη της ιστορίας σου. Από που έρχεσαι και που πηγαίνεις;

Έχω μεγαλώσει στην Κέρκυρα, μέχρι τα 19 μου χρόνια. Οι γονείς μου ζουν εκεί κι έτσι επιστρέφω συχνά. Η σχέση μου με την Κέρκυρα με έχει καθορίσει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στη ζωή μου. Για μένα η Κέρκυρα είναι ζωντανός οργανισμός∙ με τρέφει, με ταλαιπωρεί, με θεραπεύει. Καλύτερα όμως από μακριά. Οι τόσο έντονες σχέσεις δεν αντέχουν πολύ στην καθημερινότητα. Αγαπώ το Παγκράτι και το Μετς. Νομίζω πώς δε θα μπορούσα να ζήσω πουθενά αλλού στην Αθήνα. Εργάζομαι στην Popaganda, κυκλοφορώ πολύ στην πόλη, προσπαθώ να εκμεταλλεύομαι όσα μου προσφέρει. Δεν έχω ιδέα που πηγαίνω. Με ενδιαφέρει το παρόν, αναλογίζομαι το παρελθόν αλλά δεν το νοσταλγώ, σκέφτομαι το μέλλον αλλά αναγνωρίζω ότι δεν μπορώ να το προκαθορίσω, ίσως μόνο να το χτίσω κι αυτό πάλι σε κάποιο βαθμό.

«Δεν υπήρχε συγκεκριμένο ωράριο. Υπήρχαν ημέρες που δεν έγραφα τίποτα (αλλά το σκεφτόμουν διαρκώς) και άλλες που έκλεινα ώρες, με τα απαραίτητα διαλείμματα, μπροστά στην οθόνη».

-Είσαι μια πολυγραφότατη δημοσιογράφος. Τι σημαίνει το γράψιμο για σένα;

Ως δημοσιογράφος το να γράφω είναι η δουλειά μου. Μια δουλειά που επέλεξα και αγαπώ. Είναι μαρτύριο, νομίζω, να κάνεις επαγγελματικά κάτι που δεν σου αρέσει γιατί σκέψου πόσες ώρες της ημέρας εργαζόμαστε. Σχεδόν παρομοιάζω το να κάνω μια δουλειά που δεν γουστάρω με το να κοιμάμαι με έναν άνδρα που δεν επιθυμώ.

-Πόσο δύσκολο είναι να γράψει κάποιος ένα βιβλίο; Τι άλλο εκτός ικανότητα στη συγγραφή απαιτείται;

Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο, γενικώς. Για εμένα το πιο στρωτό κομμάτι ήταν αυτό της γραφής και το πιο απαιτητικό αυτό της σύνθεσης και της διόρθωσης. Διάβασα άπειρες φορές το βιβλίο, διόρθωνα, άλλαζα, πείραζα. Κυρίως με απασχόλησε το «μοντάζ», εννοώ δηλαδή ότι δε γράφτηκε όλη η ιστορία γραμμικά. Προχώρησα τόσο με τη λογική μου όσο και με το ένστικτο. Υπήρξαν ωστόσο κεφάλαια που γράφτηκαν με μια ανάσα και δεν τα πείραξα σχεδόν καθόλου. Νομίζω ότι απαιτείται αφοσίωση. Να σε απασχολεί η συγγραφή του βιβλίου σου όχι μόνο όταν επιδίδεσαι σε αυτήν αλλά και τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας. Κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι σου, δεν μπορείς να το βγάλεις από το μυαλό σου.

-Πες μου τρία βιβλία σύγχρονης λογοτεχνίας που σε έχουν αφήσει με το στόμα ανοιχτό.

«Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα», η συλλογή διηγημάτων του Πάνου Τσίρου που μου προκαλεί ταχυκαρδία κάθε φορά που τη διαβάζω. Το «Αμπερλουδαχαμίν», εκτενές ποίημα του Σαμσών Ρακά, του σημαντικότερου ποιητή της γενιάς μας. Τρίτο, «Τα μαλλιά του Φιν», της Εύας Στεφανή για το πηγαίο παράδοξο που αναβλύζουν.

-Πόσες ώρες την ημέρα δούλευες το βιβλίο σου και σε τι χρονικό διάστημα το ολοκλήρωσες;

Δεν υπήρχε συγκεκριμένο ωράριο. Υπήρχαν ημέρες που δεν έγραφα τίποτα (αλλά το σκεφτόμουν διαρκώς) και άλλες που έκλεινα ώρες, με τα απαραίτητα διαλείμματα, μπροστά στην οθόνη. Ξεκίνησα να γράφω τον Μάρτιο του 2014 και ολοκλήρωσα το πρώτο draft τον Αύγουστο του 2014. Το έπιασα όμως και το δούλεψα ξανά εντατικά από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου. Κι ακόμη μία φορά, στις αρχές του 2017 όπου μάλιστα άλλαξα και το τέλος. Ευτυχώς!

-Μία φράση του βιβλίου σου που σημαίνει πολλά για σένα.

«Ο πόθος καταλύει την ανθρώπινή μου υπόσταση. Αγαπώ τις μαργαρίτες και τους σκαντζόχοιρους. Όταν με πλησιάσεις, θα σου γρυλίσω. Μη φοβηθείς. Είναι η φύση μου.»

«Μια περίεργη σειρά συναλλαγών ξεκινά ανάμεσα στην άνεργη Έμμα και στον παλιατζή Σαν όταν η πρώτη πουλάει στον δεύτερο όργανα και κομμάτια του κορμιού της ενώ η σκιά ενός παλιού έρωτα πέφτει πάνω στη σχέση που δημιουργείται». Το στόρι του Τέλους της Πείνας από τις εκδόσεις Ίκαρος.
TAGS