0
SHARES

«ΜΕ ΑΡΕΣΟΥΝ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΣΕΡΙΑ, ΕΙΔΙΚΑ ΤΟ ΓΚΟΥΝΤΑ. ΤΟ ΤΥΡΙ ΜΕ ΑΡΕΣΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ»

Το μοναδικό τυρί, σύμφωνα με τους Θεσσαλονικείς, που αξίζει να αποκαλείται «τυρί» είναι η φέτα. Όλα τα πορτοκαλοκίτρινα τυριά, από το γκούντα μέχρι το έμενταλ, φέρουν τον όχι και τόσο κολακευτικό τίτλο «κασέρια», αφού σύμφωνα με την αρχαία slang των ΄80s, «κασέρι» είναι ο ξενέρωτος, μαλθακός τύπος που λιώνει εύκολα σαν το ομώνυμο Π.Ο.Π. προϊόν. Τα μόνα που λέγονται με το όνομά τους είναι τα λευκά τυριά - εκτός όμως από τη φέτα.
Συνοψίζοντας: το γκούντα λέγεται «κασέρι», το ανθότυρο λέγεται «ανθότυρο» και το μανούρι «μανούρι», αλλά η φέτα δεν λέγεται φέτα, λέγεται «τυρί». (Μπέρδεμα, αδερφέ!)

Το σκορ

Λέτε όταν οι Γάλλοι λένε πως έχουν 365 τυριά (ένα για κάθε μέρα του χρόνου), να εννοούν πως έχουν 365 είδη φέτας; Oh, mon Dieu, που θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Καρντάσιανς!
Βόρειοι VS Νότιοι, σημειώσατε 2.

Mια χωριάτικη σαλάτα με τυρί...

«ΤΟ ΜΟΝΟ ΚΑΛΑΜΑΚΙ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΡΟΥΦΑΩ ΤΗ ΦΡΑΠΕΔΙΑ ΜΟΥ»

Οι Αθηναίοι ως καλαμάκι αντιλαμβάνονται τις μπουκίτσες από κρέας που είναι καρφωμένες σε ένα λεπτό ξυλάκι (το περιβόητο καλαμάκι). Ως σουβλάκι εννοούν το πιτόγυρο, ήτοι το ενιαίο σύνολο που περιλαμβάνει την πίτα και το καλαμάκι ή τον γύρο. Επίσης, σουβλάκι λένε και το κρέας που είναι καρφωμένο σε μεταλλική βέργα και όχι σε ξύλινο στικ. Για να το διαχωρίσουν από το «καλαμάκι», ζητούν ένα «πίτα-γύρο» ή «πίτα κοτόπουλο» ή ένα «τυλιχτό με καλαμάκι κοτόπουλο ή καλαμάκι χοιρινό ή γύρο». Ξεκάθαρα πράγματα. Ευτυχώς, όταν εκτελείται η συγκεκριμένη παραγγελία, το ξυλάκι δεν μπαίνει μέσα στην πίτα. Οι Θεσσαλονικείς πάλι σουβλάκι αποκαλούν μόνο το δικό μας καλαμάκι. Το τυλιχτό το λένε «σάντουιτς»!

Το σκορ

Όλη αυτή η σουβλακολογία, δίνει στη Θεσσαλονίκη άπειρες αφορμές για πειράγματα εις βάρος των χαμουτζήδων. Το βασικό τους επιχείρημα είναι πως το καλαμάκι είναι το πλαστικό εκείνο σωληνάκι με το οποίο ρουφάμε τα αναψυκτικά και τους καφέδες μας. Με βαριά καρδιά, παραδεχόμαστε πως τα αδέρφια μας στη Θεσσαλονίκη ένα δίκιο το έχουν. Ένα όμως. Γιατί άλλο ένα έχουμε κι εμείς που θεωρούμε πως το καλαμάκι είναι το υποκοριστικό της λέξης «καλάμι» ενώ το σουβλάκι δεν είναι απλώς το υποκοριστικό της σούβλας. Είναι ιδεολογία, το άπαν της ελληνικής γαστρονομίας, το Α και το Ω της ελληνικής κουλτούρας. Ως εκ τούτου, κλείνει μέσα του πολλά περισσότερα από μερικά κομμάτια κρέας.

Βόρειοι VS Νότιοι, σημειώσατε X.

Καλαμάκι ή σουβλάκι; Φωτο: SOOC

«ΕΝΑ ΤΟΣΤΑΚΙ ΕΦΑΓΑ ΜΟΝΟ (ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ ΜΕ ΤΥΡΙ). ΤΟ ΒΡΑΔΥ  ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΣΑΝΤΟΥΙΤΣ»

Όπου «τοστ», βλέπε ο,τιδήποτε ψημένο. Δεν έχει σημασία που δεν είναι μικρό και τετράγωνο, όπως εννοούμε εμείς οι Αθηναίοι το τοστ. Και μια ολόκληρη μπαγκέτα να γεμίσεις και να την ψήσεις, τοστ θα την πουν εκεί πάνω. Τα δε «σάντουιτς» είναι τα πάντα όλα. Δηλαδή όλα όσα δεν ψήνονται στην τοστιέρα: από το πιτόγυρο μέχρι το κρύο γεμιστό φραντζολάκι.

Το σκορ

Βέβαια, η λέξη τοστ είναι αγγλική και προέρχεται από το «toasted», που σημαίνει ψημένο. Επίσης, η λέξη σάντουιτς σημαίνει οτιδήποτε ανοίγει και γεμίζεται με διάφορα υλικά. Και οι δύο ορισμοί συνηγορούν σαφώς υπέρ των Θεσσαλονικιών.

Βόρειοι VS Νότιοι, σημειώσατε 1.

«Σάντουιτς» στη Θεσσαλονίκη είναι όλα όσα δεν ψήνονται στην τοστιέρα: από το πιτόγυρο μέχρι το κρύο γεμιστό φραντζολάκι!

 «ΘΑ ΧΤΥΠΗΣΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ, ΝΑ ΜΕ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ»

Το αιώνιο μήλο της έριδος ανάμεσα σε νότιους και βόρειους είναι οι αντωνυμίες. Οι Βόρειοι έχουν αντικαταστήσει τη γενική πτώση (μου/σου/του) των προσωπικών αντωνυμιών με την αιτιατική (με/σε/τον). Οι Νότιοι γελάμε τα μάλα καθώς οι αιτιατικές αυτές δημιουργούν άπειρες λεκτικές παρεξηγήσεις. Τι καταλαβαίνει ένας Νότιος όταν ακούει «θα χτυπήσω τη μάνα σου» αντί του «θα χτυπήσω της μάνας σου» ή «άνοιξέ με από πίσω» αντί του «άνοιξέ μου από πίσω». Το πιο αστείο είναι πως, όταν επιβάλλεται η αγαπημένη τους αιτιατική, τότε και μόνο τότε θυμούνται τη γενική. Έτσι ακούς αντί για «θα σε πάρω τηλέφωνο», το ακαταμάχητο «θα σου πάρω τηλέφωνο». Η απάντηση ενός νότιου σε αυτούς τους… ανάποδους τύπους οφείλει να είναι «κόκκινο, παρακαλώ».

To σκορ

Για να είμαστε ωστόσο ακριβοδίκαιοι, πρέπει να καταθέσουμε και την άποψη του γλωσσολόγου που λατρεύουμε να μισούμε. Ο φίλος μας λοιπόν ο Μπαμπινιώτης απαλλάσσει τους «ανάποδους» από κάθε κατηγορία, λέγοντας πως είναι εξίσου σωστές και οι γενικές των Νοτίων και οι αιτιατικές των Βορείων.

Βόρειοι VS Νότιοι, σημειώσατε X.

Φωτο: SOOC

«ΤΙ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΩ; ΜΠΟΥΓΑΤΣΑ ΜΕ ΣΠΑΝΑΚΙ Ή ΜΕ ΚΙΜΑ;»

Στο άκουσμα αυτής της φράσης, η χαμουτζού παθαίνει πολιτισμικό/γαστρονομικό σοκ. Δηλαδή τι θέλει να πει το καρντάσι; Πως θα της προσφέρει κιμαδόπιτα με ζάχαρη και κανέλα; Κι όμως, για τους Βορειοελλαδίτες, η μπουγάτσα δεν είναι ένα συγκεκριμένο γλυκό, αλλά είδος φύλλου το οποίο μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα.

Το σκορ

Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: αφού θεωρούν πως η μπουγάτσα είναι φύλλο, τι είδους φύλλο είναι; Σφολιάτα, κουρού, χωριάτικο ή απλώς μπουγάτσα; Σόρρυ, αδέρφια, αλλά σε κανέναν οδηγό μαγειρικής δεν αναφέρεται είδος φύλλου με αυτό το όνομα.

Βόρειοι VS Νότιοι, σημειώσατε 2.

Σόρρυ, αδέρφια, αλλά σε κανέναν οδηγό μαγειρικής δεν αναφέρεται είδος φύλλου με το όνομα "μπουγάτσα".

«ΑΔΕΡΦΕ, ΠΙΑΣΕ ΜΙΑ ΜΑΛΛΛΑΜΩ ΝΑ ΠΑΝΕ ΚΑΤΩ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΙΑ»

Για τους Βορειοελλαδίτες, η «Μαλάμω» ή «Μαλαματίνα» (πάντα με τριπλό λάμδα) είναι ταυτόσημη και όχι συνώνυμη έννοια με τη ρετσίνα. Ας πούμε ότι έχει κάποια λογική, αφού η έδρα της εταιρείας «Μαλαματίνα» βρίσκεται στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, ενώ ο Κωνσταντίνος Μαλαματίνας ίδρυσε τη φερώνυμη εταιρεία το 1922 στην Αλεξανδρούπολη.
Είναι μάλιστα τόση η αγάπη των Θεσσαλονικιών για τη Μαλάμω τους, που έχουν κατοχυρώσει (σχήμα λόγου) και την πατέντα ενός μοναδικού Π.Ο.Π. κοκτέιλ: του Τούμπα Λίμπρε. Πρόκειται για επινόηση των οπαδών του ΠΑΟΚ και είναι παραλλαγή του κλασικού κοκτέιλ Cuba Libre. Παρασκευάζεται με 3 μέρη ρετσίνα Μαλαματίνα και 1 μέρος Κόλα. Σερβίρεται πέριξ του γηπέδου της Τούμπας τις Κυριακές, αλλά θα τη βρείτε ακόμη σε γεύση παγωτού.

Το σκορ

Εδώ το σκορ εξαρτάται εν μέρει από την έδρα του παιχνιδιού. Αν αναλογιστούμε πως στη Βόρεια Ελλάδα δύσκολα βρίσκει κανείς ρετσίνα άλλης μάρκας, το «Μαλλλάμω» ακούγεται λογικό. Αν όμως αναζητάνε το ίδιο σε ταβέρνα του Μαρκόπουλου, είναι φάουλ. Αλήθεια, πώς θα τους φαινόταν αν οι Αθηναίοι θεωρούσαν το «Κουρτάκη» ταυτόσημο της ρετσίνας; Μήπως λίγο τοπικιστικό;

Βόρειοι VS Νότιοι, σημειώσατε 2.

Για τους Βορειοελλαδίτες, η «Μαλάμω» ή «Μαλαματίνα» (πάντα με τριπλό λάμδα) είναι ταυτόσημη και όχι συνώνυμη έννοια με τη ρετσίνα.

«ΦΕΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗ ΜΟΔΑ ΟΙ ΜΠΛΕ ΟΖΕΣ»

…είπε η Σαλ(λλ)ονικιά και έβγαλε για 25η φορά το λιπ γκλος από το cl(ll)utch της να ανανεώσει τη λάμψη στα καλοβαμμένα χειλ(λλ)άκια της. Όζα είναι το αθηναϊκό μανό(ν) και πρόκειται για μία από τις λίγες διαφωνίες (ίσως και τη μοναδική) που δεν αφορούν το φαγητό αλλά το beaute.

Το σκορ

Πολλοί λένε πως η λέξη «όζα» προέρχεται από τη γαλλική «augee», ενώ κατά άλλους από τη λέξη «όζω» (μυρίζω/βρωμάω). Τίποτα από τα δύο δεν επιβεβαιώνεται.
Όσο για το αθηναϊκό «μανό» ή «μανόν», λέγεται πως προέρχεται από μια παλιά εμπορική ονομασία. Οι σωστές beauty editors πάντως δεν χρησιμοποιούν ούτε τη μία ούτε την άλλη. Είναι και οι δύο παρωχημένες λέξεις. Το σωστό είναι «βερνίκι νυχιών».


Βόρειοι VS Νότιοι, σημειώσατε Χ.

Τόσο το "όζα" όσο και το "μανό" είναι παρωχημένες λέξεις. Το σωστό είναι "βερνίκι νυχιών".