0
SHARES

Παγιαυλέλια λέγονται τα παραδοσιακά κεραμικά πουλάκια που φτιάχνονται στην Αγιάσο της Λέσβου. Αρκεί να προσθέσεις λίγο νερό στο εσωτερικό τους και να φυσήξεις για να βγάλουν ένα υπέροχο κελάηδισμα, που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι προέρχεται από μια τόσο απλή, φαινομενικά, κατασκευή. Ένα παγιαυλέλι έφερε την άνοιξη μέσα στον χειμώνα, ανοίγοντας την παράσταση «Χρωματιστές Ιστορίες» και το «Τραγούδι της Γης», το λυρικό κείμενο του Στρατή Μυριβήλη που γίνεται άξονας για τέσσερα διηγήματά του που ανεβαίνουν στη θεατρική σκηνή, την οποία οριοθετεί μια κυκλική ράγα από παιδικό τρενάκι, με τους σταθμούς να καθορίζονται από άλλα παιχνίδια. Στον πυρήνα ένα αναλόγιο, στην οροφή ένα λευκό φωτιστικό.

«Οι ράγες είναι ο κύκλος της ζωής, πάνω σε αυτές προχωράμε και κάνουμε σταθμούς» μάς εξηγεί ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος (σκηνοθεσία-δραματουργική σύνθεση-ερμηνεία) για το σκηνικό μιας από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς, που έκανε πρεμιέρα τον περασμένο Ιούλιο στη Λέσβο, την πατρίδα του Μυριβήλη, και αυτή την περίοδο παρουσιάζεται στο Θέατρο Σφενδόνη. «Τα παιδικά παιχνίδια είναι οι μνήμες, όπως και ολόκληρη η λογοτεχνία είναι στην πραγματικότητα μνήμη» συνεχίζει: «Ταυτόχρονα το σκηνικό είναι ένα αλώνι, σαν αυτό που βλέπουμε στα αρχαία θέατρα, σε μικρότερη βέβαια κλίμακα. Και φυσικά έχουμε και το πάνω μέρος που είναι η γνώση, ό,τι μπορεί να φανταστεί ο καθένας, αυτό που έρχεται από ψηλά».

«Οι ράγες είναι ο κύκλος της ζωής, πάνω σε αυτές προχωράμε και κάνουμε σταθμούς» μάς εξηγεί ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος (σκηνοθεσία-δραματουργική σύνθεση-ερμηνεία) για το σκηνικό μιας από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς, που έκανε πρεμιέρα τον περασμένο Ιούλιο στη Λέσβο, την πατρίδα του Μυριβήλη, και αυτή την περίοδο παρουσιάζεται στο Θέατρο Σφενδόνη.

Τα διηγήματα προέρχονται από τέσσερις συλλογές του Μυριβήλη: «Το πράσινο βιβλίο» (1935), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959). Αφηγούνται τον παιδικό, ανεκπλήρωτο καλοκαιρινό έρωτα του Τιτή για τη Ροδιά (διήγημα «Η Ροδιά»). Την αδυναμία που τρέφει ένα παιδί για το παιχνίδι του, έναν φτηνό, χαρούμενο πιερότο που γρήγορα ξεχαρβαλώνεται («Ο Παντελής»). Μας συστήνουν τον Λούλη, έναν γάτο γόη με τρίχωμα σαν χιονόλευκο μπουρνούζι αλλά καθόλου τύχη στον έρωτα («Λούλης ο γόης»). Και την Καμπουρίτσα, μια ραχιτική κοπέλα που παρά τη δυσμορφία της φτιασιδώνεται και χαίρεται όπως μπορεί τη ζωή («Η Καμπουρίτσα»).

Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης οι τρεις ηθοποιοί, ο Κωνσταντίνος μαζί με τη Χριστέλα Γκιζέλη (ερμηνεία και μουσική) και την Ινώ Μενεγάκη (ερμηνεία), σε μια προσπάθεια να κάνουν θεατρική πράξη το λογοτεχνικό κείμενο διατηρώντας το αναλλοίωτο, εναλλάσσονται διαρκώς από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, από πρόσωπα σε αφηγητές δίχως να χάνουν το ρυθμό τους, σαν έναν καλοστημένο αγώνα τένις που δεν αφήνει ούτε δευτερόλεπτο να πέσει κάτω, με οικονομία λέξεων και κινήσεων σε ένα ισορροπημένο αλλά όχι φτωχό σύνολο και με εξαιρετικές ερμηνείες-μεταμορφώσεις. Μελωδίες ζωντανής μουσικής με βιολί και πριόνι λειτουργούν σαν «μουσικά σχόλια», όπως εξηγεί η Χριστέλα και «έχουν τοποθετηθεί ώστε να βοηθούν στη ροή της ιστορίας και στους συνειρμούς του κοινού».

Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης οι τρεις ηθοποιοί σε μια προσπάθεια να κάνουν θεατρική πράξη το λογοτεχνικό κείμενο διατηρώντας το αναλλοίωτο, εναλλάσσονται διαρκώς από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, από πρόσωπα σε αφηγητές.

Όλα αυτά με απόλυτο σεβασμό στο έργο του μεγάλου λογοτέχνη που πέθανε πριν από πενήντα χρόνια. Αν και το έργο δεν επιλέχθηκε να ανεβεί μόνο για επετειακούς λόγους. «Ήρθα σε πρώτη επαφή με τα διηγήματα του Μυριβήλη για μια δουλειά στο Φεστιβάλ Αθηνών. Μου τα έκανε δώρο η εγγονή του, Χριστίνα Αγγελοπούλου. Άνοιξαν έναν ολόκληρο κόσμο μέσα μου» λέει ο Κωνσταντίνος. Η επιλογή των τεσσάρων διηγημάτων της παράστασης έγιναν με γνώμονα το «Τραγούδι της Γης» -είναι αυτά που του «ταίριαξαν περισσότερο» όπως λέει, απλά, ο ίδιος- «και με κριτήριο να μην έχουν αντιπολεμικό χαρακτήρα».

Η βουή του πολέμου διαπερνά το σύνολο του έργου του Μυριβήλη, ο οποίος πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους (όπου μάλιστα τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι), στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία. Ακόμα και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε, ως πολεμικός ανταποκριτής. «Εκεί μες στα χιόνια ήταν σαν τον Τσέχοφ, έχω δει φωτογραφίες στο σπίτι της εγγονής του. Το ότι πήγαινε στον πόλεμο δεν σημαίνει ότι τον γούσταρε. Και ένας τρόπος να πεις στον άλλο “μην πολεμάς” είναι να τον κάνεις να ξεχάσει ότι υπάρχει. Όταν ένας άνθρωπος είναι σε επαφή με τη φύση, δεν είναι δυνατόν να σκέφτεται πολέμους. Στη φύση υπάρχει μάχη, αλλά είναι για την επιβίωση. Στη φύση βρίσκει κανείς την ισορροπία και την αλήθεια του» λέει ο Κωνσταντίνος.

Η επιλογή των τεσσάρων διηγημάτων της παράστασης έγιναν με γνώμονα το «Τραγούδι της Γης» -είναι αυτά που του «ταίριαξαν περισσότερο» όπως λέει, απλά, ο σκηνοθέτης- «και με κριτήριο να μην έχουν αντιπολεμικό χαρακτήρα».

Έτσι, στις «Χρωματιστές Ιστορίες» ο πόλεμος δεν υπάρχει ούτε σαν μακρινός απόηχος. Το «Τραγούδι της Γης», ο άξονας, είναι ένας ύμνος στη φύση και τη ζωή και ταυτόχρονα ένα ερώτημα υπερβατικό. «Έχει μέσα του και τον Διόνυσο και τον Θεό της δικής μας θρησκείας» εξηγεί ο Κωνσταντίνος, γιατί ο Μυριβήλης, αν και θρησκευόμενος, δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει, να δοκιμάζει τον δημιουργό του, «και ένας άνθρωπος που ενίσταται σε αυτό που πιστεύει είναι πιο πιστός τελικά», προσθέτει ο σκηνοθέτης. «Στην πραγματικότητα ο Μυριβήλης συνδιαλέγεται με την πίστη», λέει η Χριστέλα και μάλιστα με τρόπο προβοκατόρικο για τους δογματικούς, καθώς όπως μας υπενθυμίζει η Ινώ Μενεγάκη από μια ατάκα της παράστασης: «Ο Μυριβήλης λέει στο Τραγούδι της Γης, μη μου στερήσεις τις αμαρτίες μου, γιατί είναι όλη μου η ζωή».

Στο «Τραγούδι της Γης» λοιπόν η γη φλερτάρει με τον ουρανό, η θάλασσα με την ξηρά, η πνευματικότητα με τον ερωτισμό, το υπερβατικό στοιχείο με το ανθρώπινο των διηγημάτων, τα οποία «δεν έχουν χρόνο, τάξη, ηλικία. Ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί» λέει ο Κωνσταντίνος και συμπληρώνει: «Ο Μυριβήλης είναι πάντα επίκαιρος. Ένα άλλο στοιχείο του είναι ότι έχει πολύ καθαρή θέση για τον κόσμο, δεν μπατάρει, δεν τρίζει, γιατί η εποχή μας τρίζει λίγο. Σου λέει, ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί το υπέρτατο τραγούδι της γης, η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει, χαρωπά, στο αδειανό γαλάζιο. Υπάρχει πρόταση, σου λέει εδώ είναι η ζωή. Ζησ’ την, αφουγκράσου τη φύση, είσαι ένα μόριο από τη φύση και από τον Θεό - τον οποίο Θεό πιστεύει ο καθένας, ας μην το καλουπώσουμε».

Μελωδίες ζωντανής μουσικής με βιολί και πριόνι λειτουργούν σαν «μουσικά σχόλια», όπως εξηγεί η Χριστέλα Γκιζέλη και «έχουν τοποθετηθεί ώστε να βοηθούν στη ροή της ιστορίας και στους συνειρμούς του κοινού».

Οι «Χρωματιστές Ιστορίες» είναι, πραγματικά, υπεράνω τόπου και χρόνου και μας κάνουν κοινωνούς τους. Οι εικόνες από τη Συκαμιά της Λέσβου, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο συγγραφέας, αλλά και από το κέντρο της Αθήνας όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα από τη δεκαετία του ’30, θα μπορούσαν να προέρχονται από σύγχρονα χρονογραφήματα. Και στα διαχρονικά θέματα που πραγματεύονται η «Ροδιά» και ο «Παντελής», όπως το εφηβικό ειδύλλιο και το παιδικό παιχνίδι αντίστοιχα, έρχονται τα άλλα δύο διηγήματα να κουμπώσουν τέλεια στο πλαίσιο της επικαιρότητας.

Ο πανέμορφος και αρχοντικός γάτος Λούλης, ας πούμε, τον οποίο δεν θέλει καμία γάτα στη γειτονιά, θα μπορούσε άνετα να είναι ένας influencer του Instagram με απέραντη μοναξιά στην αληθινή ζωή. «Να είχε 14.000 ακόλουθους, αλλά κανέναν το βράδυ για να μιλήσει» όπως λέει ο Κωνσταντίνος. Η μοναχική αν και κοκέτα Καμπουρίτσα στις μέρες της πολιτικής ορθότητας δεν θα αποκαλείτο «ραχιτική», όπως στο διήγημα του Μυριβήλη, αλλά θα συγκέντρωνε πάνω της τις αντιφάσεις και την υποκρισία μιας εποχής που, όπως υποστηρίζει ο Κωνσταντίνος, «από τη μια εξυμνούμε έναν άνθρωπο με αναπηρία που παίρνει ολυμπιακό μετάλλιο και από την άλλη μπορεί να μην τον κάνουμε και τόσο παρέα».

«Ο Μυριβήλης είναι πάντα επίκαιρος. Ένα άλλο στοιχείο του είναι ότι έχει πολύ καθαρή θέση για τον κόσμο, δεν μπατάρει, δεν τρίζει, γιατί η εποχή μας τρίζει λίγο» λέει ο σκηνοθέτης.

Ο ξαφνικός θάνατος της Καμπουρίτσας φωτίζει τη «συναισθηματική αναπηρία» των ανθρώπων, ίσως πιο έντονη στις μέρες μας που φοβόμαστε «να πούμε στον άλλο ακόμα και “καλημέρα”» κατά τον Κωνσταντίνο, ενός φόβου που ενισχύεται απέναντι σε καθετί «διαφορετικό». Οι γείτονες της Καμπουρίτσας, που δεν της μίλησαν ποτέ, δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να το κάνουν, ακόμα και αν το είχαν σκοπό, και «το όριο του θανάτου γίνεται βαρόμετρο της ζωής» σύμφωνα με τον σκηνοθέτη. Και η παράσταση που άρχισε με το κελάηδισμα από ένα παγιαυλέλι κλείνει με το πέταγμα της «δειλής και άσπρης, άσπρης μες στο σκοτάδι» ψυχής – μαζί με αυτήν, κλείνει και ο κύκλος της ζωής. Όμως όσο υπάρχουν θεατρικά εγχειρήματα όπως οι «Χρωματιστές Ιστορίες», να δίνουν πνοή και ζωντάνια στη μνήμη της λογοτεχνίας, το τρενάκι θα μπαίνει ξανά και ξανά σε τροχιά.

Info

Θέατρο Σφενδόνη, Μακρή 4, Μακρυγιάννη, τηλ.: 215 5158968, παραστάσεις κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00 έως τις 21/1/20. Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr

Σκηνοθεσία – δραματουργική σύνθεση: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος. Σκηνικά – Κοστούμια: Κατερίνα Σαβράνη. Μουσική: Χριστέλα Γκιζέλη. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Φωτογραφίες: Aνδρέας Σιμόπουλος. Video trailer: Θάνος Μαργαρίτης. Μακιγιάζ: Εύα Τσαλκιτζή. Γραφιστικό αφίσας: Θεοδοσία Βούρου. Παίζουν: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ινώ Μενεγάκη, Χριστέλα Γκιζέλη.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram