0
SHARES

«It was the best of times, it was the worst of times,» ακριβώς όπως έγραψε ο Τσαρλς Ντίκενς στην Ιστορία Δύο Πόλεων. Η Μαλβίνα Κάραλη κατακεραύνωνε με το δίχως προηγούμενο χιούμορ της τον Κώστα Σημίτη μέσα από την τηλεοπτική συχνότητα του ΣΚΑΙ, οι A.Μ.A.N  «κεντούσαν» με τις πλάκες τους ως υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κλειδαράδες και πάσης φύσεως σχολιαστές της ελληνικής πραγματικότητας, οι εφημερίδες έγραφαν ότι θα μπούμε στο ευρώ και πρέπει να προετοιμαστούμε σωστά, η γιαγιά μου και η γιαγιά της κολλητής μου είχαν πανικοβληθεί γιατί τα ευρώ ήταν πιο ακριβά από τις δραχμές.

Οι Τρύπες είχαν μόλις κυκλοφορήσει το Ένα Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι κι εγώ έχασα το ένα παπούτσι μου σε μία κατάμεστη συναυλία στο Ρόδον, ένα αγόρι με μακριά μαλλιά έριξε φως με ένα κίτρινο Nokia 3310 για να το βρω. Συνήθως, όμως, παίρναμε τηλέφωνα μόνο από τα σταθερά στο σπίτι κι αν ο άλλος δεν ήταν εκεί απλά δεν μιλούσαμε ποτέ, άσε το μπέρδεμα αν είχες ραντεβού και έπρεπε να αργήσεις. 

Ήταν όμως γλυκό εκείνο το μπέρδεμα και η αναμονή στους κατάφωτους δρόμους της Αθήνας, στις συναντήσεις έξω από τα γωνιακά ΜcDonald's στην Κηφισιά και στα ιδρωμένα, σχολικά πάρτι, όταν οι Rage Against The Machine ούρλιαζαν από τα μεγάφωνα "Killing In The Name Of" και όλα έμοιαζαν πιθανά. Σε μία Ελλάδα στην οποία έφευγες από μία δουλειά και το επόμενο πρωί η αγορά το μάθαινε και σε καλούσαν να πας στην επόμενη, σε μία χώρα όπου η παγκοσμιοποίηση δεν είχε σκάσει ακόμα σαν κεραυνός που καθηλώνει τα πάντα, αλλά κάθετι καινούργιο, φρέσκο και όμορφο κέρδιζε με αστραπιαία ταχύτητα τις καρδιές ενός διψασμένου και οικονομικά εύπορου κοινού.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μέσα σε αυτή τη γιορτινή ζωή μπήκα για πρώτη φορά εκείνο το ζεστό, ανοιξιάτικο Σάββατο του 1998 με ένα υφασμάτινο backpack στην πλάτη και μία πλεξούδα στα μαλλιά σε εκείνο το ολοκαίνουργιο βιβλιοπωλείο στην καρδιά του Χαλανδρίου, όλα γύρω μου μύριζαν ξύλο που μόλις είχε βγει από την ζελατίνα του και σοκολάτα που έσταζε αργά μέσα στις κούπες από μία καλογυαλισμένη πολυμηχανή.

Ήταν Το Διπλό Βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, αυτό το τεράστιο μυθιστόρημα για τα σκληρά χρόνια της ελληνικής μετανάστευσης στη Γερμανία, που έφερε ως εκεί τα βήματα μου. Και ο υπέροχος καθηγητής μου, ο Κωνσταντίνος Μαγκλής, ενθουσιώδης και πορωμένος με αυτό που έκανε, ο οποίος είχε αναλάβει την επίβλεψη της εργασίας μου στο Internation Baccalaureate. Θα τον μνημονεύω πάντα με απεριόριστη αγάπη για όλα τα ορθογραφικά λάθη που μου διόρθωσε, για τις παγωμένες σοκολάτες που με κέρασε, για τις φιλολογικές συζητήσεις που κάναμε και επειδή μου έδειξε την πόρτα της Στοάς του Ευριπίδη στο νούμερο 11 της οδού Ανδρέα Παπανδρέου, εκεί όπου ανακάλυψα έναν κόσμο γεμάτο λογοτεχνία, ποίηση και δοκίμια.

Είναι αλλιώς να εξερευνείς από άκρη ως άκρη την βιβλιοθήκη των γονιών σου κι αλλιώς να απλώνεται ξαφνικά μπροστά σου μία βιβλιοθήκη 1.000 τετραγωνικών μέτρων γεμάτη ατελείωτες, νέες επιλογές. Εκεί μέσα διάβασα τον Εχθρό του Ποιητή του Γιώργου Χειμωνά και ανακάλυψα πως ο Γιάννης Αγγελάκας έγραφε και ποίηματα εκτός από τραγούδια. Από εκεί αγόρασα το Χρονικό της Τέχνης του Έρνεστ Γκόμπριχ, το Πούσι του Καββαδία, τα διηγήματα του Βιζυηνού και το Για Ποιον Χτυπά Η Καμπάνα του Χέμινγουεϊ. 

Για τα παιδιά που ενηλικιωθήκαμε στα βόρεια προάστια της πόλης το κέντρο ήταν πολλές φορές ένα όχι και τόσο εύκολα προσβάσιμο όνειρο, και οι θησαυροί της δικής μας συνοικίας εξελισσόντουσαν αβίαστα σε προσωπικούς παραδείσους. 21 χρόνια μετά είχα την χαρά να συναντήσω από κοντά τον Θοδωρή Βασιλόπουλο, έναν από τους ανθρώπους που κάποτε οραματίστηκαν και δημιούργησαν, ρισκάροντας πολλά, αυτό τον μικρό, δικό μου παράδεισο, το μέρος που νομίζω με έμαθε να διαβάζω πιο πολύ και πιο συγκεντρωμένα. 

Βρήκα το θάρρος να του το εξομολογηθώ λίγο πριν μου διηγηθεί την υπέροχη ιστορία του βιβλιοπωλείου Ευριπίδη, μία ιστορία περισσότερο ρομαντική παρά επιχειρηματική, περισσότερο καρμική παρά τυχαία.

 

«Ο Eυριπίδης είναι μία οικογενειακή επιχείρηση. Ιδρυτής της εταιρίας ήταν ο πατέρας μας, ο Ευριπίδης Βασιλόπουλος που άνοιξε το πρώτο κατάστημα το 1955 στην οδό Αγίας Παρασκευής στο Χαλάνδρι, το οποίο από το 1958 μετεγκαταστάθηκε στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μπήκαμε στην επιχείρηση εγώ και ο αδελφός μου και στη συνέχεια, το 1990, και η αδελφή μας. Αυτό είχε ως συνέχεια, το 1985 να φτιάξουμε το κατάστημα που όπου σήμερα θα βρείτε μόνο χαρτικά και είδη δώρων και το 1998 να μπούμε σιγά-σιγά στη διαδικασία να κάνουμε πραγματικότητα το μεγάλο μας όνειρο, δημιουργώντας το κατάστημα ακριβώς απέναντι, στη στοά, βασισμένο στα πρότυπα και τις παραστάσεις που είχαμε από πολύ μικρή ηλικία απ’ τα ταξίδια που κάναμε με τους γονείς μας στην Ευρώπη. Από εκεί αργότερα άνοιξε ο δρόμος και για το κατάστημα στην Κηφισιά, το οποίο ακολουθεί ακριβώς την ίδια φιλοσοφία.

Τα βιβλιοπωλεία που βλέπαμε τότε στο εξωτερικό τα ονομάζαμε μεταξύ μας «τα βιβλιοπωλεία των ονείρων μας». Το να βάλουμε μπροστά ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα, εκείνη την εποχή, ήταν μία πραγματική τρέλα. Σκεφτείτε πως το κατάστημα στη Στοά είναι 1.000 τετραγωνικά μέτρα πράγμα που σημαίνει πως σε μία περιοχή 60.000 κατοίκων, όπου το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο μέχρι τότε ήταν 80 ή 90 τετραγωνικά, αποτέλεσε από μόνο του ένα τεράστιο ρίσκο που ευτυχώς πήγε καλά.

Το όραμα μας ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο μέσα στον οποίο ο βιβλιόφιλος θα μπορούσε να περάσει πολλές ώρες, όχι μόνο λόγω της ποικιλίας των βιβλιοθηκών, αλλά επειδή το ίδιο το βιβλιοπωλείο, από αρχιτεκτονικής αρχικά άποψης, θα τον καλοδεχόταν και θα τον έκανε να φύγει από το άγχος της καθημερινότητας του και να το αισθανθεί οικείο. Η αρχιτεκτονική του χώρου, άλλωστε έχει φτιαχτεί έτσι ώστε να μην σε σκεπάζουν τα ράφια που βρίσκονται τριγύρω σου, αλλά να υπάρχει άπλετο φως και οι βιβλιοθήκες να είναι ορατές από παντού, όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου να αντικρίζεις βιβλία. Έτσι, προκειμένου να δώσουμε στον αναγνώστη τη δυνατότητα να περάσει χρόνο χαζεύοντας βιβλία, δημιουργήσαμε και το καφέ στο ισόγειο, πρώτον για να φτιάξουμε έναν χώρο φιλοξενίας για τον κάθε επισκέπτη και δεύτερον για να μπορούσε εμείς οι ίδιοι να στεγάσουμε εκεί εκδηλώσεις και συζητήσεις για την τέχνη και τον πολιτισμό.

«Ο Eυριπίδης είναι μία οικογενειακή επιχείρηση. Ιδρυτής της εταιρίας ήταν ο πατέρας μας, ο Ευριπίδης Βασιλόπουλος που άνοιξε το πρώτο κατάστημα το 1955 στην οδό Αγίας Παρασκευής στο Χαλάνδρι, το οποίο από το 1958 μετεγκαταστάθηκε στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου».

Όσοι γνώριζαν τον πατέρα μου θεωρούσαν ότι η ονομασία του βιβλιοπωλείου προέρχεται από το όνομα του. Όμως η πραγματικότητα έχει την δική της, ακόμα πιο ενδιαφέρουσα ιστορία. Γιατί ο πατέρας μου βρέθηκε την δεκαετία του 1910 να βαφτίζεται με ένα τελείως τρελό όνομα. Ποιος θα έδινε εκείνη την εποχή το όνομα Ευριπίδης στο παιδί του; To θέμα είναι πως εκείνα τα χρόνια η ευθύνη της επιλογής του ονόματος έπεφτε αποκλειστικά και μόνο στον νονό του παιδιού. Μαζεύονται, λοιπόν, γύρω από την κολυμπήθρα και λέει ο νονός μου που ήταν ο δάσκαλος του χωριού: Ευριπίδης. Πρωτάκουστο. Τον πιάνει μετά ο πατέρας μου και του λέει «Ποιος είναι αυτός ο Ευριπίδης που έδωσες το όνομα του στο παιδί μου;». Και εκείνος του απάντησε: «Αν το παιδί μεγαλώσει και μορφωθεί τότε θα καταλάβει πόσο σημαντικό είναι το όνομα που έχει λάβει».

Όταν ο πατέρας μου έγινε 13 χρονών οι γονείς του τον έστειλαν στην Αθήνα για να δουλέψει, γιατί δεν είχαν χρήματα για να τον συντηρίσουν. Έφτασε στο Χαλάνδρι, που τότε ήταν χωριό, και έπιασε δουλεία σαν μπακαλόγατος σε ένα μαγαζί. Σιγά-σιγά ανακάλυψε τα βιβλία και άρχισε να διαβάζει πάρα πολύ. Τελειώνοντας το σχολείο πέρασε στη Νομική, αλλά άφησε τις σπουδές του γιατί δεν είχε χρήματα για να τις πληρώσει - εκείνη την εποχή οι σπουδές πληρώνονταν. Τότε σκέφτηκε τι θα μπορούσε να κάνει. Καθώς αγαπούσε πολύ τα βιβλία, σκέφτηκε να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο στο Χαλάνδρι. Αργότερα ανακάλυψε πως ο άνθρωπος από τον οποίο πήρε το όνομα του, ο αρχαίος μας τραγωδός, καταγόταν κι εκείνος από το Χαλάνδρι, το οποίο στην αρχαία Αθήνα υπήρξε το κέντρο του δήμου της Φλοίας. Ήταν κάτι καρμικό. 

Τον πιάνει μετά ο πατέρας μου και του λέει «Ποιος είναι αυτός ο Ευριπίδης που έδωσες το όνομα του στο παιδί μου;». Και εκείνος του απάντησε: «Αν το παιδί μεγαλώσει και μορφωθεί τότε θα καταλάβει πόσο σημαντικό είναι το όνομα που έχει λάβει».

Ο Ευριπιδής είναι ο πρώτος πολυχώρος στην Ελλάδα γιατί παρά το γεγονός ότι λίγο καιρό νωρίτερα είχε ανοίξει το μεγάλο κατάστημα του Ελευθερουδάκη στο κέντρο, το οποίο είχε καφέ, δεν φιλοξενούσε ποτέ εκδηλώσεις πολιτισμού.

«Όταν ο πατέρας μου έγινε 13 χρονών οι γονείς του τον έστειλαν στην Αθήνα για να δουλέψει, γιατί δεν είχαν χρήματα για να τον συντηρίσουν. Έφτασε στο Χαλάνδρι, που τότε ήταν χωριό, και έπιασε δουλεία σαν μπακαλόγατος σε ένα μαγαζί. Σιγά-σιγά ανακάλυψε τα βιβλία και άρχισε να διαβάζει πάρα πολύ».

Ένα βασικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στους εαυτούς μας είναι πόσο θα έπρεπε ιδανικά να διαβάζουμε έτσι ώστε να είμαστε μια καλύτερη κοινωνία. Και νομίζω πως η απάντηση είναι πως όχι δεν διαβάζουμε όσο θα έπρεπε να διαβάζουμε, κάτι που, άλλωστε, αποδεικνύεται και από τα στατιστικά. Βέβαια κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως στους αναγνώστες υπάρχει ένα μεγάλο ηλικιακό κενό. Αυτό σημαίνει πως τα παιδιά που ζουν στα αστικά κέντρα, μέχρι την ηλικία των 12 ετών διαβάζουν αρκετά σταματούν σχεδόν τελείως να το κάνουν από εκείνο το σημείο και μετά και μέχρι να φτάσουν την ηλικία των 30 ετών, πάνω-κάτω.

Αυτό συμβαίνει γιατί στην Ελλάδα τα παιδιά μαθαίνουν πως η μοναδική αλήθεια, το μοναδικό βιβλίο που πρέπει να τα αφορά είναι το βιβλίο του σχολείου. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι τέτοιο που αντί να προτείνει μία μεγάλη βιβλιογραφία στους μαθητές, προτρέποντας τους να ανακαλύψουν τι αρέσει στους ίδιους, τους κατευθύνει προς το ένα και μοναδικό βιβλίο, το βιβλίο που διδάσκεται στην τάξη, οδηγώντας τα παιδιά προς την απόλυτη εξειδίκευση. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι «Μαθαίνω γράμματα μόνο για μπω σε μία σχολή και να βρω μία δουλειά». Και όχι μαθαίνω γράμματα προκειμένου να μπορέσω μία μέρα να έχω μία καλύτερη, μία πιο σφαιρική άποψη για τη ζωή.

«Αυτό συμβαίνει γιατί στην Ελλάδα τα παιδιά μαθαίνουν πως η μοναδική αλήθεια, το μοναδικό βιβλίο που πρέπει να τα αφορά είναι το βιβλίο του σχολείου».

Το βιβλίο που κρατάει κάτω από την μασχάλη του ο αναγνώστης, ο οποίος βγαίνει από κάθε ελληνικό βιβλιοπωλείο είναι ένας καθρέφτης της εποχής που ζούμε. Στην κρίση ο κόσμος διάβαζε οικονομικά βιβλία, αργότερα τα διάφορα γεγονότα με το γειτονικό μας κράτος έφερε σε υψηλή θέση τα βιβλία της ιστορίας. Ταυτόχρονα το στρες που βιώνουμε και τα προσωπικά προβλήματα του καθενός αφήνουν μία θέση στην πίτα και για τα βιβλία ψυχολογίας ή αυτοβελτίωσης. Ό,τι κι αν συμβαίνει όμως, σε όποια εποχή κι αν ζούμε η λογοτεχνία θα είναι πάντα ο βασιλιάς, το νούμερο ένα σε κάθε λίστα.

Το κράτος οφείλει να βρει τρόπους να προωθήσει με κάθε μέσο τη βιβλιοφιλία. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να υπάρξουν κάποιες παρεμβάσεις της πολιτείας έτσι ώστε το βιβλίο, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες να μην έχει Φ.Π.Α. Επίσης, θα μπορούσαν να υπάρχουν επιδοτούμενα προγράμματα

Η βιβλιοφιλία είναι κάτι που καλλιεργείται στο άτομο και όχι κάτι με το οποίο γεννιόμαστε. Στο πρώτο στάδιο της ζωής μας η βιβλιοφιλία καλλιεργείται μέσα από την οικογένεια και αργότερα, όταν ένας άνθρωπος βγει στην κοινωνία,

Ο μοναδικός λόγος που ο Ευριπίδης δεν έχει γίνει franchise είναι καθαρά ποιοτικός. Αυτό που δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να συμβεί είναι χαλάσουμε σε κανένα επίπεδο την ιδέα και την φιλοσοφία πίσω από τον Ευριπίδη. Αυτή είναι και η αιτία που όλα μας τα βήματα είναι αργά και σταθερά. Για εμάς αυτό το βιβλιοπωλείο είναι τρόπος ζωής κι όχι ένα οικονομικό μέγεθος.

Το καφέ στο κατάστημα της Ανδρέα Παπανδρέου.

Αν έπρεπε να διαλέξω μόνο τρία βιβλία για να πάρω μαζί μου σε ένα απομακρυσμένο μέρος τότε σίγουρα θα έβαζα  στη βαλίτσα την «Χαμένη Άνοιξη» του Τσίρκα. Θα έπαιρνα κάτι από Ντοστογιέφσκι, νομίζω τον «Ηλίθιο» γιατί μπορεί το «Έγκλημα και Τιμωρία» να είναι μία συγκλονιστική ανάπτυξη του ανθρώπινου χαρακτήρα, αλλά ο «Ηλίθιος» παραμένει ένα έργο πολύ πιο κυνικό απέναντι στην κοινωνία που ζούσε και που εξακολουθούμε να ζούμε. Και τρίτο κάτι από Χέμινγουεϊ, ίσως το «Χαιρετισμός στα όπλα».

Το βιβλίο που κρατάει κάτω από την μασχάλη του ο αναγνώστης, ο οποίος βγαίνει από κάθε ελληνικό βιβλιοπωλείο είναι ένας καθρέφτης της εποχής που ζούμε.

 

Αν μπορούσα να κάνω μόνο μία ερώτηση σε οποιοδήποτε συγγραφέα στον κόσμο τότε θα ρωτούσα τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ από που αντλούσε όλη αυτή την κινητήρια δύναμη για να ζήσει αυτή την υπέροχη, περιπετειώδη ζωή, αλλά ταυτόχρονα και όλη αυτή την δημιουργικότητα. Πώς μπορεί να είναι τόσο κοντινός και ταυτόχρονα τόσο σπουδαίος.

Ανάμεσα στο δίλημμα Χέμινγουεϊ ή Ντοστογιέφσκι επιλέγω πάντα Χέμινγουεϊ. Ο Ντοστογιέφσκι ήταν, απ' όσο μπορούμε να γνωρίζουμε τα βιογραφικά του, ένα άτομο καταθλιπτικό και σκοτεινό, δεν υπήρξε ποτέ ένας φωτεινός άνθρωπος. Ενώ ο άλλος ήταν πάντα η χαρά της ζωής, άσχετα με το αν είχε άσχημο τέλος. Ξέρετε, το να έχεις ένα μεγάλο χάρισμα δεν σε κάνει απαραίτητα έναν ενδιαφέρον άνθρωπο στη συναναστροφή. Πιστεύω ότι πρέπει να ήταν αρκετά δυσάρεστο να συνομιλείς με κάποιον σαν τον Ντοστογιέφσκι.

«Θα ρωτούσα τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ από που αντλούσε όλη αυτή την κινητήρια δύναμη για να ζήσει αυτή την υπέροχη, περιπετειώδη ζωή».

Μεταξύ Σεφέρη και Ελύτη διαλέγω Ελύτη περισσότερο για το «μπλε που ξοδεύουμε», αλλά και Σεφέρη για τα ημερολόγια του και τα διπλωματικά του χρόνια, μιας και με ενδιαφέρει πολύ η ιστορία.

Δεν ξέρω αν είναι εφικτό να επιλέξει κανείς ανάμεσα στον Σαίξπηρ και τον Ευριπίδη. Πολυγραφότατος ο ένας, πολυγραφότατος και ο άλλος, λιγότερα διασωζώμενα έργα του Ευριπίδη, όλα διασωζώμενα του Σαίξπηρ, τεράστιοι και οι δύο, αλλά νομίζω ότι αν δεν είχε υπάρξει ο Ευρίδης δεν θα είχε υπάρξει ούτε ο Σαίξπηρ. Γενικά όποιος γνωρίζει σε βάθος τους αρχαίους τραγωδούς γνωρίζει σε βάθος την ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για την απεικόνιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, του τρόπου σκέψης, αλλά και όλα τα ηθικά διδάγματα που έπρεπε να πάρει η κοινωνία στην εποχή του γράφτηκαν».

Το καφέ στο κατάστημα της Κηφισιάς.

 

 

 

 

Ακολουθήστε το WomanTOC στο Instagram

TAGS