0
SHARES

«Η γυναίκα που δεν φοράει άρωμα δεν έχει μέλλον». ΚΟΚΟ ΣΑΝΕΛ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1897

Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε... Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε...

Τα χείλη της σάλευαν, αλλά από το στόμα της δεν έβγαινε ήχος. Μετρούσε βουβά τις ψηφίδες του μωσαϊκού στα πόδια της. Ασύμμετρα βοτσαλάκια από τον ποταμό είχαν τοποθετηθεί πριν από χίλια χρόνια στο έδαφος, σχηματίζοντας γεωμετρικά σχήματα και μυστηριώδεις εικόνες.

Σε κάποιο σημείο υπήρχαν πέντε αστέρια, αλλού πέντε λουλούδια, πιο πέρα ένα πεντάγωνο. Τούτη η διάταξη δεν ήταν τυχαία. Είχε μάθει ότι για τα μέλη του τάγματος των Κιστερκιανών ο αριθμός πέντε είχε συμβολική σημασία: Θεωρούνταν η απόλυτη και τέλεια ενσάρκωση των πραγμάτων. Τα τριαντάφυλλα άνθιζαν ανά πεντάδες, τα άνθη της μηλιάς και της αχλαδιάς είχαν πέντε πέταλα. Ο άνθρωπος είχε πέντε αισθήσεις, ενώ οι πέντε πληγές του Χριστού αναφέρονταν σε κάθε λειτουργία. Ωστόσο, οι καλόγριες δεν της είχαν μάθει ότι το πέντε ήταν επίσης ο αριθμός του έρωτα και της Αφροδίτης, το αδιαίρετο σύνολο του αρσενικού αριθμού τρία και του θηλυκού αριθμού δύο. Αυτή την άκρως ενδιαφέρουσα πληροφορία η δεκατετράχρονη κοπελίτσα την είχε ανακαλύψει σε ένα βιβλίο το οποίο διάβαζε κρυφά στη σοφίτα.

Στη βιβλιοθήκη της μονής φυλάσσονταν οι πιο θαυμαστοί θησαυροί. Λιγότερο σκανδαλιστικοί, αλλά και πάλι δεν προορίζονταν για τα μάτια μιας έφηβης: Εκείνα τα κηρύγματα που έκανε ο Βερνάρδος του Κλερβό τον Μεσαίωνα με τα οποία υπενθύμιζε στους μοναχούς του πόσο σημαντικές ήταν οι αρωματικές ουσίες στην προσευχή και στις ιεροτελεστικές πλύσεις. Μάλιστα, ο ιδρυτής του τάγματος των Κιστερκιανών συνιστούσε στους αδερφούς του να φαντάζονται, χάριν πνευματικής ενδοσκόπησης, τα αρωματισμένα στήθη της Παρθένου Μαρίας που εξυμνούνται στο Άσμα Ασμάτων. Το λιβάνι και το γιασεμί, η λεβάντα και τα ρόδα που βρίσκονταν στην Αγία Τράπεζα συνέβαλλαν με τη βοήθεια της όσφρησης στην εμβάθυνση της εσωτερικής ενατένισης.

Μολαταύτα, για τα ορφανά όπως το μοναχικό νεαρό κορίτσι τα αρώματα που παράγονταν από τα φυτά τα οποία υπήρχαν στον κήπο του μοναστηριού παρέμεναν μακρινό όνειρο, τόσο μακρινό όσο η ιδέα να χωθούν στην πλη- θωρική αγκαλιά μιας στοργικής μητέρας. Οι οικότροφοι νίβονταν συχνά με φτηνό πράσινο σαπούνι μέσα σε μια σκάφη, ώστε να βγάζουν από πάνω τους τη βρομιά από το χωράφι ή από την κουζίνα και να μυρίζουν καθαριότητα αντί για κρύο ιδρώτα και εξάντληση – περί ευωδιάς ούτε λόγος να γίνεται. Τα χοντρά λευκά σεντόνια που έπρεπε να πλένει, πιθανόν να μπαλώνει και να τα στοιβάζει τακτικά διπλωμένα στο πλυσταριό αντιμετωπίζονταν με μεγαλύτερη στοργή απ’ ό,τι τα ορφανά. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε...

Προκειμένου να περάσει η ώρα όσο περίμενε στη σειρά με τα άλλα κορίτσια για να εξομολογηθεί στον ιερέα, η κοπέλα μετρούσε. Η μια μετά την άλλη έμπαιναν στο εξομολογητήριο, αφού είχαν σταθεί προσοχή σαν στρατιώτες σε προαύλιο στρατώνα και σε ατμόσφαιρα αέναης μονοτονίας. Η κοπέλα υπέθετε ότι οι καλόγριες απαιτούσαν από τα παιδιά να τηρούν αυτή την άκαμπτη στάση –που κανένα τους δεν άντεχε για πολλή ώρα– ώστε τελικά να έχουν κάποιο σφάλμα να παραδεχτούν. Κατά κανόνα όμως, από την τελευταία τους εξομολόγηση ένα Σάββατο νωρίτερα κανένα δεν είχε διαπράξει κάποιο αμάρτημα. Σε αυτή την ανεμοδαρμένη πλαγιά όπου τον δωδέκατο αιώνα ανεγέρθηκε το μοναστήρι του Ομπαζίν δεν υπήρχαν ευκαιρίες να αμαρτήσεις.

Ζούσε ήδη περίπου δύο χρόνια σε αυτόν τον απομονωμένο κόσμο στην κεντρική Γαλλία, αρκετά μακριά από τον δρόμο προς το Παρίσι, μην τυχόν και της μπουν ιδέες να το σκάσει. Είχαν περάσει πάνω από εφτακόσιες μέρες από τον θάνατο της μητέρας της, καθώς και από τη στιγμή που ο πατέρας της την έβαλε να καθίσει σε μια άμαξα και την παρέδωσε στις Κιστερκιανές. Τόσο απλά. Σαν να ήταν βάρος. Κι ύστερα εκείνος εξαφανίστηκε για πάντα, και για την εύθραυστη ψυχή της κοπελίτσας άνοιξαν οι πύλες της κολάσεως. Λαχταρούσε να φτάσει η ώρα που θα ήταν πια αρκετά μεγάλη ώστε να φύγει από το μοναστήρι και να μπορέσει να ζήσει ανεξάρτητη. Πιθανόν το κλειδί γι’ αυτό να ήταν η βελόνα του ραψίματος. Όποια ήξερε να ράβει και είχε επιμονή ίσως να πήγαινε στο Παρίσι και να έπιανε δουλειά σε κάποιον μεγάλο οίκο μόδας. Είχε ακούσει να μιλάνε γι’ αυτά τα πράγματα, όμως επί της ουσίας δεν ήξερε τι ακριβώς σήμαιναν.

Ωστόσο, της φαίνονταν ελπιδοφόρα. Οι λέξεις «οίκος μόδας» έκαναν ένα καμπανάκι να χτυπάει μέσα της. Της θύμιζαν όμορφα υφάσματα, όπως τριζάτα μεταξωτά, αεράτα βολάν και διαλεχτές δαντέλες. Όχι ότι η μητέρα της ήταν ποτέ «κυρία». Πλύστρα ήταν, και ο πατέρας της γυρολόγος. Ποτέ δεν πουλούσε τόσο εκλεκτά προϊόντα, όπως και να ’χε, πάντως, όποτε ο νους της κοπέλας πήγαινε σε όμορφα πράγ- ματα, τα συνδύαζε με τη μαμά. Της έλειπε τόσο πολύ, ώστε καμιά φορά η νοσταλγία για την ασφάλεια που πάντα ένιωθε κοντά της της προκαλούσε ζάλη.

Όμως ήταν μόνη, κατάμονη, περνούσε διά πυρός και σιδήρου, υφίστατο τιμωρίες και ενίοτε της δινόταν άφεση αμαρτιών – ενώ το μόνο που επιθυμούσε ήταν λίγη στοργή. Ήταν άραγε αυτό αμαρτία την οποία έπρεπε να εξομολογηθεί; Μήπως τούτο το μυστικό θα τη βάραινε κάποτε τόσο πολύ, ώστε να το ομολογήσει για να γαληνέψει η ψυχή της; Ίσως, συλλογιζόταν. Ίσως πάλι όχι. Πάντως, δεν θα παραδεχόταν στον εξομολογητή της ότι το μόνο που ήθελε στη ζωή της ήταν αγάπη. Όχι σήμερα. Και πιθανότατα ούτε και καμιά άλλη μέρα.

Καθώς κατευθυνόταν προς τον καθεδρικό του Ομπαζίν μετρούσε σιωπηλά τις ψηφίδες στο έδαφος. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε...

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ 1919-1920

Οι κίτρινοι προβολείς διαπερνούσαν την ομίχλη που υψωνόταν από τον Σηκουάνα και τύλιγε σαν λευκό λινό ύφασμα τους φράξους, τις σκλήθρες και τις οξιές στον δρόμο πλάι στην όχθη. Σαν σάβανο, σκέφτηκε ο Ετιέν Μπαλσάν.

Σχημάτισε νοερά την εικόνα μιας αγρύπνιας νεκρού: διαλυμένα μέλη, καμένο δέρμα, το σώμα καλυμμένο με σεντόνι. Στα πόδια του αποθανόντα υπήρχε ένα κλαδί οξιάς, στο στήθος του ο Εσταυρωμένος. Δίπλα στη σορό, μια γαβάθα με αγιασμό για να μετριάζει τη μυρωδιά του θανάτου. Το φως των κεριών έριχνε απόκοσμες σκιές στο πτώμα, το οποίο οι μοναχές είχαν φροντίσει τόσο, ώστε το θέαμα να μην προκαλεί ιδιαίτερη ταραχή.

Ασυνείδητα ο Ετιέν προσπάθησε να φανταστεί πόσο παραμορφωμένο να ήταν άραγε το όμορφο πρόσωπο του φίλου του, ένα πρόσωπο που το ήξερε σχεδόν τόσο καλά όσο και το δικό του.

Πιθανότατα δεν θα έχουν μείνει και πολλά από τα αρμονικά χαρακτηριστικά του, τα κομψά γραμμένα χείλη και την ίσια μύτη, απάντησε μόνος του στην ερώτησή του. Όταν ένα αυτοκίνητο πέφτει με φόρα πάνω σε ένα πρανές, χτυπάει σε έναν βράχο και παίρνει φωτιά, δεν μένουν και πολλά κόκαλα στη θέση τους. Χρειάστηκε σίγουρα αρκετή δεξιοτεχνία για να αποκατασταθεί η όψη του θύματος αυ- τού του μοιραίου ατυχήματος.

Ο Ετιέν ένιωσε ένα ρυάκι να τρέχει στα μάγουλά του. Έμπαινε βροχή στο αμάξι; Ήθελε να θέσει σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες κι έψαχνε τόσο νευρικά τον διακόπτη, ώστε το αυτοκίνητο του έφυγε στο πλάι. Φρέναρε πανικόβλητος και λάσπη πιτσίλισε το παράθυρο του οδηγού. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε και το τρίξιμο από τα λάστιχα των υαλοκαθαριστήρων πάνω στο παρμπρίζ. Δεν έβρεχε. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, ένα κύμα εξάντλησης και θλίψης τον είχε καταβάλει, απειλούσε να τον οδηγήσει σε κατάρρευση. Όμως, αν δεν ήθελε να καταλήξει σαν τον φίλο του, έπρεπε να συγκεντρωθεί στον δρόμο.

Το αυτοκίνητο βρισκόταν διαγώνια στο οδόστρωμα. Ο Ετιέν πίεσε τον εαυτό του να ανακτήσει έναν φυσιολογικό ρυθμό αναπνοής, σταμάτησε τους υαλοκαθαριστήρες κι έπιασε το τιμόνι και με τα δυο χέρια. Η μηχανή μούγκρισε μόλις εκείνος πάτησε το γκάζι, οι τροχοί σπινιάρισαν. Ακολούθησε ένα τράνταγμα και ύστερα το αυτοκίνητο επανήλθε στη σωστή λωρίδα. Ο Ετιέν ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του να καταλαγιάζουν. Ευτυχώς ήταν περασμένα μεσάνυχτα και δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο από το αντίθετο ρεύμα.

Υποχρέωσε τον εαυτό του να έχει στυλωμένο το βλέμμα στον δρόμο. Έλπιζε να μη βρεθεί στην πορεία του κάποιο νυκτόβιο ζώο. Δεν είχε καμία διάθεση να χτυπήσει με το αυτοκίνητο κάποια αλεπού, γιατί και να έβγαινε ποτέ για κυ- νήγι αλεπούδων θα το έκανε με άλογο, κάτι που ταίριαζε περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία του. Ακριβώς έτσι ένιωθε και ο φίλος του. Η αγάπη τους για τα άλογα ήταν αυτό που τους είχε φέρει κοντά. Ο Άρθουρ Καπέλ, ο αιώνιος έφηβος, που δεν μπόρεσε ποτέ να απαλλαγεί από το παρατσούκλι της παιδικής του ηλικίας –Μπόι, αγόρι–, ήταν εκπληκτικός παίκτης του πόλο – υπήρξε εκπληκτικός παίκτης του πόλο. Ο Μπόι ήταν μπον βιβέρ, διανοούμενος αλλά και γοητευτικός, τζέντλεμαν σε όλα του, Βρετανός διπλωμάτης που στον πόλεμο προήχθη σε λοχαγό, και τέτοιος άνθρωπος που όλοι τον ήθελαν για σύντροφο. Ο Ετιέν είχε την τύχη να είναι ένας από τους παλιότερους και καλύτερους φίλους του – υπήρξε ένας από τους παλιότερους και καλύτερους φίλους του...

Άλλο ένα δάκρυ κύλησε στο ηλιοκαμένο μάγουλο του Ετιέν. Όμως δεν πήρε το χέρι του από το τιμόνι για να το σκουπίσει. Αν ήθελε να φτάσει σώος και αβλαβής στη Σεν Κιουκιουφά, δεν έπρεπε να αφήσει τις σκέψεις του να τον παρασύρουν ξανά. Αυτή η διαδρομή ήταν η τελευταία εξυ- πηρέτηση που θα έκανε στον νεκρό. Έπρεπε να μεταφέρει στην Κοκό το τρομερό νέο προτού το μάθει την επομένη από τις εφημερίδες ή από το τηλεφώνημα καμιάς κουτσομπό- λας. Ήταν πραγματικά πολύ δυσάρεστο καθήκον, αλλά θα το έκανε με την καρδιά του.

Η Κοκό ήταν ο μεγάλος έρωτας του Μπόι – υπήρξε ο μεγάλος του έρωτας. Αναμφισβήτητα. Κανείς δεν αμφέβαλλε, πόσο μάλλον ο Ετιέν. Αυτός τους είχε συστήσει. Εκείνο το καλοκαίρι στο κτήμα του. Ο Μπόι είχε πάει στο σατό Ρουαγιέ εξαιτίας των αλόγων – και είχε ερωτευτεί την Κοκό, που ήταν φίλη του Ετιέν. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, τότε δεν ήταν ακόμη φίλη του. Ήταν μια κοπέλα που έλεγε τραγούδια με σεξουαλικό περιεχόμενο στο καμπαρέ της Μουλέν –πόλης γνωστής για τη στρατιωτική της βάση–, ενώ τη μέρα μπάλωνε τα παντελόνια των αξιωματικών με τους οποίους διασκέδαζε τη νύχτα. Τρυφερή, με εμφάνιση αγοροκόριτσου, πανέμορφη, χαρούμενη, λεπτοκαμωμένη και συνάμα απίστευτα θαρραλέα και δραστήρια. Ακριβώς το αντίθετο από τον τύπο της grande dame που τόσες νέες γυναίκες της μπελ επόκ επιδίωκαν να γίνουν.

Ο Ετιέν το διασκέδαζε και την καλοδέχτηκε όταν εμφανίστηκε αναπάντεχα στη ζωή του, ωστόσο δεν άλλαξε καμία από τις συνήθειές του για χάρη της. Στην αρχή δεν την ήθελε καν γύρω του, όμως εκείνη ήταν πεισματάρα και έμεινε ούτως ή άλλως. Έναν χρόνο, δύο χρόνια... Ο Ετιέν δεν θυμόταν πόσο καιρό έζησε η Κοκό μαζί του χωρίς ο ίδιος να τη θεωρεί κανονική σύντροφό του. Επί της ουσίας ο Μπόι ήταν εκείνος που του άνοιξε τα μάτια για να δει την εσωτερική ομορφιά και τη δύναμη της Κοκό. Όμως ήταν πολύ αργά πια. Είχε πλέον εγκαταλείψει την ερωμένη του, που δεν υπήρξε ποτέ η μόνιμη αγαπημένη του – συχνό φαινόμενο στον κύκλο του την εποχή πριν από τον μεγάλο πόλεμο. Όμως έγιναν φίλοι. Και θα παρέμεναν φίλοι και αφότου ο Μπόι άφησε την τελευταία του πνοή – όσο γι’ αυτό, έπαιρνε όρκο.

 

*ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: Michelle Marly, Mademoiselle Coco und der Duft der Liebe

 

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS