Θυμάμαι τον εαυτό μου να καμαρώνει που το «βορειότερο» μέρος που έχω ζήσει στην Αθήνα είναι το τέρμα στην οδό Σίνα. Δε φανταζόμουν όμως ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα γινόμουν μετανάστης (ερωτικός, αρχικά) στα Νότια. Μετά, ξέρετε πώς γίνονται τα παιδιά (φυσικό αποτέλεσμα έρωτα και όχι δήθεν «ασφαλών», «ώριμων» και «προγραμματισμένων» σχεδίων), παρέμεινα στη περιοχή μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού μου. Η Βούλα και η Γλυφάδα έγιναν σπίτι μου.

Φαινόμουν άλλωστε από τα σορτσάκια που φόραγα από Μάρτιο (αν και με μπότες). Νομίζω έχω περάσει πιο πολύ χρόνο στα παγκάκια σε πλατείες και πάρκα από ότι σε καρέκλα γραφείου. Τα ραντεβού από το Μάιο και μετά, με τις άλλες μαμάδες κλείνονταν για τη παραλία την επόμενη το απόγευμα και αυτό ήταν ένα καλό κίνητρο για να φεύγω από το γραφείο μου όσο είχε ακόμη φως.

Το «να πάμε κανένα μπάνιο» των Νοτίων είναι το «να κανονίσουμε κανένα καφέ» των Αθηναίων. Τα ράδιο ταξί της Γλυφάδας, αφού δεν οδηγώ, ήξεραν πού ήμουν πάντα. Και πραγματικά ήταν συγκινητικό όταν απελπισμένη που δεν έβρισκα φάρμακα για την ασθενή τότε μητέρα μου, μετά το τρίτο φαρμακείο δόθηκε σήμα από τον ασύρματο να αναζητήσουν όλοι οι οδηγοί από τα φαρμακεία που περνούσαν αυτό που χρειαζόμουν. Είναι το πιο ωραίο μέρος να ζεις. Τα αγόρια και κορίτσια είναι τα πιο ωραία, σέξι και fit του λεκανοπεδίου.

Η ώρα που φεύγεις για δουλειά είναι εκείνη που οι συνταξιούχοι της περιοχής γυρνάνε από τη πρωινή βουτιά τους στη θάλασσα -μα επτά με εννιά το πρωί οι αθεόφοβοι, ακόμη και χειμώνα- Στην επιστροφή σου από τη δουλειά, από την άνοιξη και μετά, καθώς ανεβαίνεις το μετρό στο Ελληνικό βλέπεις παντού ηλιοκαμένους, γεμάτους αλάτια και συνήθως γέλια ανθρώπους να κατεβαίνουν τις σκάλες με τα back bag για την επιστροφή τους στα σπίτια τους.

Και κάπως έτσι τελικά πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου εκεί, με άπειρες ώρες (χαμένες) σε μετρό, στάσεις, ταξί και πήγαινε-έλα. Πάντα όμως στο κεφάλι μου μέσα είχα την επιστροφή στο τσιμέντο. Ήθελα αυτή τη γνώριμη μυρωδιά του καυσαερίου, το θόρυβο των εξατμίσεων, τον ανήσυχο ήχο της πόλης. Την άνεση των μετακινήσεων, τη ταχύτητα της απόφασης να πεταχτείς για έναν καφέ στο Κέντρο που δεν έπαιζε όσο ήμουν κάτω. Το βρίσκομαι δίπλα σε όλα, δυό στάσεις από την Ακρόπολη, αν και δεν βλέπω την Ακρόπολη αλλά τη μπουγάδα του απέναντι.

Ένα μεγάλο κομμάτι του «κοινωνικού» μου ιστού, και κολλητοί φίλοι είναι κάτω. Και σα να έχουν καταλάβει ότι ενώ είμαι σπίτι μου πια, σε ένα στενό που συνδέει δύο κεντρικές λεωφόρους, τη Βουλιαγμένης με την Ηλιουπόλεως μέσα σε αυτή την ασταμάτητη κίνηση, τα γκράφιτι κάτω από το σπίτι μου, τη φλυαρία φυλών, ότι το σπίτι μου δεν μπορεί να είναι σπίτι μου χωρίς αυτούς μέσα. Και φροντίζουν να είναι εδώ συχνά.

Δεν ξέρω αν έγινα ποτέ αληθινή Νότια, με τόση urbaνίλα που έχω αναπνεύσει εκ γενετής. Αλλά ξέρω ότι είχα τη τύχη να μεγαλώσει το παιδί μου σε ένα χαλαρό, κουλ προάστιο που ακούς τζιτζίκια, τριζώνια και κάποιες φορές μαζεύεις και χελώνες στο κήπο του σπιτιού. Που μπορείς να βλέπεις θάλασσα. Ορίζοντα. Και να καταλαβαίνεις τις αλλαγές των εποχών στον ουρανό, που φαίνεται από παντού. Κύκλοι κλείνουν, μερικές φορές χωρίς να έχουν ανοίξει οι επόμενοι. Χωρίς να έχεις τη παραμικρή ιδέα τι έρχεται μετά.

Δεν ξέρω πότε θα απομακρυνθεί η αμηχανία μου. Αυτό που νιώθω τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο απόμακρα. Και πόσο εύκολα ως μαμά μετά από 18 χρόνια μπαίνω σε ρόλο-έκπληξη να περιμένω επίσκεψη στο μικρό μου διαμέρισμα από το γιο μου λίγο πριν ξεκινήσει τη φοιτητική του ζωή σε άλλη χώρα. Ξέρω όμως, είμαι σίγουρη όμως, πως αν, αν ξαναλέω, υπάρχει ακόμη κάτι ρομαντικό σε αυτή τη χώρα είναι το τσιμέντο της Αθήνας.

TAGS