Ήταν μία Παρασκευή του Μαρτίου, αρχές σχετικά του μήνα, που το καθημερινό μου δρομολόγιο, Άλιμος-Μαρούσι, βγήκε από τη μέση του 24ώρου μου, με ένα πρωθυπουργικό, απογευματινό διάγγελμα. Η πανδημία, η τηλεργασία και η απαγόρευση της κυκλοφορίας είχαν μόλις συστηθεί στους Έλληνες, ενώ στην Ιταλία ο ιός είχε βγει παγανιά και θέριζε. Δυστυχώς.

Η επόμενη μέρα μας βρήκε όλους μέσα. Αγκαλιά με τα ιντερνετικά νέα, να ανταλλάσουμε ιατρικά ανακοινωθέντα αμέσως μετά την καλημέρα, η οποία και αυτή είχε κοπεί, όπως κάθε άλλη επαφή. Όπου τον βρήκε τον καθένα η καραντίνα, εκεί και τον ακινητοποίησε. Σαν ακόντιο που ξέφυγε από τον αθλητή του στίβου και πέτυχε τον έρμο στην κερκίδα.

Μετά τα πρώτο μούδιασμα, τον φόβο, τα απανωτά «ξέρωγω, τι φάση» και το νευρικό γέλιο, ακολούθησε μία μανία, υστερική σχεδόν, με την αναπαραγωγή πολύ κακών ειδήσεων, τραγικών λεπτομερειών και ανατριχιαστικών συμβάντων. Ευτυχώς αυτό κράτησε λίγο, γιατί αμέσως μετά, παράλληλα δηλαδή, ήρθε η λαιμαργία να επισκιάσει τα πάντα, ακόμα και τη σκέψη μας. Το φαγητό έγινε το βασικό θέμα συζήτησης, το κέντρο του κόσμου μας. Η βόλτα στα σούπερ μάρκετ διόλου απολαυστική πλέον, αλλά με τη βαρύτητα μιας κάποιας εξόδου, ίσως της μοναδικής για μέρες.

«Πώς κοιμήθηκες;», «τι θα φάμε;», «Τι είπε ο Τσιόρδας σήμερα;». Στο όνομα του τελευταίου, το προφορικό κόμπιασμα που χαρίζουν τα δύο σύμφωνα στη σειρά, του δέλτα πριν το ρο, έφερε μερικές στιγμές ψυχικής ανάπαυλας, μιας έννοιας ανάλαφρης, μακριά από το θανατικό. «Ρε συ, πες τον σωστά τον άνθρωπο, Τσιόδρας λέγεται» και άλλα τέτοια. Ευτυχώς.

Κι ενώ «ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω» ευρισκόμενη ένα μεγάλο μέρος της ημέρας και της νύχτας μέσα στο διαδίκτυο, ανταλλάσσοντας smiley με μάσκες, στο μέσεντζερ, με φίλους και γνωστούς, μπερδεύτηκα.

Η πρώτη βδομάδα πέρασε νερό, λες και είχα κάνει πρόβα το lockdown, όπως έκανα όταν τραγουδούσα το Too Shy των Kajagoogoo στην προεφηβεία μου. Λες και το «όλη μέρα με κολάν» με έκανε πιο ευέλικτη, ξαφνικά, πιο σβέλτη. Ο χρόνος έτρεχε. Τίποτα δε μου έλειπε. Άλλωστε όσοι αγαπάω ήταν γύρω μου και η καθημερινή εργασία, έστω κι από απόσταση μου πρόσφερε την πολυπόθητη ρουτίνα, που όπως λένε οι ψυχολόγοι έχουμε ανάγκη όλα τα έλλογα όντα για να μη σαλτάρουμε. Ρουτίνα ίσον καλό. Καλό ίσον ψυχική ισορροπία. Ψυχική ισορροπία ίσον ενδιαφέροντα ποστ στα σόσιαλ μίντια. Εκεί, που η ζωή δε φοβάται κανέναν ιό, μιας και έχει mcaffee antivirus.

Κι ενώ «ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω» ευρισκόμενη ένα μεγάλο μέρος της ημέρας και της νύχτας μέσα στο διαδίκτυο, ανταλλάσσοντας smiley με μάσκες, στο μέσεντζερ, με φίλους και γνωστούς, μπερδεύτηκα. Παραμυθιάστηκα ότι όλα ήταν οκέι. Το ίδιο έκανα και πριν, άλλωστε. Έστελνα πάλι εμότικονς. Μόνο το smiley δε φορούσε μάσκα.

Λάρα Κροφτ με μεσογειακό φιζίκ και ποδιά μαγειρικής, όμως. Και όρεξη για μαγείρεμα που θα ζήλευε και η μισελενάτη, Βρετανίδα σεφ, Clare Smyth.

Μία άλλη σταθερά, που δεν μετακινήθηκε, απλώς άλλαξε κανάλι επικοινωνίας, ήταν η εκγύμναση του σώματος. Του μυαλού, εντάξει, τσεκ με τη δουλειά, του κορμιού εντάξει, τσεκ με τη Νικόλ, τη δασκάλα-βιονική γυναίκα, η οποία έβαλε φωτιά στο Zoom. Κάθε απόγευμα, όλες μέσα. Πολλές μικρές οθόνες μέσα στην μεγάλη οθόνη και χωρίς δικαιολογία για απουσία. Έξι μέρες την εβδομάδα επί 100 κοιλιακούς τη μέρα, δέκα λεπτά σανίδα και πολλά, πάρα πολλά βαθιά καθίσματα. Κρίμα που το καλοκαίρι φέτος δεν έχει κονφιρμάρει επισήμως την άφιξή του ακόμα, τουλάχιστον όχι με την παραδοσιακή φορεσιά του, μαγιό και σαγιονάρα στην παραλία, γιατί νιώθω πιο Λάρα Κροφτ από ποτέ.

Λάρα Κροφτ, με μεσογειακό φιζίκ και ποδιά μαγειρικής, όμως. Και όρεξη για μαγείρεμα που θα ζήλευε και η μισελενάτη, Βρετανίδα σεφ, Clare Smyth. Ασχέτως αποτελέσματος -άλλες φορές περνάει το πάσο, άλλες όχι-, η κουζίνα ατμίζει κάθε μέρα, ο φούρνος καίει και το σπίτι αποκτά επιτέλους εκείνο το γλυκό, γεμάτο θαλπωρή τσίκνισμα που αναδύει μια παραγωγική εστία. Για πρώτη φορά, αρχίζω και μοιάζω τόσο στη μαμά μου, με νοιάζει καθημερινά να ταΐσω τη φαμίλια -η οποία τόσα χρόνια ταϊζόταν μόνη της και το τρίτο μέλος της είναι τετράποδο-, μόνο που στον κιμά βάζω έξτρα καρότο και πιπεριά, σε σχέση με εκείνη (τη μαμά μου) που λατρεύει την έξτρα κανέλα και το γαρίφαλο.

Να κάνουμε διαλογισμό; Να κάνουμε ενδοσκόπηση; Να τη δούμε αλλιώς; Να γίνουμε ξαφνικά καλύτεροι, ανώτεροι, σοφότεροι; Να δούμε το φως μέσα στο σκοτάδι; Θα τα κάνουμε και θα τα δούμε όλα, εν ευθέτω χρόνω.

Η καραμέλα της δημιουργικής καραντίνας δεν πιπιλίσθηκε. Ένας ακόμα ψυχαναγκασμός στους τόσους. Δε φτάνει που μας έκατσε να γίνουμε θεατές ενός κόσμου που αλλάζει πρέπει να είμαστε και φουλ πλουτοφόροι; Να δούμε σόνι και ντε το Unorthodox ή το Tiger King τώρα; Να δούμε τις θεατρικές παραστάσεις που χάσαμε όλα αυτά τα χρόνια; Να κάνουμε διαλογισμό; Να κάνουμε ενδοσκόπηση; Να τη δούμε αλλιώς; Να γίνουμε ξαφνικά καλύτεροι, ανώτεροι, σοφότεροι; Να δούμε το φως μέσα στο σκοτάδι; Θα τα κάνουμε και θα τα δούμε όλα, εν ευθέτω χρόνω. Εάν τα κάνουμε και εάν τα δούμε. Όσοι τα κάνουμε και όσοι τα δούμε. Για την ώρα, ας παρακολουθήσουμε σιωπηλοί το θέαμα. Και μετά, αφού θα έχει καθίσει η σκόνη, βγάζουμε τα συμπεράσματά μας. Έτσι κι αλλιώς το επεισόδιο αυτό μοιάζει να έχει cliffhanger, ανοιχτό φινάλε. 

Ξέρω ότι αλλάζω αλλά δεν ξέρω τι γίνομαι.

 

*Η Έφη Αλεβίζου είναι δημοσιογράφος, διευθύντρια σύνταξης του womantoc.gr

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS