Η γαλλίδα Ακαδημαϊκός κληροδότησε ένα πλούσιο αρχείο στους μελετητές του έργου της αλλά «έθαψε» το παραμικρό αποδεικτικό που θα μπορούσε να παραβιάσει τις κρυφές πτυχές της ζωής της. Το «Τι; Η αιωνιότητα» είναι το αυτοβιογραφικό κύκνειο άσμα της

Στις 6 Μαρτίου 1980 η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ εκλέχθηκε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Είχε φροντίσει να βρίσκεται μακριά από τα τεκταινόμενα των Παρισίων, όπου ορισμένοι θεωρούσαν σκανδαλώδη την επιλογή γυναίκας για το αξίωμα. Εκείνη την ημέρα φωτογραφήθηκε σε μια προβλήτα του Μαϊάμι, λίγο προτού να αναχωρήσει για κρουαζιέρα στην Καραϊβική. Αυτοί που τη γνώριζαν εκ του σύνεγγυς είπαν ότι είχε προγραμματίσει το ταξίδι ώστε να δοθεί η εντύπωση πως αδιαφορεί για τις αποφάσεις των Αθανάτων. Στην ουσία η φυγή της ήταν επιμελώς ανέμελη. Η Γιουρσενάρ είχε πλάσει τον χαρακτήρα του δημόσιου προσώπου της και προσπαθούσε διαρκώς να τον επιβάλει. Ετσι, ενώ κληροδότησε ένα πλούσιο αρχείο στους μελετητές της, έθαψε το παραμικρό αποδεικτικό που θα μπορούσε να παραβιάσει κάποιες πτυχές της ζωής της που έπρεπε να μείνουν κρυφές. Ταξινομούσε την αλληλογραφία της και αντέγραφε έγγραφα, κάρτες και διάφορα μηνύματα που συνθέτουν την πορεία της. Είναι εμφανές ότι ήθελε να προσανατολίσει τους βιογράφους της. Οι εικασίες και οι βεβαιότητες ίσως ανατραπούν σε σαράντα χρόνια από σήμερα, όταν το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ θα μπορεί να χρησιμοποιήσει το μέρος τού αρχείου που δώρισε η συγγραφέας των «Απομνημονευμάτων του Αδριανού» με τον όρο να περάσει μισός αιώνας προτού οι βιογράφοι να επιχειρήσουν βουτιές αδιακρισίας στον προσωπικό της κόσμο. Οι ανυπόμονοι θα πρέπει να αρκεστούν στην ανάγνωση της τριλογίας «Ο λαβύρινθοςτου κόσμου» που αναφέρεται στην οικογένειά της και στα πρώτα χρόνια της. Το τελευταίο μέρος του έργου «Τι; Η αιωνιότητα» μεταφράστηκε πρόσφατα από την Ιωάννα Χατζηνικολή, η οποία έχει αποδώσει στην ελληνική σχεδόν το σύνολο του έργου της Γιουρσενάρ. Οι δύο πρώτοι τόμοι «Ευλαβικές αναμνήσεις» και «Αρχεία του Βορρά»μεταφράστηκαν το 1982 και το 1988 αντιστοίχως. 

Στο κύκνειο άσμα της η Γιουρσενάρ αναφέρεται αρκετά για τον πατέρα της Μισέλ ντε Κραγιανκούρ αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν τον λάτρευε, αν τον μισούσε ή τον ζήλευε: «Δεν ξέρω αν αγαπούσα ή όχι εκείνο τον ψηλό κύριο, που ήταν στοργικός χωρίς χαϊδολογήματα, που δεν μου απηύθυνε ποτέ εκδηλώσεις αγάπης και μερικές φορές μού έστελνε ένα καλοσυνάτο χαμόγελο».

Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ είχε πει πως θα έγραφε ως τη στιγμή που η πένα θα έπεφτε από τα χέρια της. Εφυγε σε ηλικία 84 ετών, προτού να ολοκληρώσει το «Τι; Η αιωνιότητα». Η αιωνιότητα ήταν κατά τη γνώμη της συνώνυμη με το κενό. Ελεγε ότι δεν την κατανοούμε· απλώς τη διαπιστώνουμε. Σε αυτό το βιβλίο μιλάει για τον εαυτό της. Στους δύο προηγούμενους τόμους τής τριλογίας μιλάει για την ιστορία της οικογένειας για να καταλήξει στα παιδικά της χρόνια στις αρχές του αιώνα. Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον διακριτικής χλιδής, χωρίς μητέρα και με κοσμοπολίτη πατέρα, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (Yourcenar, αναγραμματισμός του Crayencour) δεν είχε πολλές αναμνήσεις από την παιδική ηλικία. Από αφηγήσεις έμαθε για διάφορα περιστατικά με τις γκουβερνάντες, το υπηρετικό προσωπικό και θυμήθηκε κάποιες σκηνές από τα πολλά ταξίδια της. Παρά τον πλούτο και την ευγενική καταγωγή δεν ένιωσε ποτέ κάποιο αίσθημα κοινωνικής υπεροχής· έλεγε ότι περισσότερο από οτιδήποτε την ενδιέφερε η ανθρώπινη επαφή. Οταν ήταν παιδί δεν έδινε μεγαλύτερη σημασία στα μεγαλοαστικής αγωγής ξαδέλφια της από ό,τι στα παιδιά του κηπουρού.

Στο κύκνειο άσμα της η Γιουρσενάρ αναφέρεται αρκετά για τον πατέρα της Μισέλ ντε Κραγιανκούρ αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν τον λάτρευε, αν τον μισούσε ή τον ζήλευε: «Δεν ξέρω αν αγαπούσα ή όχι εκείνο τον ψηλό κύριο, που ήταν στοργικός χωρίς χαϊδολογήματα, που δεν μου απηύθυνε ποτέ εκδηλώσεις αγάπης και μερικές φορές μού έστελνε ένα καλοσυνάτο χαμόγελο». Μέσα από τις σελίδες τού «Τι; Η αιωνιότητα» διαπιστώνουμε ότι η δεσποινίς Ντε Κραγιανκούρ ήταν ένα παράξενο παιδί. Αντί να παίζει με κούκλες προτιμούσε να της υπαγορεύουν ορθογραφία. Ηταν ένα παιδί που το κακομάθαινε ο κόσμος των μεγάλων. Είχε πενήντα χρόνια διαφορά με τον πατέρα της και ο ετεροθαλής αδελφός της ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος. Η κατ' οίκον διδασκαλία δεν της επέτρεψε να αποκτήσει φίλους τής ηλικίας της αλλά της έδωσε μορφωτικό επίπεδο που δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί κανένας συνομήλικός της. Εμαθε αγγλικά ταξιδεύοντας και διαβάζοντας μεταφρασμένο Μάρκο Αυρήλιο χωρίς όμως ποτέ να αποβάλει την προφορά της μητρικής της γλώσσας. Αργότερα οι επικριτές της υποστήριζαν ότι τα κείμενά της έβριθαν «αγγλισμών» λόγω της μακρόχρονης παραμονής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αμφιφυλοφιλία της Γιουρσενάρ έγινε το επίκεντρο των αστεϊσμών των κύκλων που δεν ήθελαν γυναίκα στην Ακαδημία. Ορισμένοι έλεγαν χαιρέκακα ότι δεν ήταν «εντελώς γυναίκα».

Η Γιουρσενάρ έζησε για δεκαετίες στην Αμερική. Είχε εγκατασταθεί στη νήσο Μάουντ Ντέσερτ του Ατλαντικού μαζί με την επί χρόνια ερωτική της σύντροφο Γκρέις Φρικ. Στον τελευταίο τόμο του «Λαβυρίνθου» εξηγεί γιατί προτιμούσε τη γυναικεία συντροφιά, καίτοι μετά τον θάνατο της Γκρέις συνοδευόταν από τον κατά σαράντα χρόνια νεότερό της Τζέρι Ουίλσον. Δεν είχε ποτέ αναστολές σχετικά με τις προτιμήσεις της ­ απέφευγε όμως τον όρο ομοφυλοφιλία επειδή τον έβρισκε υπερβολικά «ιατρικό». Το ζήτημα την είχε απασχολήσει από το πρώτο της μυθιστόρημα «Αλέξης ή η συγγραφή του μάταιου αγώνα» (1929). Κατά μια παράδοξη σύμπτωση όταν η Γιουρσενάρ έγραφε αυτό το νεανικό της έργο ήταν ερωτευμένη με έναν άνδρα που προτιμούσε τους άνδρες.

Η υποδοχή της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στην Ακαδημία προβλήθηκε από την τηλεόραση σε απευθείας μετάδοση. Στον λόγο της είπε ότι συνοδεύεται από έναν αόρατο θίασο γυναικών που θα έπρεπε να έχει γίνει δεκτός στην Ακαδημία από τον προηγούμενο αιώνα. Συμπλήρωσε: «αισθάνομαι τον πειρασμό να παραμερίσω για να επιτρέψω στις σκιές τους να περάσουν».

Η αμφιφυλοφιλία της Γιουρσενάρ έγινε το επίκεντρο των αστεϊσμών των κύκλων που δεν ήθελαν γυναίκα στην Ακαδημία. Ορισμένοι έλεγαν χαιρέκακα ότι δεν ήταν «εντελώς γυναίκα». Αλλοι, πιο διακριτικοί, υποστήριζαν ότι δεν μπορούσε να γίνει μέλος επειδή είχε βελγική υπηκοότητα από τη μητέρα της. Διαπιστώθηκε με έκπληξη ότι ήταν αμερικανίδα υπήκοος και δεν είχε φροντίσει να διατηρήσει τη γαλλική ιθαγένεια. Ευτυχώς εκτός από παθιασμένους εχθρούς είχε και ένθερμους φίλους. Τελικά το σύνολο συγκατάθεσε στην εκλογή της μάλλον επειδή ειπώθηκε πως δεν θα συμμετείχε στις συνεδρίες στο quai Conti αφού ζούσε μόνιμα στο εξωτερικό. Πράγματι πήγε μόνο μία φορά και δήλωσε: «Είναι κάτι γεροντοπαλίκαρα που διασκεδάζουν παρέα τις Πέμπτες. Νομίζω ότι μια γυναίκα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει εκεί μέσα».

Κάποιες αντιρρήσεις για την εκλογή της διατυπώθηκαν επειδή τα έργα της «είχαν διαβαστεί πολύ». Είχαν κυκλοφορήσει ­ εκτός από το μνημειώδες ιστορικό μυθιστόρημα για τον Αδριανό ­ τα πεζογραφήματα «Διηγήματα της Ανατολής», η «Χαριστική βολή», «Η Αβυσσος», οι «Φωτιές» και οι δύο τόμοι της τριλογίας. Είχε επίσης στο ενεργητικό της μεταφράσεις έργων της Βιρτζίνια Γουλφ και του Χένρι Τζέιμς ενώ είχε επιμεληθεί και μεταφράσει ανθολογίες για τα μαύρα τραγούδια της Αμερικής «Fleuve profond, sombre riviére, "Negro Spirituals"» και για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση «Το στεφάνι και η λύρα». Το ενδιαφέρον της για τους έλληνες δημιουργούς είχε εκδηλωθεί ήδη από το 1958 όταν εξέδωσε τη μελέτη «Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη» (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χατζηνικολή σε μετάφραση Γ. Π. Σαββίδη). Ο τόμος αυτός συνοδευόταν από μεταφράσεις ποιημάτων του Αλεξανδρινού που τις συνυπέγραφε η Γιουρσενάρ και ο Κ. Θ. Δημαράς. Είχε άλλωστε γνωρίσει την προπολεμική Ελλάδα σε κάποια από τα αναρίθμητα ταξίδια της και είχε συναναστραφεί τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

Η υποδοχή της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στην Ακαδημία προβλήθηκε από την τηλεόραση σε απευθείας μετάδοση. Στον λόγο της είπε ότι συνοδεύεται από έναν αόρατο θίασο γυναικών που θα έπρεπε να έχει γίνει δεκτός στην Ακαδημία από τον προηγούμενο αιώνα. Συμπλήρωσε: «αισθάνομαι τον πειρασμό να παραμερίσω για να επιτρέψω στις σκιές τους να περάσουν». Τις επόμενες ημέρες ξεκίνησε για ένα μεγάλο ταξίδι με τον Τζέρι Ουίλσον. Επισκέφθηκαν την Αλγερία, το Μαρόκο, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Αγγλία. Επέστρεψαν στην Αμερική και τον επόμενο χρόνο βρίσκονταν πάλι στην Ευρώπη για να πραγματοποιήσουν μια κρουαζιέρα από τη Βενετία στην Αίγυπτο. Ενα χρόνο προτού να συμπληρώσει τα ογδόντα της χρόνια ξεκίνησε για ακόμη μια εντυπωσιακή διαδρομή στην Υφήλιο μαζί με τον νεαρό τον οποίον «αγαπούσε τρελά». Πήγαν μαζί στην Ιαπωνία, στην Ταϊλάνδη, στις Ινδίες και επισκέφθηκαν την Ελλάδα για να δουν το Ναύπλιο, τις Μυκήνες και την Επίδαυρο.

Οι πτήσεις από και προς την Αμερική είχαν γίνει κάτι παραπάνω από συχνές: οι δυο τους πήγαν στο Αμστερνταμ, στο Ναϊρόμπι, στη Μασσαλία, στο Τζαϊπούρ. Λίγο προτού να ξεκινήσουν για το Νεπάλ διαπίστωσαν ότι οι αδιαθεσίες του Τζέρι οφείλονταν στον ιό του AIDS. Σύντομα έζησε τη δεύτερη «χηρεία» της. Οταν έμεινε μόνη και αδύναμη δεν δίστασε να ταξιδέψει και πάλι από το Μάουντ Ντέσερτ στο Παρίσι. Στα τελευταία ταξίδια της, παρά την κούραση κρατούσε σημειώσεις για το «Τι; Η αιωνιότητα». Οπως είχε ευχηθεί, έγραφε ώσπου η πένα έπεσε από τα χέρια της. Οι τελευταίες σελίδες του «Λαβυρίνθου» έμειναν κενές. Το κενό δεν είναι άλλωστε συνώνυμο του αιώνιου;

 

 

TAGS