0
SHARES

«Ο Βιντάλ Σασούν, το αντισυλληπτικό χάπι και η μίνι φούστα άλλαξαν τα πάντα», έχει ισχυριστεί η Μαίρη Κουάντ. Αναμφίβολα και οι τρεις συνέβαλαν στη γυναικεία χειραφέτηση. Επίσης συνδέθηκαν με τη Βρετανίδα σχεδιάστρια: Η Κουάντ έκανε μόδα το κοντό καρέ κούρεμα του Βιντάλ Σασούν, εγκωμίασε το αντισυλληπτικό χάπι γιατί τής έδωσε τη δυνατότητα να αναβάλει τη μητρότητα μέχρι να χτίσει την καριέρα της, και διέδωσε τη μίνι φούστα.

Έτσι η Κουάντ πέρα από πρωτοπόρος της μόδας έγινε πρότυπο για τη γυναίκα των σίξτις που λάτρεψε την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την πρόκληση. Στην αυτοβιογραφία της «Mary Quant: Autobiography» περιγράφει με ζωντάνια –και με μια δόση νοσταλγίας– το πνεύμα εκείνης της εποχής. 

H Μαίρη Κουάντ πέρα από πρωτοπόρος της μόδας έγινε πρότυπο για τη γυναίκα των σίξτις που λάτρεψε την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την πρόκληση. Σχέδιο του 1967 © Victoria and Albert Museum.

Η Μαίρη Κουάντ είναι παθιασμένη με τη μόδα από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Οι γονείς της, δάσκαλοι από την Ουαλία, δεν την άφησαν να τη σπουδάσει γιατί πίστευαν ότι δεν είχε καμία επαγγελματική προοπτική, αντιμέτωποι όμως καθώς ήρθαν με την επιμονή της κόρης τους κατέληξαν σε συμβιβασμό και της επέτρεψαν να εγγραφεί στη Σχολή Καλών Τεχνών του Κολεγίου Γκόλντσμιθ. Εκεί η Μαίρη συνάντησε ένα κλίμα δημιουργικότητας και ελευθερίας έκφρασης. (Συνάντησε, ακόμη, το 1953 σε ηλικία 19 ετών, τον Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν, «έναν συνδυασμό από Μικ Τζάγκερ και Πολ ΜακΚάρτνεϊ», ο οποίος έγινε σύντροφός της και αργότερα σύζυγός της.)

Η μεταπολεμική γενιά των Λονδρέζων διψούσε για τέχνη, θέατρο, κινηματογράφο, ντιζάιν, μόδα, φαγητό, σεξ, μουσική, χορό. Έγινε η μαγιά από την οποία ξεπήδησαν τα κινήματα των Mods και των Rockers, που συμπαρέσυραν τη Μαίρη και τις φίλες της σε ένα έξαλλο για την ηθική της εποχής ντύσιμο, με σορτς ή φούστες πάνω από το γόνατο, γυαλιστερά τοπ ή εφαρμοστά πουλόβερ, ψηλές κάλτσες ή διχτυωτά καλσόν.

Η παρέα της δεν έβρισκε πάντα στο εμπόριο ρούχα να την εκφράζουν, οπότε η Κουάντ άρχισε να τα φτιάχνει η ίδια.

Η παρέα της δεν έβρισκε πάντα στο εμπόριο ρούχα να την εκφράζουν, οπότε η Κουάντ άρχισε να τα φτιάχνει η ίδια. Το 1955 οι ιδέες της βρήκαν στέγη στην πρώτη μπουτίκ που άνοιξαν με τον Αλεξάντερ με τη βοήθεια ενός πλούσιου κληροδοτήματoς του τελευταίου (5.000 λίρες). Η Bazaar, όπως ονομάστηκε, προκάλεσε πανζουρλισμό. Ενώ η πελατεία συνέρρεε, πλήθη «καθωσπρέπει» Λονδρέζων συγκεντρώνονταν απέξω, φώναζαν «Ανήθικοι!» και κοπανούσαν με τις ομπρέλες τους το τζάμι της βιτρίνας. Πέτρα του σκανδάλου υπήρξαν οι ντυμένες με μίνι φούστες κούκλες μανεκέν που πόζαραν ευθαρσώς στο εσωτερικό της.

Η Κουάντ έγινε γνωστή ως η «εφευρέτρια του μίνι», ωστόσο στην πραγματικότητα διίστανται οι απόψεις σχετικά με την πατρότητα του ενδύματος. Ακόμη και η ίδια παραδέχεται εξάλλου στην αυτοβιογραφία της ότι την ίδια περίοδο ένας άλλος σχεδιαστής στη Γαλλία, ο Αντρέ Κουρέζ, επίσης κόντυνε τον ποδόγυρο. Ωστόσο η Κουάντ έδωσε στο μίνι όνομα –από το αγαπημένο της αμάξι, το Mini Cooper– και το επέβαλε στον κόσμο της μόδας.

Η King’s Road, όπου βρισκόταν η μπουτίκ, έγινε η πασαρέλα του μίνι. Οι φωτορεπόρτερ συνωστίζονταν στον δρόμο για να απαθανατίσουν τα τολμηρά κορίτσια που λικνίζονταν στους ρυθμούς του Swinging London, όπως έγινε γνωστή στα σίξτις η βρετανική μητρόπολη. Βοηθούσης της δημοσιότητας και της γειτνίασης του Bazaar με το Θέατρο της Βασιλικής Αυλής, στην πελατεία της Κουάντ προστέθηκαν διασημότητες όπως η Όντρεϊ Χέπμπορν, η Μπριζίτ Μπαρντό και αργότερα οι Beatles και Rolling Stones, οι Ντέιβιντ Μπέιλι και Ρίτσαρντ Άβεντον, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ και τα μοντέλα Τζιν Σρίμπτον και Τουίγκι.

Η μίνι φούστα δεν ήταν πάντως το μοναδικό μπεστ σέλερ του μαγαζιού. Σαν ζεστά ψωμάκια πωλούσαν και οι πουά φουφούλες, οι skinny τουνίκ, το κολάρο του Πίτερ Παν, όπως και τα καυτά σορτς, τα οποία επίσης έχουν θεωρηθεί επινόηση της Κουάντ. Η μεγαλύτερη, ωστόσο, επιτυχία που αποδόθηκε στην Κουάντ ήταν ο εκδημοκρατισμός της μόδας.

Η μεγαλύτερη, ωστόσο, επιτυχία που αποδόθηκε στην Κουάντ ήταν ο εκδημοκρατισμός της μόδας.

Μέχρι τη δεκαετία του ’50 επικρατούσαν οι παρισινοί οίκοι υψηλής ραπτικής, που απευθύνονταν αποκλειστικά σε κυρίες της ανώτερης κοινωνικής τάξης και που λίγο εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Για παράδειγμα το εμβληματικό New Look του Dior, που ντεμπούταρε το 1947 ως αντίδραση στη λιτότητα της περιόδου του πολέμου, δεν βγήκε ποτέ από τα αστικά σαλόνια. Αντιθέτως η Κουάντ πρότεινε ένα στυλ ευκολοφόρετο και οικονομικά προσιτό, που υιοθετήθηκε αμέσως από τις κοπέλες των μεσαίων και κατώτερων κοινωνικά στρωμάτων.

Βοηθούσης της δημοσιότητας και της γειτνίασης του Bazaar με το Θέατρο της Βασιλικής Αυλής, στην πελατεία της Κουάντ προστέθηκε ένα πλήθος από διασημότητες. Εξώφυλλο της Vogue σε στυλ Mary Quant.

Η Κουάντ υποστηρίζει ότι έφερε την επανάσταση και στις αμερικανικές επιδείξεις μόδας, όταν το 1962 διέσχισε τον Ατλαντικό για να προωθήσει την πρώτη της συλλογή για την αμερικανική αλυσίδα καταστημάτων JC Penney. Η ακολουθία της απαρτιζόταν κυρίως από νεαρές Βρετανίδες. «Οι Αμερικανίδες ντύνονταν ακόμη σαν την Μπάρμπαρα Στάνγουικ. Εμείς, από την άλλη, μοιάζαμε όλες δεκαέξι ετών και δεν σταματούσαμε ποτέ να χορεύουμε τζάιβ, τουίστ και ροκ εν ρολ», θυμάται.

Αναπόφευκτα η ζωντάνια του Swinging London μεταφέρθηκε στις αμερικανικές πασαρέλες, όπου μέχρι τότε ανέβαιναν γυναίκες παγωμένες και άχρωμες, με κορσέδες και μαλλί «λάχανο». Πλέον χιλιάδες άτομα συνωστίζονταν για να δουν από κοντά τα κοκαλιάρικα νεαρά μοντέλα της Κουάντ να χορεύουν στα ντεφιλέ υπό τους ήχους ποπ συγκροτημάτων.

Η πιο ένθερμη πρέσβειρα του στυλ Κουάντ ήταν πάντως η ίδια η σχεδιάστρια, που μετέτρεψε τον εαυτό της σε ζωντανό μανεκέν. Εμβλήματά της έγιναν η λιπόσαρκη σιλουέτα και το μίνι, που δεν αποχωρίστηκε ούτε όταν επισκέφτηκε το Παλάτι του Μπάκιγχαμ (1966) για να παραλάβει από τη βασίλισσα Ελισάβετ το παράσημο της βρετανικής αυτοκρατορίας, και κυρίως το κούρεμα του Βιντάλ Σασούν.

Να πώς έγινε η γνωριμία της με τον κομμωτή: Μια ημέρα, καθώς περπατούσε στον δρόμο, κοντοστάθηκε σε μια βιτρίνα, μπροστά στη φωτογραφία ενός κουρέματος. Μπήκε μέσα, πήρε ένα ξεχαρβαλωμένο, κλειστοφοβικό ασανσέρ και ανέβηκε στο κομμωτήριο, όπου τον είδε για πρώτη φορά, «να κουρεύει με το στυλ που μαγειρεύουν οι σεφ περιωπής». Εκείνη την ημέρα δεν είχε χρήματα, αλλά αποφάσισε να κάνει οικονομία για να εξασφαλίσει ένα κούρεμα από τον Βιντάλ Σασούν. Από τη στιγμή που τον δοκίμασε, δεν άλλαξε ποτέ πια κομμωτή. Γιατί, όπως ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία της, ο Σασούν απάλλαξε τις γυναίκες από το μαρτύριο τού να ψήνονται κάτω από κάσκες σεσουάρ με χοντρά ρόλεϊ τυλιγμένα μέχρι το κρανίο και τους χάρισε την ελευθερία να κολυμπούν, να οδηγούν κάμπριο ή να περπατούν στη βροχή χωρίς να ανησυχούν για το χτένισμά τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 η Κουάντ δεν παρουσίασε άλλες καινοτομίες στη μόδα των ρούχων.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 η Κουάντ δεν παρουσίασε άλλες καινοτομίες στη μόδα των ρούχων. Έδωσε, εξάλλου, έμφαση στον σχεδιασμό καλλυντικών, αρωμάτων και ειδών σπιτιού, όλα με την εμβληματική μαύρη μαργαρίτα που συνήθιζε να ζωγραφίζει αφηρημένη στα πρώτα σκίτσα της και που έκανε λογότυπό της. Τα καλλυντικά της συνεχίζουν να κυκλοφορούν μέχρι σήμερα (www.maryquant.co.uk).

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 η Κουάντ δεν παρουσίασε άλλες καινοτομίες στη μόδα των ρούχων. Έδωσε έμφαση στον σχεδιασμό καλλυντικών, αρωμάτων και ειδών σπιτιού, όλα με την εμβληματική μαύρη μαργαρίτα που συνήθιζε να ζωγραφίζει αφηρημένη στα πρώτα σκίτσα της και που έκανε λογότυπό της.

Στα 89 χρόνια της η Κουάντ διατηρεί το στυλ που την είχε καθιερώσει στα σίξτις. Η σχεδιάστρια ευτύχησε να βρεθεί στο επίκεντρο του youthquake, του «σεισμού της νεολαίας» όπως θα μπορούσε να μεταφραστεί η πολιτιστική επανάσταση που συντελέστηκε εκείνη την εποχή. Ή όπως το έθεσε η Ερνεστιν Κάρτερ (1906-1983), μια από τις σημαντικότερες συντάκτριες μόδας του εικοστού αιώνα: «Ελάχιστοι τυχεροί γεννιούνται τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος με τα σωστά ταλέντα. Στην πρόσφατη μόδα είναι τρεις: η Σανέλ, ο Ντιόρ και η Μαίρη Κουάντ».

Η 89χρονη σήμερα σχεδιάστρια ευτύχησε να βρεθεί στο επίκεντρο του youthquake, του «σεισμού της νεολαίας» όπως θα μπορούσε να μεταφραστεί η πολιτιστική επανάσταση που συντελέστηκε εκείνη την εποχή.

Info

Τα στοιχεία του θέματος προέρχονται από την αυτοβιογραφία «Mary Quant: Autobiography», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Headline. Μέχρι τις 16 Φεβρουαρίου 2020 γίνεται έκθεση στο λονδρέζικο Μουσείο V&A (www.vam.ac.uk) αφιερωμένη στη σχεδιάστρια, με πάνω από 200 ρούχα και αξεσουάρ της που άλλαξαν τη μόδα.

Δείτε αυθεντικό ρεπορτάζ για τη Μαίρη Κουάντ από το 1966.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram.

TAGS