Σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ένα ποσοστό των κατοίκων χαρακτηρίζονται ως φτωχοί. Τι είναι όμως η φτώχεια; Σύμφωνα με τον επικρατέστερο ορισμό, φτώχεια σημαίνει ανεπαρκές εισόδημα. Ως απότοκος αυτού είναι η αδυναμία υιοθέτησης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου ζωής: έλλειψη της δυνατότητας να υπάρχει στο τραπέζι κρέας κάποιες μέρες της εβδομάδας, μη ικανότητα στοιχειώδους ένδυσης, καμία σκέψη για διακοπές μία φορά τουλάχιστον τον χρόνο, δυσκολία να γεμίσει το βυτίο πετρελαίου τον χειμώνα. Ωστόσο, το τι θεωρείται αναγκαίο και το τι απαραίτητο διαφοροποιείται ανάλογα με την κοινωνία και την εποχή. Για αυτόν ακριβώς το λόγο η φτώχεια είναι άλλοτε σχετική και άλλοτε απόλυτη. Ως απόλυτη φτώχεια θεωρείται το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα καθορισμένο ποσό δολαρίων την ημέρα. Η επικρατέστερη ερμηνεία αφορά το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Κάτι που απαντάται στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Ως σχετική φτώχεια ορίζεται το ποσοστό των ατόμων σε μια χώρα που ζουν με εισόδημα κατώτερο του 60% του μέσου εισοδήματός της. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι που διαθέτουν εισόδημα λιγότερο από το 60% του μέσου εισοδήματος της χώρας τους χαρακτηρίζονται φτωχοί ή κινδυνεύουν με κοινωνικό αποκλεισμό. Η σχετική φτώχεια είναι και ο πιο συχνά χρησιμοποιούμενος όρος στις ανεπτυγμένες χώρες.

Οι άνθρωποι που διαθέτουν εισόδημα λιγότερο από το 60% του μέσου εισοδήματος της χώρας τους χαρακτηρίζονται φτωχοί ή κινδυνεύουν με κοινωνικό αποκλεισμό

Όμως ας έρθουμε στα δικά μας. Σε δεινή οικονομική κατάσταση βρίσκονται σχεδόν 7 στους 10 Έλληνες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, τα οποία παραθέτει ο ΣΕΒ, το 68,3% του πληθυσμού ζει κοντά στο όριο της φτώχειας. Συγκεκριμένα, το 12,9% έχει εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας και το 55,4% είναι οικονομικά ευάλωτο. Πρακτικά, κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί κάτω από το όριο της φτώχειας, αφού δεν έχει αποταμιεύσεις που μπορούν να το συντηρήσουν για περισσότερο από τρεις μήνες. Ήτοι οι καταθέσεις του στην τράπεζα είναι λιγότερες από 1.000 ευρώ.

Άραγε πώς καταπολεμείται η φτώχεια; Αρκούν διαρθρωτικές αλλαγές ή απαιτείται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο; Ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για την άμβλυνση της γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας, αλλά και της ανεργίας που αντίκειται στην παραγωγή πλούτου και την κοινωνική ευημερία;

Πώς θα στηριχθούν άμεσα οι άνθρωποι που βρίσκονται ήδη κάτω από το όριο της φτώχειας; 

Μήπως οι δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια στην Ελλάδα επιβάλλεται να αυξηθούν, δεδομένου ότι η οικονομική κρίση άφησε πίσω της «θύματα» σαν ένας πόλεμος που δεν είχε όμως όπλα;

Άλλωστε ο τρόπος που συμπεριφέρεται η Πολιτεία στους αδυνάμους ήταν πάντα δείγμα κοινωνικής ευαισθησίας και πολιτισμού

* Η Άντζελα Ζιούτη γεννήθηκε το 1968 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Oικονομικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Έχει εργαστεί στη διαφήμιση, στην εκπαίδευση και ως υπευθ. πωλήσεων και δημοσίων σχέσεων σε μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις. Άρθρα της κοινωνικού ενδιαφέροντος δημοσιεύονται συχνά στο διαδίκτυο, ενώ αρθρογραφούσε καθημερινά σε πρωινή εφημερίδα Free press μεγάλης κυκλοφορίας της Θεσσαλονίκης. Σήμερα αρθρογραφεί στην καθημερινή εφημερίδα ΕΘΝΟΣ. Εμφανίστηκε στα γράμματα με το έργο: «Ο Θεός κατοικεί σε ουρανοξύστη, 31 ποιήματα της πόλης», Παρατηρητής, 1999, Θεσσαλονίκη (ποίηση). Ακολούθησαν: «Η Αρχιτεκτονική των σιωπηλών ημερών», Ελληνικά Γράμματα, 2003, Αθήνα (ποίηση), «Ο ήλιος στο πάτωμα», Φερενίκη, 2009, Αθήνα (μυθιστόρημα), «Μαύρη πέτρα» (Θεατρκό έργο), 2015, «Ο άνθρωπος που μιλούσε με τα αγάλματα», Γαβριηλίδης, 2017, Αθήνα (ποίηση). Mιλάει Γερμανικά και Αγγλικά . Επί σειρά ετών υπηρέτησε ως γεν. Γραμματέας της Εταιρείας Δημοσίων Σχέσεων Βορείου Ελλάδος. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Βραβεύτηκε από το Φιλολογικό σύλλογο Παρνασσό (Β' βραβείο Ποίησης 2000), τη Νέα Κίνηση Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (Γ' βραβείο Ποίησης 1999) την Ένωση Συγγραφέων Λογοτεχνών Ευρώπης (Α' βραβείο Ποίησης 2001) κ.ά. Είναι παντρεμένη με τον Πυρηνικό γιατρό Δημήτρη Γρηγοράκη και ζει στη Θεσσαλονίκη.  

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

φωτό: EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

TAGS