Η παράσταση η «Πόρνη από Πάνω» μετά την μεγάλη επιτυχία που γνώρισε στην Ελλάδα, ταξίδεψε στο Παρίσι και τώρα στη Νέα Υόρκη -με γαλλική παραγωγή και αντιστοίχως με αμερικανική. Ο Αντώνης Τσιπιανίτης περιγράφει τη στιγμή της σύλληψης της ιδέας επιβεβαιώνοντας ότι η ζωή εξυφαίνει τα πιο απίστευτα σενάρια και ότι μόνο εάν την παρατηρείς μπορείς να δημιουργήσεις. Να φτάσεις στον πυρήνα της, να γευτείς το ζουμί της.

Με τον Αντώνη δουλεύαμε στον ίδιο δημοσιογραφικό οργανισμό, τότε τα χρυσά χρόνια των περιοδικών και του κυνηγημένου -στη συνέχεια- λαιφστάιλ. Αγαπήσαμε και οι δυο το κείμενο μέσα από έναν έρωτα παράφορο. Κατόπιν ο Αντώνης πέρασε στο θέατρο και σήμερα μου μιλάει για την Πόρνη, την κοσμογυρισμένη και ξακουστή πλέον, με την οποία ασχολήθηκαν επιτέλους και οι κριτικοί της χώρας.

-Ποια είναι η ιστορία σου;

Α, η ιστορία μου... Γεννήθηκα σε μια οικογένεια που ήταν σημαδεμένη από πολλούς θανάτους κι απώλειες τόσο από την πλευρά του πατέρα μου όσο και της μητέρας μου.Ο πατέρας μου έχασε τον πατέρα του στον πόλεμο του ’40. Όταν τελείωσε η Κατοχή, η μητέρα του, η γιαγιά μου εκ πατρός δηλαδή, νέα γυναίκα καθώς ήταν ακόμη, αγάπησε κάποιον. Για τα ήθη της εποχής εκείνης ήταν αδιανόητο μία γυναίκα να κυκλοφορεί με έναν άντρα, ειδικά μία χήρα, χωρίς να είναι τουλάχιστον αρραβωνιασμένη μαζί του. Ο αδερφός της, που ήταν αστυνομικός, ανέλαβε να «καθαρίσει» το θέμα.

Συνάντησε λοιπόν τον άντρα αυτόν και του είπε: «Ή την παντρεύεσαι αυτήν την Κυριακή ή είσαι νεκρός». Εκείνος αρνήθηκε-πιθανόν από εγωισμό, ότι δηλαδή ‘δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω’- κι έτσι υλοποιήθηκε άμεσα η δεύτερη επιλογή: ο αδερφός της γιαγιάς μου τον πυροβόλησε με το υπηρεσιακό του όπλο και έτσι ‘καθάρισε’ κι αυτόν και την τιμή της οικογένειας. Όμως αυτό δεν αρκούσε στην γειτονιά. Όπου κι αν πήγαινε η γιαγιά μου άκουγε να της φωνάζουν «πουτάνα τον έφαγες τον άνθρωπο!».

Γεννήθηκα σε μια οικογένεια που ήταν σημαδεμένη από πολλούς θανάτους κι απώλειες τόσο από την πλευρά του πατέρα μου όσο και της μητέρας μου.

Είχε χάσει τον άντρα που αγαπούσε, δολοφονημένο από το χέρι του αδερφού της, είχε και την ανθρωποφαγία του περίγυρου.Της το φώναζαν ακόμα κι όταν πήγαινε στην εκκλησία. Πιθανόν να της το είχε φωνάξει και ο παπάς της ενορίας της (αν ήταν σαν κάποιους σημερινούς μητροπολίτες).Τα νεύρα των ανθρώπων μετά τον πόλεμο δεν ήταν σε καθόλου καλή κατάσταση και ζητούσαν εύκολα θύματα-σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι το κάνουν αυτό έτσι κι αλλιώς.

Μη αντέχοντας αυτή την κατάσταση η γιαγιά μου, έκλεισε μια μέρα πόρτες και παράθυρα, άνοιξε το γκάζι και αυτοκτόνησε. Στα τριάντα της χρόνια. Έτσι, ο πατέρας μου από έξι χρονών βρέθηκε ορφανός να μεγαλώνει πότε στο σπίτι του ενός συγγενούς του και πότε του άλλου.

Από την πλευρά της μητέρας μου τα πράγματα είχαν επίσης πολύ πένθος. Γεννήθηκε στην Αίγυπτο, στο Κάιρο, από οικογένεια αρκετά ευκατάστατη (έμεναν στην Rue Fouad). Η δική της γιαγιά, η προγιαγιά μου δηλαδή, και ο παππούς της ήσαν Καστελοριζιοί. Πνίγηκαν σε ναυάγιο (στην διάρκεια του Β΄παγκόσμιου).

Ο αδερφός της μητέρας της, της γιαγιάς μου εκ μητρός δηλαδή, είχε διαφύγει στην Μέση Ανατολή και επέστρεψε στην Ρόδο με αποστολή να ανατινάξει το στρατιωτικό αεροδρόμιο των Ιταλών (τα Δωδεκάνησα τότε ήσαν υπό ιταλική κατοχή). Το ανατίναξε με όλα του τα στρατιωτικά αεροπλάνα. Συνελήφθη όμως από τους Ιταλούς μετά από μέρες κι εκτελέστηκε. (Υπάρχει σήμερα στη Ρόδο οδός με το όνομά του, η οδός Νικολάου Σάββα, και προτομή του στο Μαντράκι, το κέντρο της πόλης).

Ο αδερφός της μητέρας μου, πέθανε στα 16 του από λευχαιμία. Κι όταν έγινε η σοσιαλιστική επανάσταση και οι ξένοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα έχοντας διασώσει ελάχιστη από την περιουσία τους (για κάθε είκοσι λίρες που έδιναν στους ‘μεσάζοντες’ για να τους τα περάσουν από τον έλεγχο και να τις φέρουν στην Ελλάδα, έπαιρναν στο χέρι μία λίρα. Αυτό όσον αφορά στα χρήματα. Σπίτια κι επιχειρήσεις φυσικά χάθηκαν για πάντα).

Ο παππούς μου που δεν άντεξε την αλλαγή στη ζωή τους-εργοστάσιο, σπίτι στην πιο ακριβή περιοχή του Καΐρου, εξοχικό στην Αλεξάνδρεια κλπ κλπ, όλα ήσαν παρελθόν-πέθανε από καρδιακή προσβολή λίγο μετά την έλευσή τους στην Αθήνα. Η μητέρα μου και η αδερφή της, που γνώριζαν πέντε γλώσσες η καθεμία, έπιασαν δουλειά σε επιχειρήσεις που είχαν σχέση με τον τουρισμό και η ζωή άρχισε να γίνεται και πάλι, κατά το δυνατόν, ωραία.

Όλοι περίμεναν ότι η μητέρα μου θα έκανε έναν πλούσιο γάμο-οι Αιγυπτιώτισσες ήταν τότε περιζήτητες νύφες για τους πλούσιους-είχαν μόρφωση, κοσμοπολίτικο αέρα, αριστοκρατική φινέτσα. Η μητέρα μου όμως αγάπησε τον πατέρα μου-που ήταν μισθοσυντήρητος ηλεκτρολόγος-και τον παντρεύτηκε με μεγάλη χαρά.

Τα υπόλοιπα θα τα παραθέσω σε μιαν άλλη συνέντευξη, ήδη αυτά είναι πολλά. Τα παραπάνω τα ανέφερα για να πω εν κατακλείδι πως όλοι αυτοί οι θάνατοι-αυτοκτονίες, δολοφονίες, εκτελέσεις, ναυάγια, ασθένειες- αποδείχτηκαν μάλλον ιδανικό ‘λίπασμα’ για την όποια δημιουργική μυθοπλαστική ικανότητα διαθέτω. Καθώς τους πληροφορούμουν- κάθε φορά που ρωτούσα «μα γιατί δεν έχω παππούδες;», «Που είναι η άλλη μου γιαγιά;», «μα που είναι ο αδερφός σου μαμά που σας βλέπω σε αυτή την φωτογραφία από την Αίγυπτο;» κλ.π κλ.π- έδιναν τροφή για να γιγαντώνεται η παιδική μου φαντασία και να δημιουργεί τις πιο ακραίες ιστορίες.

Όταν π.χ παιδί γύρω στα πέντε μου χρόνια, είδα για πρώτη φορά σε ένα βιβλίο με διάσημους πίνακες ζωγραφικής, τον περίφημο πίνακα του Ζαν Λουί Ζερικώ, Η Σχεδία της Μέδουσας, (από το ναυάγιο του ομώνυμου πλοίου), αναφώνησα με την παιδική μου φαντασία ‘Α! Το ναυάγιο που πέθαναν ο παππούς και η γιαγιά της μαμάς μου!’ Κι αμέσως ξετυλίχτηκε στο μυαλό μου ένα ολόκληρο έργο με τον αγώνα των ναυαγών να επιζήσουν κλπ κλπ

Και το ίδιο συνέβαινε με όλα τα ανάλογα ερεθίσματα. Η φαντασία μου τους έδινε τεράστιες διαστάσεις και τα προεξέτεινε μυθοπλαστικά σε απεριόριστο βαθμό. Έζησα πάντα σε ένα παράλληλο σύμπαν.

Η κριτική μάς αγνοούσε. Την πρώτη χρονιά δεν ήρθε ούτε ένας κριτικός μεγάλου εντύπου (τα ηλεκτρονικά, αντιθέτως, μας στήριξαν θερμά).

-Πότε έγραψες την Πόρνη από Πάνω και υπό ποιες συνθήκες;

Οι συνθήκες ...ναι. Ξέρεις αναρωτιέμαι συχνά αν όλοι εμείς δεν είμαστε παρά ρόλοι στο σενάριο που γράφει κάποια οντότητα που ζει σε μια διαφορετική κι ανώτερη διάσταση από τη δική μας. Σίγουρα σε όλους μας έχει τύχει να μας συμβούν πράγματα που λες ‘δε μπορεί κάποιος το σχεδίασε αυτό για να γίνει ακριβώς έτσι!’.

Άκου λοιπόν: Ήθελα να μετακομίσω κι αναζητούσα σπίτι. Ένα βράδυ που είχα βγάλει βόλτα τον σκυλάκο μου βλέπω ένα ενοικιαστήριο στην είσοδο μιας πολυκατοικίας κι αμέσως το ένιωσα ότι εδώ θα έμενα. Πράγματι, την άλλη μέρα που επισκέφθηκα το σπίτι μου άρεσε πολύ και το νοίκιασα. Μετά από λίγο καιρό, το επάνω διαμέρισμα ξενοικιάστηκε και σύντομα ήρθε η καινούργια ένοικος.

Από την αρχή φάνηκε ότι κάτι παράξενο συνέβαινε...Έκανε έρωτα κάθε βράδυ, όλο το βράδυ! Ήταν ολοφάνερο πως η γυναίκα ήταν επαγγελματίας. Το συζητούσα όταν μιλούσα στο τηλέφωνο με φίλους και φίλες, τους περιέγραφα τι γινόταν από πάνω κι έλεγα πως πρέπει να το κάνω θεατρικό έργο αλλά χωρίς να εννοώ ότι θα το ξεκινούσα άμεσα.

Πέρασαν έτσι μήνες. Υπέροχοι μήνες. Το κρεβάτι της δουλειάς της ήταν ακριβώς επάνω από το υπνοδωμάτιό μου. Κάθε βράδυ, όταν πήγαινα για ύπνο, αποκοιμόμουν ακούγοντας τους ήχους της χαράς που σαν καταρράκτης έπεφταν από το επάνω δωμάτιο στο δικό μου. Ακόμα και προς τα ξημερώματα τύχαινε συχνά να ακούω μέσα στον ύπνο μου το κινητό της που χτυπούσε κι έλεγα, καθώς ξαναβυθιζόμουν στον ύπνο, ‘α ωραία, θα έρθει κι άλλος!’.

Το σπίτι της, το απόγευμα, λίγο πριν ξεκινήσει να καταφθάνει η πελατεία, μύριζε ένα απολαυστικό άρωμα, σαν ένα πολύ αισθησιακό αφρόλουτρο. Γενικά ήταν συναρπαστικό αυτό που συνέβαινε. Μια μέρα, πήγαμε με μια φίλη δημοσιογράφο στο θέατρο Μουσούρη να δούμε μια παράσταση στην οποία συμπρωταγωνιστούσε η Ζέτα Δούκα.

Μετά πήγαμε με την Ζέτα σε ένα καφέ εκεί κοντά. Καθώς μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων, με ρώτησε η Ζέτα αν έχω κάποιο έργο στα σκαριά. Της είπα δύο ιδέες για να μου πει ποια από τις δύο προτιμούσε αλλά δεν της άρεσε καμία. Συνεχίσαμε την κουβέντα μας για άλλα πράγματα και κάποια στιγμή πετάγεται η φίλη μου και λέει γελώντας: «Πες στην Ζέτα για την αποπάνω σου...«.

Με το που ξεκινάω να αφηγούμαι τα της αποπάνω, τα μάτια της Ζέτας λάμπουν και φωνάζει: «ΑΥΤΟ θα κάνεις θεατρικό έργο!»

«Ναι» της λέω «το σκέφτομαι κι εγώ»

«Πως ακριβώς το σκέφτεσαι;» ρωτάει

«Να, θα είναι ένας άντρας που θα μένει αποκάτω κι όταν ακούει τη “δράση” θα μιλάει στο τηλέφωνο με φίλους του και θα λένε τις ιστορίες τους με τις γυναίκες αυτές και...»

«Και το έργο θα τελειώσει σε δέκα λεπτά Αντώνη...» μου κάνει απογοητευμένη η Ζέτα. Και συνέχισε σαν να μου ανακοίνωνε μια οριστική και τελεσίδικη απόφαση: «Όχι Αντώνη μου, δεν θα βάλεις άντρα να μένει αποκάτω, γυναίκα θα βάλεις! Και μάλιστα μια γυναίκα, απλή νοικοκυρά, χωρίς μεγάλη εμπειρία της ζωής, που μεγάλωσε στην επαρχία με χίλιες δυο απαγορεύσεις και ήρθε στην Αθήνα όταν παντρεύτηκε. Και που ο σύζυγος της έχει αποδειχτεί ένας βάναυσος άντρας που την κακοποιεί. Και ξαφνικά, πάνω από το σπίτι της έρχεται και μένει η πόρνη. Κι όλα αυτά που ακούει να γίνονται στο επάνω διαμέρισμα προκαλούν μιαν επανάσταση στο μυαλό της και φέρνουν έκρηξη στην ψυχή της! Αυτή θα είναι η ηρωίδα του μονολόγου σου!».

Πέρασαν έτσι μήνες. Υπέροχοι μήνες. Το κρεβάτι της δουλειάς της ήταν ακριβώς επάνω από το υπνοδωμάτιό μου. Κάθε βράδυ, όταν πήγαινα για ύπνο, αποκοιμόμουν ακούγοντας τους ήχους της χαράς που σαν καταρράκτης έπεφταν από το επάνω δωμάτιο στο δικό μου.

Κάτι μέσα μας αναγνωρίζει πάντοτε αυτό που είναι αληθινό. Και η εσωτερική μου φωνή μου είπε πως αυτό που έλεγε η Ζέτα ήταν το σωστό. Όμως εγώ δεν είχα ιδέα πως είναι μια γυναίκα με εκείνα τα χαρακτηριστικά, πως σκέφτεται, τι νιώθει, πως συμπεριφέρεται. «Θα σε βοηθήσω εγώ» μου είπε η Ζέτα «Ξεκίνα να γράφεις και ρώτα με ό,τι θέλεις». Ξεκίνησα πράγματι γιατί με κέντρισε και μένα η ιδέα να είναι μια γυναίκα με αυτά τα χαρακτηριστικά η πρωταγωνίστρια του μονολόγου αυτού.

Μόλις ολοκλήρωσα το κείμενο, το εκτύπωσα και το έστειλα στην Ζέτα να το διαβάσει.

Να πω εδώ πως εκείνη την περίοδο η Ζέτα Δούκα, εκτός από τις παραστάσεις της στο θέατρο, είχε ξεκινήσει και τα γυρίσματα για το καθημερινό σίριαλ «Βασιλιάδες» και παρόλα αυτά διέθεσε από τον ελάχιστο προσωπικό της χρόνο για να με βοηθήσει. Και χωρίς να υπάρχει προοπτική να παίξει εκείνη τον ρόλο, διότι δεν είχε ούτε κατά διάνοια τη χρονική δυνατότητα για κάτι τέτοιο.

Χωρίς εκείνην δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ αυτό το μαγικό ταξίδι... Η ευγνωμοσύνη μου θα είναι παντοτινή. 

Συναντιόμαστε λοιπόν να μου πει την κριτική της σε αυτό που διάβασε. Με το που καθόμαστε (στο ίδιο καφέ κοντά στο θέατρο, λίγο πριν πάει να παίξει) βλέπω το κείμενο γεμάτο κόκκινες σημειώσεις.

«Αμάν» σκέφτομαι, «δεν της άρεσε καθόλου!»

«Πάρα πολύ καλά το “έχτισες”», την ακούω να λέει...

«Και όλα αυτά τα κόκκινα στο κείμενο τι είναι βρε Ζέτα;» ρωτάω με απορία.

«Αυτά έχουν να κάνουν με κάποια από εκείνα που βάζεις την ηρωίδα σου να λέει και να κάνει. Σκέφτεται έτσι όπως οι άντρες νομίζετε ότι σκεφτόμαστε οι γυναίκες, αλλά εμείς δεν σκεφτόμαστε έτσι. Οπότε παίρνεις το χειρόγραφο με τα σημεία που κοκκίνησα επειδή είναι λάθος και...το ξαναγράφεις».

Όντως, κάθισα και το ξαναέγραψα αλλάζοντας εκείνα τα σημεία.

Το ξαναέστειλα στην Ζέτα και ξανασυναντηθήκαμε σε εκείνο το καφέ.

Κι ενώ περιμένω να μου πει ‘μπράβο’, βγάζει από την τσάντα της το χειρόγραφο και είναι και πάλι γεμάτο κοκκινίλες!

«Μα τα άλλαξα όλα!» διαμαρτύρομαι, σαν μαθητής στη δασκάλα του...

«Ναι, αλλά έκανες καινούργια λάθη...Άκου Αντώνη, το πρόβλημα είναι ότι δεν έχεις “δει” καθαρά την ηρωίδα σου. Όσο δεν την “βλέπεις”, δεν θα “ακούς” καθαρά και την αληθινή της φωνή. Προσπάθησε να την “δεις” γιατί διαφορετικά, όσες αλλαγές και να κάνεις, πάντα θα υπάρχουν λάθη».

Είχε δίκιο. Πράγματι δεν είχα δει ξεκάθαρα την ηρωίδα μου, την Ερατώ.

Αυτό που φοβόμουν ήταν ότι δεν θα την έβλεπα και ποτέ. Δεν είχα συναντήσει ποτέ μια γυναίκα σαν αυτήν. Στο σχολείο, μια συμμαθήτριά μου μου είχε εξομολογηθεί πως ο πατέρας της χτυπούσε τη μάνα της με το παραμικρό. Όταν δούλευα, ένας συνάδελφος δημοσιογράφος μου είχε πει πως ο πατέρας του, εδώ και χρόνια, χτυπούσε τη μάνα του και εκείνος με τον αδερφό του έμπαιναν μπροστά για να την προστατεύσουν. Φυσικά γνώριζα για συζύγους που απατούσαν τις συζύγους τους, που τους μιλούσαν άσχημα, τις ταπείνωναν αλλά όλα αυτά μέσα στην ομίχλη της απόστασης. Στο κοντινό μου περιβάλλον ευτυχώς δεν είχαν συμβεί τέτοια πράγματα. Δηλαδή «θάνατοι» καθημερινοί, αργοί, βασανιστικοί. Είχαμε θανάτους μια κι έξω.

Σκέφτηκα λοιπόν πως δεν θα κατάφερνα ποτέ να ολοκληρώσω αυτό το θεατρικό κι έπρεπε να το εγκαταλείψω. Όμως αυτό δεν έφευγε καθόλου από το μυαλό μου, το σκεφτόμουν συνεχώς -στο μετρό, στο σούπερ μάρκετ, όταν μαγείρευα, παντού. Ένα βράδυ λοιπόν λέω στον εαυτό μου: θα καθίσω μπροστά στο λάπτοπ κι αν είναι να το γράψω θα το γράψω. Αλλιώς θα το ξεχάσω για πάντα. Ανοίγω λοιπόν το λάπτοπ και με το που πάω να πατήσω το πρώτο πλήκτρο «βλέπω» την Ερατώ να μπαίνει στο γραφείο μου, να κάθεται απέναντί μου και να μου «αφηγείται» τη ζωή της.

Άρχισα να γράφω χωρίς σταματημό, σαν να μου τα υπαγόρευε. Ήταν λες και το κείμενο υπήρχε έτοιμο σε κάποιο σημείο του μυαλού μου, που επιτέλους το είχα εντοπίσει και το είχα ξεκλειδώσει. Όταν έστειλα το κείμενο στην Ζέτα με πήρε μετά από λίγο τηλέφωνο και μου είπε: Μόλις διάβασα τις πρώτες γραμμές της πρώτης σελίδας και σου λέω «Ναι! Αυτή τη φορά το χουμε, είναι σαφές από τις πρώτες λέξεις πως την είδες την Ερατώ». Άφησα το κείμενο ένα μήνα να κάτσει μέσα μου, (το κάνω πάντα αυτό με τα θεατρικά μου), το ξαναδιάβασα, έκανα κάποιες μικρές αλλαγές κι έβαλα τελεία και παύλα.

Την επόμενη μέρα συνάντησα στην είσοδο της πολυκατοικίας την γυναίκα του αποπάνω ορόφου.

«Θα σας αναστατώσουμε αύριο» μου είπε «θα κάνουμε θόρυβο».

«Κι άλλον;» σκέφτηκα. «Όργιο ετοιμάζει;»

«Κάντε όσον θόρυβο θέλετε» της είπα «δεν έχω πρόβλημα».

«Σας ευχαριστώ. Θα πω πάντως στους εργάτες να είναι προσεκτικοί»

«Στους εργάτες;»

«Ναι, μετακομίζω αύριο»

Έτσι, την επόμενη μέρα από την ολοκλήρωση του θεατρικού έργου που ήταν εμπνευσμένο από την ζωή της, η πόρνη από πάνω μετακόμισε.

Το επόμενο διάστημα ήταν γεμάτο σιωπή. Κανένας θόρυβος χαράς, καμιά γιορτή. Δεν το άντεχα.

Στους δύο μήνες μετακόμισα κι εγώ

Πέρασαν κάποιοι μήνες κι ένα πρωί χτυπάει το κινητό κι ήταν ο Γάλλος παραγωγός. Μου είπε πως αναζητούσε ένα έργο, μονόλογο, για μία πολύ καλή Γαλλίδα ηθοποιό, κι ήθελε το έργο αυτό να έχει κάνει επιτυχία στη χώρα του αλλά και να αφορούσε και το κοινό της Γαλλίας.

-Ποια είναι η πορεία του θεατρικού έργου που έχει ταξιδέψει και εκτός Ελλάδας; Φανταζόσουν αυτή τη μεγάλη επιτυχία;

Το μόνο που με ενδιάφερε ήταν να γίνει μια πολύ καλή παράσταση. Από ’κει και πέρα θα συνέβαινε αυτό που της αναλογούσε. Το κοινό ανταποκρίθηκε καλά αλλά συγκρατημένα τον πρώτο χρόνο στην Αθήνα. Στην επαρχία όμως, με το που πήγε στην πρώτη πόλη -στην Πάτρα, στο Δημοτικό θέατρο- σάρωσε (οι περιοδείες ανά την Ελλάδα ξεκίνησαν από τον πρώτο κιόλας χρόνο παράλληλα με τις παραστάσεις στην Αθήνα).

Η κριτική μάς αγνοούσε. Την πρώτη χρονιά δεν ήρθε ούτε ένας κριτικός μεγάλου εντύπου (τα ηλεκτρονικά, αντιθέτως, μας στήριξαν θερμά). Την δεύτερη χρονιά ήρθε μία κριτικός μεγάλης εφημερίδας. Και στα επόμενα χρόνια, ερχόταν κάθε χρονιά κι από ένας από τα μεγάλα έντυπα...

Στο Παρίσι, στον πρώτο κιόλας μήνα είχαν έρθει οι πάντες! Από την Le Monde, που εξύμνισε την παράσταση, μέχρι και το πιο μικρό έντυπο. Άλλη κουλτούρα.

Τώρα, πως έγινε να πάει το έργο στο Παρίσι...

Από την αρχή με ενδιέφερε να βγουν τα έργα μου στο εξωτερικό (υποθέτω οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν την ίδια επιθυμία για τα έργα τους). Το είχα προσπαθήσει, και μάλιστα να πάει στην Γαλλία, αλλά δεν είχα καταφέρει το παραμικρό. Οπότε σταμάτησα κάθε προσπάθεια και είπα «αν είναι να γίνει, θα γίνει και τίποτα άλλο να μην κάνω».

Πέρασαν κάποιοι μήνες κι ένα πρωί χτυπάει το κινητό κι ήταν ο Γάλλος παραγωγός. Μου είπε πως αναζητούσε ένα έργο, μονόλογο, για μία πολύ καλή Γαλλίδα ηθοποιό, κι ήθελε το έργο αυτό να έχει κάνει επιτυχία στη χώρα του αλλά και να αφορούσε και το κοινό της Γαλλίας.

Είχε αναζητήσει σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ένα έργο με αυτές τις προδιαγραφές, δεν είχε βρει κάποιο και, όταν ξεκίνησε να ψάχνει στην Ελλάδα, ενδιαφέρθηκε πρώτα για την «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» που πράγματι είναι ο πιο επιτυχημένος ελληνικός μονόλογος. Το θέμα του όμως είναι πολύ ελληνικό, δεν θα μπορούσε να συγκινήσει τους Γάλλους. Οπότε μετά ήρθε στην Πόρνη από πάνω. Κι αμέσως είπε, μόλις διάβασε την υπόθεση, «εδώ είμαστε». Ήρθε μάλιστα στην Αθήνα για να δει την ελληνική παράσταση με την Διδασκάλου, στο θέατρο Βρετάνια κι εντυπωσιάστηκε που ένας μονόλογος γέμιζε ένα τόσο μεγάλο θέατρο.

Να μην τα πολυλογώ, πρότεινε το έργο σε διάφορα γαλλικά θέατρα κι όλα απαντούσαν θετικά. Και τότε πληροφορήθηκε πως το θέατρο Theatre de la Huchette, που είναι ένα θέατρο με τεράστια αίγλη στην Γαλλία καθώς κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ παραστάσεων έργων του Ιονέσκο -«Η Φαλακρή Τραγουδίστρια», και «Το Μάθημα» παίζονται εκεί αδιάλειπτα για εξήντα ολόκληρα χρόνια- είχε αποφασίσει να δέχεται και έργα ξένων συγγραφέων, όχι μόνο Γάλλων.

Η επιλογή μάλιστα θα γινόταν ως εξής: Τα υποψήφια έργα θα παρουσιάζονταν ως αναλόγιο στο κοινό του θεάτρου αυτού, στην λέσχη των σταθερών θεατών του, και οι θεατές αυτοί θα αποφάσιζαν ποιο από αυτά ήθελαν να ανέβει στο συγκεκριμένο θέατρο.

Όταν παρουσιάστηκε «Η πόρνη από πάνω» από την Γαλλίδα ηθοποιό, την καταπληκτική Emilie Chevrillon, σε σκηνοθεσία Christophe Bourseiller, το κοινό χειροκρότησε όρθιο κι έτσι εγκρίθηκε το ανέβασμα της παράστασης στο συγκεκριμένο θέατρο.

Όταν ξεκίνησε να παίζεται, η θριαμβευτική υποδοχή που έτυχε από το γαλλικό κοινό και από τους Γάλλους κριτικούς , ακόμη και τους πλέον δύσκολους, τράβηξε την προσοχή μιας ιταλοαμερικανίδας παραγωγού κι έτσι «Η πόρνη από πάνω», βρέθηκε να ανεβαίνει και στην Νέα Υόρκη.

Να αναφέρω εδώ, μιας και το συζητάμε, πως στην Ελλάδα δεν έχει γραφτεί σε εφημερίδες, περιοδικά, freepress ούτε μία πρόταση για όλα αυτά, ούτε μία λέξη...

Όταν ξεκίνησε να παίζεται, η θριαμβευτική υποδοχή που έτυχε από το γαλλικό κοινό και από τους Γάλλους κριτικούς , ακόμη και τους πλέον δύσκολους, τράβηξε την προσοχή μιας ιταλοαμερικανίδας παραγωγού κι έτσι «Η πόρνη από πάνω», βρέθηκε να ανεβαίνει και στην Νέα Υόρκη.

-Αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί να γίνει κλασικό θεατρικό έργο εάν συνεχίσει έτσι;

Ας γίνει λοιπόν. Τα έργα είναι όπως τα παιδιά. Τη στιγμή που τα «γεννάς» δεν σκέφτεσαι πως θα εξελιχθούν. Το μόνο που εύχομαι είναι-αν γίνει κλασικό έργο και συνεχίσει να ζει μετά τον θάνατό μου -να συναντηθεί με σκηνοθέτες που δεν θα του αλλάξουν τα φώτα, τάχα για να το «ανανεώσουν». Αυτό δηλαδή που, δυστυχώς, συμβαίνει συχνά στις μέρες μας με πολλά κλασικά έργα.

Με την ευκαιρία, επίτρεψέ μου να αναφέρω δυο τρεις φράσεις από τις κριτικές που γράφτηκαν για την γαλλική παράσταση:

‘Un beau moment de theatre’

‘Un superbe text’ ‘La putain du dessus, n΄ est pas qu΄une convaincante tragedie grecque, elle est universelle!’,

‘Voila du vrai theatre’

Την δεύτερη χρονιά ήρθε μία κριτικός μεγάλης εφημερίδας. Και στα επόμενα χρόνια, ερχόταν κάθε χρονιά κι από ένας από τα μεγάλα έντυπα...

-Ποια φράση του έργου σε αντιπροσωπεύει περισσότερο;

«Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές αν η ζωή μας είναι ένα δεδομένο σχέδιο, στο οποίο εμείς επιλέγουμε μονάχα τι χρώμα θα έχουν οι κλωστές που θα το κεντήσουμε...».

-Πόσο βοήθησε η επιλογή της Κατερίνας Διδασκάλου στην αρχική επιτυχία;

Στην αρχή όλοι μου έλεγαν ότι είχα κάνει λάθος επιλογή, πως μια τόσο όμορφη κι αισθησιακή γυναίκα δεν θα μπορούσε να ερμηνεύσει πειστικά μια γυναίκα καταπιεσμένη, από την επαρχία, κακοποιημένη από τον σύζυγό της... Όταν όμως έρχονταν κι έβλεπαν την παράσταση έμεναν με ανοιχτό το στόμα! Η Κατερίνα Διδασκάλου αποδείχτηκε η ιδανική ερμηνεύτρια, ευγνωμονώ την τύχη που συναντήθηκαν οι δρόμοι μας, ήταν μια ευλογημένη συγκυρία.

-Με τι καταπιάνεσαι τώρα; Τι ονειρεύεσαι;

Με αρκετά καταπιάνομαι γιατί έχω περάσει τα 50 και πρέπει να προλάβω να δημιουργήσω τα έργα που μου στέλνει ως ιδέες η Τέχνη. Εργάτες της Τέχνης είμαστε οι δημιουργοί και γέφυρες για να έρθουν από κάπου αλλού τα έργα τέχνης στον κόσμο μας. Από τα αρκετά που έχω δρομολογήσει θα σου πω αυτό που θεωρώ το πλέον σημαντικό. Είναι ο μονόλογος «Η μητέρα του Άγιου» που θα ανέβει τον Δεκέμβριο στο Αγγέλων Βήμα, με ερμηνεύτρια την Φωτεινή Ντεμίρη και σκηνοθέτρια την Ρέινα Εσκενάζυ. Έχω γράψει αρκετούς μονολόγους, κι έχουν παιχτεί οι περισσότεροι από αυτούς, αλλά μόνο τον συγκεκριμένο θεωρώ ισάξιο της Πόρνης από πάνω. Για να δούμε...

Η Κατερίνα Διδασκάλου αποδείχτηκε η ιδανική ερμηνεύτρια, ευγνωμονώ την τύχη που συναντήθηκαν οι δρόμοι μας, ήταν μια ευλογημένη συγκυρία.

 

TAGS