Σήμερα στο σούπερ μάρκετ έγινε μεγάλος καβγάς. Δυο γυναίκες ήταν μπροστά στον πάγκο με τα λαχανικά. Μεσήλικες, καλοβαλμένες. Η μία διάλεγε μαρούλια, έπιανε το ένα, το κοίταζε, το άφηνε για να πιάσει το επόμενο. Χωρίς γάντια. Η άλλη της έκανε παρατήρηση. Τις έβλεπα από μακριά, τα πρόσωπά τους άρχισαν να κοκκινίζουν, οι φωνές του δυνάμωναν σαν το κύμα που πλησιάζει την ακτή και σκάει με ορμή πάνω στα βράχια. Λόγο τον λόγο, έφτασαν να ξεστομίζουν βρισιές ανείπωτες. Με μίσος, με περιφρόνηση. Σκέτο δηλητήριο. Με αφορμή τα γυμνά δάχτυλα πάνω σ' ένα μαρούλι. 

Φαίνεται αστείο ίσως. Αλλά δεν είναι.

Τρέμω στη σκέψη του πόσος καταπιεσμένος θυμός, πόσα ζοφερά συναισθήματα, πόσα αγκάθια θα βγουν στην επιφάνεια μόλις αυτή η δοκιμασία τελειώσει. Ή μόλις νομίσουμε ότι θα έχει τελειώσει. Πόσες καρδιές θα μείνουν εντελώς άδειες όταν πια θα έχει στραγγίξει από μέσα τους ο φόβος. 

Κι όλα αυτά εξαιτίας της αφής. Που την τρέμουμε και ταυτόχρονα την αποζητούμε όσο τίποτ' άλλο αυτόν τον καιρό. 

Το δέρμα μας, με περισσότερες από ενάμισι εκατομμύριο νευρικές απολήξεις, είναι το μεγαλύτερο όργανό μας. Είναι το κάστρο μας, το τείχος που πρέπει να κρατήσει μακριά τον ιό. Και την ίδια ώρα γίνεται φυλακή. Μας στερεί το χάδι, τις αγκαλιές, τη χαρά της εξερεύνησης τυ κόσμου που μας περιβάλλει. 

«Τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, έχουν μνήμη» λέει ο Καβάφης. 

Θα θυμούνται, άραγε, τα χείλη και τα ακροδάχτυλά μας πόσα στερήθηκαν αυτή την άνοιξη; 

Το απόσπασμα αυτό διαβάζω στις σελίδες 52-53 του βιβλίου Με Βλέπεις και νιώθω μια ανακουφιστική γαλήνη μέσα στην αντάρα. Όλοι έχουμε τις ίδιες ανησυχίες. Όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο κακό. Και ξαφνικά το καλό μας συσπειρώνει. Μας ενώνει, μας προκαλεί να αναζητήσουμε τα νέα όριά μας. Αυτό έκαναν οι δύο συγγραφείς, η Τασούλα Επτακοίλη και η Φωτεινή Τσαλίκογλου αναζητώντας το φως της επικοινωνίας μέσα στον πιο σκοτεινό Μάρτιο της ζωής μας, τον Μάρτιο της πρώτης καραντίνας.  

Οι δύο γυναίκες παρατηρούν τους άλλους και τους εαυτούς τους, κάνουν βουτιές στο μέσα τους, συλλογίζονται, εξομολογούνται και συνομιλούν με αλληλογραφία. 

«Προσπαθώ να με βρω σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, μαθαίνω ξανά την πόλη, ανακαλύπτω νέους θορύβους, βλέπω εφιάλτες, τρέμω τον θάνατο, χάνω το θάρρος μου και το ξαναβρίσκω, άλλοτε βουλιάζω στην αδράνεια κι άλλοτε στύβω την πέτρα, κάνω όνειρα, ελπίζω. Με βλέπεις;» 


«Με βλέπεις; Ένα πλάσμα που θυμάται είναι ο άνθρωπος. Υποκλίνεται σε ό,τι έχει χαθεί. Αλλιώς δεν υπάρχει αύριο».


Η Τασούλα Επτακοίλη και η Φωτεινή Τσαλίκογλου μας μίλησαν για το βιβλίο τους, Με βλέπεις, αλλά και για τα πιο ακονισμένα, πλέον, αντανακλαστικά τους στη δεύτερη καραντίνα που βιώνουμε. 

Μολονότι η αλληλογραφία μας ήταν ηλεκτρονική -για να μιλήσω για μένα-, ένιωθα σαν να έπαιρνα τα γράμματά της με τον παλιό, παραδοσιακό τρόπο. Σαν να άνοιγα έναν φάκελο και έβγαζα από μέσα το χειρόγραφό της, ενίοτε αρωματισμένο. Έτσι δεν κάναμε παλιά, όταν στέλναμε επιστολή σε αγαπημένους φίλους;

Τασούλα Επτακοίλη, δημοσιογράφος - συγγραφέας

Τις πρώτες μέρες εκείνης της καραντίνας η Φωτεινή μου έστειλε ένα e-mail, στο οποίο μου αφηγούνταν την ιστορία ενός φύλακα, σε ζωολογικό κήπο της Αγγλίας. Τον είχε ακούσει σε ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ να λέει πως τα ζώα, στον άδειο λόγω πανδημίας από επισκέπτες ζωολογικό κήπο, για πρώτη φορά τον κοίταζαν στα μάτια, σαν να τον ανακάλυπταν αίφνης. «Θα έρθει η στιγμή που θα μιλήσουμε για την ευτυχία ενός βλέμματος. Δώρο για το μέσα μας. Θα έρθει η στιγμή που θα ανακαλύψουμε από την αρχή το αγνοημένο μέσα στο πλήθος βλέμμα», μου έγραφε η Φωτεινή. Το επόμενο πρωί της τηλεφώνησα και της πρότεινα αυτή την ανταλλαγή κειμένων στα οποία θα περιγράφαμε και θα σχολιάζαμε όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν. Έτσι ξεκινήσαμε.

Αλληλογραφούσαμε με e-mails, τα οποία και οι δύο περιμέναμε με μεγάλη ανυπομονησία.

Το ζητούμενο δεν ήταν τα θέματα, αλλά τα ερεθίσματα. Καταγράφαμε τις αλλαγές που συνέβαιναν γύρω μας και, κυρίως, εντός μας. «Με βλέπεις;», λέγαμε η μια στην άλλη. «Μαγειρεύω, τακτοποιώ το γραφείο μου, παρατηρώ τους γείτονες στα μπαλκόνια τους, αγοράζω απολυμαντικά, κάνω βόλτες στην πόλη, διαβάζω παλιά γράμματα, προσπαθώ να αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, κλαίω κάτω από μια ανθισμένη γαζία, ανακαλύπτω νέους θορύβους, μιλάω στα σαλιγκάρια, κόβω κλαδάκια νεραντζιάς, γελάω, χαϊδεύω τα πατουσάκια της γάτας μου, ακούω τη μουσική των δέντρων, πενθώ από την αρχή όσα έχω χάσει, κοιμάμαι βαθιά και βλέπω εφιάλτες, ξυπνώ ανάλαφρη στην αγκαλιά του, μπαίνω στο σούπερ μάρκετ με μάσκα, βάζω συνέχεια θερμόμετρο, τρέμω τον θάνατο, χάνω το θάρρος μου και το ξαναβρίσκω, άλλοτε βουλιάζω στην αδράνεια κι άλλοτε στύβω την πέτρα, κάνω όνειρα, ελπίζω».

Μολονότι η αλληλογραφία μας ήταν ηλεκτρονική -για να μιλήσω για μένα-, ένιωθα σαν να έπαιρνα τα γράμματά της με τον παλιό, παραδοσιακό τρόπο. Σαν να άνοιγα έναν φάκελο και έβγαζα από μέσα το χειρόγραφό της, ενίοτε αρωματισμένο. Έτσι δεν κάναμε παλιά, όταν στέλναμε επιστολή σε αγαπημένους φίλους;

Η επικοινωνία δεν είναι θέμα ηλικίας. Γίνεται ουσιαστική όταν οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν σκέψεις και συναισθήματα σε μια βάση ειλικρίνειας -και με τους άλλους, και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Αλλιώς δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.

Νιώθω λιγότερο σαστισμένη από όσο την άνοιξη. Ελπίζω -στο βαθμό που εξαρτάται από μένα- να καταφέρω να φτάσω μέχρι το τέλος αυτού του δύσβατου δρόμου που απλώνεται μπροστά μας. Και είμαι αποφασισμένη να στηρίξω όσο μπορώ τους ανθρώπους μου, που ενδεχομένως δεν αισθάνονται το ίδιο δυνατοί.

Πως μπορεί κάποιος να γυρίσει υπέρ του την απομόνωση και την απομάκρυνση από την κοινωνική ζωή; Σε ό,τι αφορά εμάς τους ίδιους, με τη συνειδητοποίηση ότι αυτό που περνάμε μπορεί να είναι και ένα πολύτιμο ταξίδι αυτογνωσίας. Σε ό,τι αφορά τους άλλους, με ενσυναίσθηση.

Όταν ξεκινήσαμε την αλληλογραφία μας με την Τασούλα ήταν και ένας τρόπος να διαχειριστούμε όλο αυτό το αιφνίδιο, το ακατάτακτο, το τρομαχτικό που συνέβαινε. Κάπως να το κατανοήσουμε. Να το διαχειριστούμε. Να αντιπαρατεθούμε μαζί του και με κομμάτια του ίδιου μας του εαυτού.

Φωτεινή Τσαλίκογλου, συγγραφέας - ψυχολόγος

H πρώτη καραντίνα ήταν πρωτόγνωρη. Από τη μια στιγμή στην άλλη η πραγματικότητα μεταμορφώθηκε σε μια απειλή. Κληθήκαμε να ζήσουμε με την ανάσα του θανάτου στο σβέρκο μας. Η εγγύτητα έγινε απαγορευτική, το πλησίασμα, το άγγιγμα το φιλί μύριζαν θάνατο. Πολλά και ακραία και σκοτεινά διαμόρφωσαν μια νέα κανονικότητα. Ο καθένας μας άρχισε να αναμετριέται με τις αντοχές, την ανθεκτικότητα, τους ομολογημένους και κυρίως ανομολόγητους φόβους του.

Λίγο πριν ξεκινήσουν όλα μαθαίναμε ότι στο μακρινό Γιουχάν άνθρωποι πεθαίνουν από ένα άγνωστο, θανατηφόρο ιό. Ε, και λοιπόν; Tι μας μέλλει; Ο άγνωστος ιός δεν μας αφορούσε στον ίδιο βαθμό που δεν μας αφορά ο πόλεμος και οτιδήποτε καταστροφικό και άγριο και θανατηφόρο συμβαίνει σε εξωτικούς τόπους. «Εκεί-πέρα-μακριά». Και ιδού το μακριά ήλθε μέσα στο σπίτι μας, η Κίνα μπήκε στην κάμαρά μας.

Όταν ξεκινήσαμε την αλληλογραφία μας με την Τασούλα ήταν και ένας τρόπος να διαχειριστούμε όλο αυτό το αιφνίδιο, το ακατάτακτο, το τρομαχτικό που συνέβαινε. Κάπως να το κατανοήσουμε. Να το διαχειριστούμε. Να αντιπαρατεθούμε μαζί του και με κομμάτια του ίδιου μας του εαυτού.

Δεν αναζητούσαμε θέματα. Τα θέματα μας επισκέπτονταν αβίαστα. Δεν είχαμε παρά να αφεθούμε με εμπιστοσύνη στη ροή των συναισθημάτων και των σκέψεων που μας γεννούσε αυτή η πρωτόγνωρη κατάσταση.

Η λειτουργία της γραφής στη ζωή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έχει κάτι το παρηγορητικό. Αντιμέτωπη με το χάος, με το ακατάτακτο, με το τρομακτικό της πανδημίας τα γράμματα με την Τασούλα ήταν καταφύγιο και ορμητήριο μαζί. Αναζητώντας τις κατάλληλες λέξεις για να το πεις δίνεις μια μορφή στο χάος, το οριοθετείς, το κατονομάζεις. Το χάος, έστω ψευδαισθησιακά, χάνει τη δύναμη του. Ευπρεπίζεται. Όσο λοιπόν με αφορά, ίσως αυτός ο ευπρεπισμός του χάους να ήταν εν τέλει και μια από τις βασικές για μένα λειτουργίες αυτής της αλληλογραφίας. Να εξημερώνεις το αγριευτικό μέσα από την καταγραφή και το μοίρασμά του. Και ακόμα να αντλείς από το ακραίο μαθήματα ζωής, ύπαρξης και συνύπαρξης.

Η δεύτερη καραντίνα με βρίσκει λιγότερο έκπληκτη, περισσότερο υποψιασμένη και πιο διατεθειμένη να ξεφύγω από την αυτοαναφορικότητα των βιωμάτων μου.

Πως μπορεί κάποιος να γυρίσει υπέρ του την απομόνωση και την απομάκρυνση από την κοινωνική ζωή; Θέλω να πιστεύω ότι το σπάσιμο της αυτοαναφορικότητας, η απόδραση από τη φυλακή του εγώ, η διαθεσιμότητα απέναντι στην αλλότρια οδύνη θα μπορούσε να είναι το απρόσμενο πλεονέκτημα αυτής της πανδημίας.

 

credits φωτογράφων: για τη φωτό της κ. Τσαλίκογλου: Βάσω Μαραγκουδάκη και για τη φωτό της κ. Επτακοίλη: Έλια Κανάκη

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

 

TAGS