Η ώρα πλησίαζε πέντε, ένα χειμωνιάτικο πρωινό στη Συρία. Στην αποβάθρα στο Χαλέπι έστεκε το τρένο που στους σιδηροδρομικούς οδηγούς περιγραφόταν με στομφώδη τροπο ως Εξπρές του Ταύρου. Αποτελούνταν από ένα βαγόνι κουζίνα και τραπεζαρία, ένα βαγόνι με κουκέτες και δύο απλά βαγόνια επιβατών.

Δίπλα στο σκαλοπάτι που οδηγούσε στο βαγόνι με τις κουκέτες στεκόταν ένας νεαρός Γάλλος υπολοχαγός, ένστολος και εντυπωσιακός, ο οποίος συζητούσε με έναν βραχύσωμο, αδύνατο άνδρα, φασκιωμένο με ένα κασκόλ, από τον οποίο τίποτε δε διακρινόταν πέρα από την άκρη μιας κατακόκκινης μύτης και τις δύο απολήξεις ενός μουστακιού στριμμένου προς τα πάνω.

Το κρύο ήταν τσουχτερό και αυτό το καθήκον του κατευόδιου ενός διακεκριμένου επισκέπτη δεν ήταν ζηλευτό, όμως ο υπολοχαγός Ντιμπόσκ εκτελούσε τον ρόλο του κατά τρόπο άψογο. Όχι πως γνώριζε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο. Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, βεβαίως, όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιου είδους περιπτώσεις.

[...]

“Σήμερα είναι Κυριακή”, είπε ο υπολοχαγός Ντιμπόσκ. “Αύριο, βράδυ Δευτέρας, θα βρίσκεστε στην Κωνσταντινούπολη”. 
Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε κάνει τη συγκεκριμένη διαπίστωση. Οι συζητήσεις στην αποβάθρα πριν από την αναχώρηση ενός τρένου έχουν την τάση να αποδεικνύονται επαναλαμβανόμενες.
“Πράγματι”, συμφώνησε ο κύριος Πουαρό.
“Αν δεν απατώμαι, σχεδιάζετε να παραμείνετε εκεί για μερικές ημέρες”.
“Mais oui. Δεν έτυχε να επισκεφθώ άλλοτε την Κωνσταντινούπολη. Θα ήταν κρίμα να μην κάνω μία στάση και να την προσπεράσω… comme ça”. Χτύπησε τα δάχτυλά του  περιγραφικά. “Δεν με πιέζει ο χρόνος... θα παραμείνω εκεί ως τουρίστας για μερικές ημέρες”.
“Η Αγία Σοφία είναι ωραιότατη” σχολίασε ο υπολοχαγός και ας μην την είχε δει ποτέ του. 

[...]

Ο φροντιστής του βαγκόν λι πλησίασε τους δύο άνδρες. Το τρένο ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, τους είπε. Ο κύριος καλό θα ήταν να επιβιβαστεί σύντομα. Ο μικρόσωμος άντρας έβγαλε το καπέλο του. Το κεφάλι του είχε σχήμα αυγού. [...] Ένας ανθρωπάκος με φαιδρή όψη. Το είδος του ανθρώπου που θα ήταν απολύτως αδύνατον να πάρει κανείς στα σοβαρά. 

[...]

Δίνοντας την αίσθηση ενός απέραντου δισταγμού, ο κύριος Πουαρό επιβιβάστηκε στο τρένο. Ο φροντιστής τον ακολούθησε. Ο κύριος Πουαρό σήκωσε το χέρι του σε αποχαιρετισμό. Ο υπολοχαγός χαιρέτησε στρατιωτικά. Το τρένο, με ένα απότομο τίναγμα, άρχισε να κινείται αργά.
“Enfin!” μουρμούρισε ο κύριος Ηρακλής Πουαρό. 

 

Αγκάθα Κρίστι, Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές, Εκδόσεις Ψυχογιός

 

 

 

Πηγή: farostoupnevmatos.blogspot.com

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS