Ο έρωτας και η κοσμική ζωή ήταν το μεσαίο όνομά της. Όμως δεν πρόλαβε να δει τα έργα της να μοσχοπουλιούνται στις δημοπρασίες και τους κριτικούς να γράφουν εγκώμια για τη ζωγραφική της. Ο κόσμος ανακάλυψε αργά το ταλέντο της Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα. Μια μεγάλη ατομική έκθεση που έγινε στο Παρίσι, το 1972 -οχτώ χρόνια πριν πεθάνει-, συνέβαλε στο να επανέλθει δριμύτερη η τέχνη της και να προκληθεί φρενίτιδα γύρω από το έργο της. 

«Ήταν υπερβολικά φιλάρεσκη και αυτό συμβάδιζε με το σεξουαλικό της ένστικτο. Στην πραγματικότητα δεν την αφορούσε η ανθρώπινη επαφή και η ερωτική αίσθηση, αλλά το να ερωτοτροπεί με τον εαυτό της».


Η Ταμάρα Ντε Λεμπίτσκα (Tamara de Łempicka), γεννήθηκε ως Μαρία Γκόρσκα - Maria Górska, στις 16 Μαΐου του 1898. Έφυγε από τη ζωή στις 18 Μαρτίου 1980. Η Πολωνή ζωγράφος, ήταν ιδιαίτερα ενεργή στη δεκαετία του 1920 και του 1930, ενώ πέρασε την επαγγελματική της ζωή στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γνωστή για τα πορτρέτα αριστοκρατών και πλουσίων σε ένα δικό της στυλ μεταξύ αναγεννησιακού ρυθμού, κυβισμού και art-deco και για τους εξαιρετικά στιλιζαρισμένους πίνακες ζωγραφικής με γυμνές γυναίκες. 

Κόρη του ρωσο-εβραίου Boris Gorski και Πολωνής μητέρας, έζησε τα παιδικά της χρόνια, πλουσιοπάροχα, μεταξύ Αγίας Πετρούπολης, Βαρσοβίας και Λοζάνης. Το 1914 ξέσπασε ο πόλεμος στην Αγία Πετρούπολη και παρέμεινε εκεί να σπουδάζει Καλές Τέχνες. Παντρεύτηκε έναν νεαρό Πολωνό δικηγόρο, τον Tadeusz Lempicki αλλά η κομμουνιστική επανάσταση στη Ρωσία αναστατώνει τη ζωή της και αυτοεξορίζεται στο Παρίσι, όπου ζουν ήδη εξόριστα τα εξαδέλφια της. 


Εκεί η Ταμάρα ξεκινάει με ξέφρενους ρυθμούς να ζωγραφίζει, ξεκινάει με ξέφρενους ρυθμούς να ζει. Ζωγραφίζει γυμνά με έναν μοναδικό τρόπο,αποθεώνει τη σάρκα με φινέτσα και υποσταση. Η καριέρα της απογειώνεται στην πρώτη της ατομική έκθεση στο Μιλάνο, το 1925, αλλά η προσωπική της ζωή είναι σκοτεινή σα σκία που τη βαραίνει. 

Με τον γάμο της να πνέει τα λοίσθια, χωρίς πόρους και έναν σύζυγο να τη χτυπάει, αποφάσισε να δουλέψει. Πού όμως; Η μόνη αξιοπρεπής εργασία για κοπέλες της τάξης της εκείνη την εποχή ήταν το μόντελινγκ σε οίκους μόδας. Η χυμώδης Ντε Λεμπίτσκα ήταν όμως ακατάλληλη για τα λεπτεπίλεπτα πρότυπα της Σανέλ. Ακολουθώντας την προτροπή της αδελφής της να αξιοποιήσει το ταλέντο της στη ζωγραφική, αποφάσισε να πάει σε μια κρατική Σχολή Καλών Τεχνών. Είχε βρει τον εαυτό της. Περνούσε ατέλειωτες ώρες στο Λούβρο μελετώντας τη χρήση του φωτός στους πίνακες των Ολλανδών ζωγράφων και τη ζωντάνια του χρώματος στους Ιταλούς.

Μελετούσε τους κυβιστές, τους μοντερνιστές και τον Πικάσο, για να συνθέσει στο τέλος ένα δικό της στυλ που αντλούσε έμπνευση από όλα, δίχως να αντικατοπτρίζει όμως φανερές επιρροές από κανέναν. Αφήνοντας στο περιθώριο τον πρώην μεγάλο της έρωτα και σύζυγό της, έδωσε τον καλύτερο εαυτό της στην τέχνη και στην μποέμικη ζωή. Ζωγράφιζε λαίμαργα την ημέρα, φλερτάριζε και γύριζε στα μπαρ τις νύχτες. Έβρισκε όμορφες γυναίκες και άντρες στον δρόμο και στα παρισινά καφέ και τους πρότεινε να της ποζάρουν. Η φιλήδονη και εντυπωσιακή στην εμφάνιση ζωγράφος δεν έμενε ωστόσο εκεί: της άρεσε να κατακτά τα μοντέλα της και να κοιμάται μαζί τους. Στο ξέφρενο Παρίσι του Μεσοπολέμου η εκκεντρική Ρωσίδα ταίριαξε απόλυτα. Τέτοια ήταν η υπερένταση και η ανυπομονησία της να κατακτήσει την Πόλη του Φωτός, που χρειαζόταν τη βοήθεια ηρεμιστικών για να κοιμάται τα βράδια. Λάτρευε τα κοσμικά πάρτι, το θέατρο, την όπερα και τα καμπαρέ. Συμμετείχε στα περιβόητα όργια των παρισινών καλλιτεχνικών κύκλων. Το παιχνίδι της σαγήνης ήταν για εκείνη τόσο ελκυστικό όσο και η τέχνη της. Παράλληλα δούλευε πυρετωδώς.

Δείτε ένα βίντεο με τους χαρακτηριστικούς πίνακές της:

Τις σεξουαλικές συνευρέσεις της συνόδευε συνήθως η κοκαΐνη. Είχε ήδη γίνει η πολυσυζητημένη περσόνα του Παρισιού της δεκαετίας του ’20 και αυτό ήταν ίσως που στιγμάτισε το έργο της ως μη σημαντικό. Τα κουτσομπολιά και τα σκάνδαλα της γκλάμορους ζωής της δημιούργησαν στον κόσμο την εντύπωση ότι η Ντε Λεμπίτσκα ήταν πολύ «ελαφριά» για να την πάρει κανείς στα σοβαρά.

Εκείνη από την πλευρά της ένιωθε πάντα περήφανη που δοκίμασε τα πάντα, όπως έλεγε, υπονοώντας ότι ως καλλιτέχνις όφειλε να το κάνει. Απολάμβανε τις χάρες και των δύο φύλων, αν και η βιογράφος της θεωρεί ότι η αυτή τάση της αντανακλούσε μάλλον μια ναρκισσιστική ασεξουαλικότητα. «Ήταν υπερβολικά φιλάρεσκη και αυτό συμβάδιζε με το σεξουαλικό της ένστικτο. Στην πραγματικότητα δεν την αφορούσε η ανθρώπινη επαφή και η ερωτική αίσθηση, αλλά το να ερωτοτροπεί με τον εαυτό της».

Οι πίνακές της ήταν επιτηδευμένοι: γλυπτά πρόσωπα με λαμπερά κραγιόν στα χείλη, έντονα χρώματα στα νύχια και φροντισμένα μαλλιά. Ηταν γυναίκες ερωτικές και όμορφες, γυναίκες που προσέφεραν την υπέρτατη ευχαρίστηση. Κάποτε επισκέφθηκε το κλαμπ όπου εμφανιζόταν η Τζοζεφίν Μπέικερ. «Εκανε τους θεατές της να λιώνουν από πόθο για το κορμί της. Εμοιαζε ήδη με τις φιγούρες στους πίνακές μου, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να μην της ζητήσω να μου ποζάρει».

Δείτε ένα βίντεο με φωτογραφίες από τη ζωή της:

Διατηρούσε πάντα μια σχέση αγάπης-μίσους με την κόρη της. Τη λάτρευε αλλά ποτέ δεν της το έδειχνε και προτιμούσε να την αγνοεί επιδεικτικά. Η ύπαρξη της Κιζέτ, ειδικά όσο η νεαρή κοπέλα μεγάλωνε, υπενθύμιζε συνεχώς στη μητέρα της ότι γερνάει. Παρά τους ομηρικούς καβγάδες, «αγαπιόμασταν πολύ», θα πει αργότερα η Κιζέτ. «Δεν τη ζήλευα ποτέ, αν και πάντα ερχόμουν δεύτερη στη ζωή της. Είχε άλλο πρόσωπο για τον υπόλοιπο κόσμο και ένα άλλο, διαφορετικό, για την οικογένειά της. Δημοσίως ήταν πάντα γοητευτική, επιτυχημένη, όμορφη. Στον ιδιωτικό της βίο ήταν δύσκολη. Νομίζω ότι τελικά λυπόταν που δεν της έμοιαζα. Δεν είχα ποτέ τη φιλοδοξία να γίνω η καλύτερη, μου έφτανε ένας καλός σύζυγος και οι δύο κόρες μου. Εκείνης δεν θα της έφταναν ποτέ».

 

*Με πληροφορίες από τη βιογραφία της όπως δημοσιεύθηκε στο tovima.gr

Φωτο: YouTube

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS