Δεκατέσσερα ναυτικά μίλια από το λιμάνι της Αμοργού και οκτώ ναυτικά μίλια από τη Νάξο υπάρχει μία μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη κουκίδα στον χάρτη. Μοιάζει σαν σημάδι από στυλό, σαν σταγόνα που ξέφυγε στο τυπογραφείο, μία μικρή, μυστηριώδης τελίτσα στη μέση του Αιγαίου πελάγους, σαν όμορφο ψέμα, σαν τέλειο λάθος. 

Και, ίσως, να ήταν αυτή η ανείπωτη υπόσχεση μίας ιδανικής, απόκοσμης αμορφιάς που μάγεψε από απόσταση τον νεαρό Γιώργο Κολόζη, φοιτητή ακόμα το 1972, και τον παρότρυνε να φύγει από το λιμάνι του Πειραιά ολομόναχος, με ένα σακίδιο στον ώμο, για να βρει τι; Ούτε και ο ίδιος ήξερε, μα ήθελε να το ψάξει.

Η Δονούσα τη δεκαετία του ΄70 ήταν ένα πολύ μικρό και απομακρυσμένο μέρος, χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο, οι κάτοικοι ζούσαν με τα βασικά αλλά ήταν ιδιαίτερα φιλόξενοι και αντιμετώπισαν τον πατέρα μου σχεδόν σαν συγγενή τους. Περίμεναν κάθε καλοκαίρι πότε θα έρθει και όταν μάλιστα μια χρονιά αποφάσισε να πάει στη Σχοινούσα, τον παρακάλαγαν να κατέβει από το πλοίο στη Δονούσα.

«Όταν έφτασα για πρώτη φορά στο νησί δεν υπήρχε τίποτα. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό, δεν υπήρχε λιμάνι, δεν υπήρχαν δρόμοι», αφηγείται με την βαθιά φωνή του ο δημιουργός αυτής της κινηματογραφικής ιστορίας που ξεκινάει στη μακρινή Δονούσα των αρχών της δεκαετίας του '70 και φτάνει μέχρι το σήμερα, μέσα από ένα χαριτωμένο παιχνίδισμα του χρόνου. Του χρόνου που μπορεί να είναι πάρα πολλά πράγματα και να πάρει αμέτρητες μορφές στα μάτια και το μυαλό του καθενός από εμάς, αλλά πάνω απ' όλα είναι «σχετικός» και αγαπάει να ταξιδεύει: Από το τώρα σε χθές και πάλι πίσω, έπειτα στο μέλλον. Στις στιγμές που αγαπήσαμε, στους ανθρώπους που μας σημάδεψαν, στα ταξίδια που πήγαμε και σε εκείνα που θα θέλαμε να έχουμε πάει αλλά, ίσως, μας πρόλαβε ένας θάνατος. 

 

«Όταν έφτασα για πρώτη φορά στο νησί δεν υπήρχε τίποτα. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό, δεν υπήρχε λιμάνι, δεν υπήρχαν δρόμοι», αφηγείται με την βαθιά φωνή του ο δημιουργός αυτής της κινηματογραφικής ιστορίας που ξεκινάει στη μακρινή Δονούσα των αρχών της δεκαετίας του '70 και φτάνει μέχρι το σήμερα, μέσα από ένα χαριτωμένη παιχνίδισμα του χρόνου.

«Εμένα γενικά μου αρέσει να επιστρέφω», λέει και ξαναλέει σε πολλά σημεία του ντοκιμαντέρ με τον ελκυστικό τίτλο «Ο Γιώργος του Κέδρου», ο κινηματογραφιστής και φωτογράφος Γιώργος Κολόζης. Και αυτός ήταν πιθανότατα ο λόγος που ο ίδιος επέστρεφε και ξανά επέστρεφε στη μαγική Δονούσα, σχεδόν όλα τα καλοκαίρια της δεκαετίας του '70, παραδομένος όχι μόνο στην ανεξερεύνητη ομορφιά ενός τόπου απομονωμένου, αποκλεισμένου, θαρρείς, από τον σύγχρονο πολιτισμό αλλά κυρίως από τους ανθρώπους της. Τους φιλόξενους, τρυφερούς, συγκινητικούς κατοίκους αυτής της μικρής έκτασης γης που ζούσαν μία ολότελα δικιά τους ζωή, με τους δικούς τους κανόνες, τους δικούς τους ρυθμούς, τους δικούς τους όρους.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Γιώργος του Κέδρου, όπως τον αποκαλούσαν οι ντόπιοι από το όνομα της παραλίας στην οποία έστηνε την μικρή σκηνή του, δεν επισκέφθηκε το νησί για πάρα πολύ καιρό. Έφτασε 1999 όταν είπε να τηρήσει για άλλη μία φορά εκείνη την παλιά του υπόσχεση: «Εμένα γενικά μου αρέσει να επιστρέφω». Και επέστρεψε. Με μία βιντεοκάμαρα, μία φωτογραφική μηχανή και μία τσάντα γεμάτη παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες της δεκαετίας του '70. Αυτή τη φορά με το γρήγορο πλοίο που πλέον δεν έκανε περισσότερο από 7 ώρες για να «δέσει» στο λιμάνι του νησιού. Ναι, η Δονούσα είχε πια το δικό της λιμάνι. «Όταν πήγα ξανά στο νησί το 1999 είχαν αλλάξει όλα. Δεν το αναγνώρισα. Αφού όταν έφτασε το πλοίο νόμιζα ότι είχε γίνει κάποιο λάθος». 

Επέστρεφε και ξανά επέστρεφε στη μαγική Δονούσα, σχεδόν όλα τα καλοκαίρια της δεκαετίας του '70, παραδομένος όχι μόνο στην ανεξερεύνητη ομορφιά ενός τόπου απομονωμένου, αποκλεισμένου, θαρρείς, από τον σύγχρονο πολιτισμό αλλά κυρίως από τους ανθρώπους της.

Έκατσε στο γνωστό καφενείο, μπήκε σε μικρά μαγαζιά, χτύπησε πόρτες σπιτιών, σταμάτησε ανθρώπους που περπατούσαν αργά-αργά στα μικρά δρομάκια: «Βλέπεις αυτή τη φωτογραφία; Τη θυμάσαι; Εσύ είσαι», είπε σε έναν-έναν χωριστά και τότε η περιπετειώδης κάμερα του πλημμύρισε με ντροπαλά, αμήχανα χαμόγελα, αγνά, ρυτιδιασμένα μάτια και ένα τρυφερό ξάφνιασμα που δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. «Εσύ είσαι Γιώργο; Τώρα σε θυμήθηκα. Τώρα που το είπες σε θυμήθηκα», λέει ένας ηλικιωμένος άντρας, κοιτάζοντας μία την ασπρόμαυρη εικόνα και μία τον άντρα που του την έφερε, 50άρης πια, πολυταξιδεμένος, με μία μακριά αλογοουρά να πέφτει στην πλάτη του και ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη. 

Και τότε συνειδητοποιείς τι σημαίνει στα αλήθεια «Ο Γιώργος του Κέδρου». Ποιος είναι ο σκοπός και ο προορισμός του. Τον ξεχασμένο αυτόν τόπο που μοιάζει να βρίσκεται στην άκρη του κόσμου, μοναχικός αλλά περήφανος, φτωχός αλλά γεμάτος αθωότητα και ομορφιά, να τον φέρει στο προσκήνιο. Να τον κάνει έστω για λίγο, στα 84 λεπτά που διαρκεί αυτή η ιστορία που επιμένει να πηγαίνει μπρος-πίσω στον χρόνο, το πιο σημαντικό μέρος στη Γη. Να κάνει τους μικρούς, διάφανους, συγκινητούς ανθρώπους της Δονούσας το επίκεντρο του σύμπαντος. Με τον ίδιο τρόπο που έγιναν το επίκεντρο του δικού του σύμπαντος πριν από τόσα χρόνια.

Το 2007 ο Γιώργος Κολόζης ξαναπηγαίνει στο νησί, αυτή τη φορά με τον γιο του, Γιάννη. Το μόνο ταξίδι που πρόλαβαν να κάνουν μαζί ως εκεί. Δύο χρόνια μετά «φεύγει» από τη ζωή και ο Γιάννης αποφασίζει να ολοκληρώσει μόνος το έργο του πατέρα του, να τελειώσει τον «Γιώργο του Κέδρου», να πει μία ιστορία που έμεινε να αιωρείται, μισοτελειωμένη. 

Ήταν ένα έργο με μεγάλο βάθος χρόνου που στο μυαλό μου άλλαζε συνεχώς μορφή ενώ βασική μου επιδίωξη ήταν να μπορεί να εκφράζει τόσο την οπτική του πατέρα μου όσο και τη δική μου, αυτός ήταν και ο λόγος που μου πήρε τόσα χρόνια να το τελειώσω, έπρεπε να συμπληρώσω τη φωνή του πατέρα μου με τη δική μου φωνή.

Πότε γυρίστηκε στα αλήθεια αυτή η ιστορία; Στο χθες, το σήμερα, το αύριο; Kάνεις δεν μπορεί να πει με σιγουριά καθώς ο χρόνος της αφήγησης ρέει και καθηλώνει τον θεατή με την δύναμη που έχει να ξυπνάει μνήμες και να επαναφέρει μέσα μας τα πιο έντονα συναισθήματα.

-Γιατί πιστεύεις ότι ο πατέρας σου μαγεύτηκε τόσο πολύ από τη Δονούσα; Όταν βρέθηκες εκεί εντόπισες την ίδια «μαγεία» για την οποία, φαντάζομαι ότι σου είχε μιλήσει; Ή μήπως ανακάλυψες κάτι δικό σου;

Αυτό που μάγεψε τον πατέρα μου στη Δονούσα δεν ήταν μόνο οι όμορφες παραλίες και τα πεντακάθαρα νερά, αλλά κυρίως οι άνθρωποι. Η Δονούσα τη δεκαετία του ΄70 ήταν ένα πολύ μικρό και απομακρυσμένο μέρος, χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο, οι κάτοικοι ζούσαν με τα βασικά αλλά ήταν ιδιαίτερα φιλόξενοι και αντιμετώπισαν τον πατέρα μου σχεδόν σαν συγγενή τους. Περίμεναν κάθε καλοκαίρι πότε θα έρθει και όταν μάλιστα μια χρονιά αποφάσισε να πάει στη Σχοινούσα, τον παρακάλαγαν να κατέβει από το πλοίο στη Δονούσα. Όταν αποφάσισα να ολοκληρώσω το ντοκιμαντέρ, επέλεξα αρχικά να μην πάω για γύρισμα το καλοκαίρι, αλλά την άνοιξη και τον χειμώνα, σε μια προσπάθεια να ζήσω μια παρόμοια εμπειρία με την εμπειρία του πατέρα μου από τη δεκαετία του '70, καθώς η απουσία του τουρισμού θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τέτοια συνθήκη. Και πράγματι, αυτό που βρήκα ήταν άνθρωποι σαν αυτούς που είχε βρει ο πατέρας μου. Άνθρωποι που με κέρασαν μια ψαρόσουπα όταν το χρειαζόμουν, μου πρόσφεραν στέγη όταν έβρεχε, με φίλεψαν φρέσκα αυγά και μια τηγανία πατάτες. Το πιο σημαντικό όμως για μένα ήταν ότι μπόρεσα να εκτιμήσω λίγο περισσότερο την αξία της μνήμης και του χρόνου που ορίζει τις ζωές μας.

Τους φιλόξενους, τρυφερούς, συγκινητικούς κατοίκους αυτής της μικρής έκτασης γης που ζούσαν μία ολότελα δικιά τους ζωή, με τους δικούς τους κανόνες, τους δικούς τους ρυθμούς, τους δικούς τους όρους.

-Yπήρξε κάποια συγκεκριμένη ιστορία ενός κατοίκου του νησιού που να σε συγκίνησε ιδιαίτερα;

Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες που δεν θα μπορούσα να διαλέξω εύκολα μία. Η κυρά Ειρήνη και ο κυρ Μήτσος στο Μερσήνι που όποτε περνούσα μου έφτιαχναν ένα φαγητό από τα λίγα που είχαν, η κυρά Φανή που είναι η μοναδική κάτοικος της Καλοταρίτισσας τον χειμώνα, ο Γιώργαρος που μπορούσε να κουβαλήσει μόνος του όλα τα βάρη του νησιού. Κάθε κάτοικος του νησιού έχει και μια ξεχωριστή ιστορία και όσες φορές και να πάω θα ακούσω και μια καινούργια που θα με συγκινήσει.

-Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία αλλά και η μεγαλύτερη πρόκληση σου αντιμετώπισες συνεχίζοντας την δουλειά του πατέρα σου;

Όσο άμεση ήταν η απόφασή μου να ολοκληρώσω τη δουλειά του πατέρα μου μετά τον θάνατό του, τόσο δύσκολη ήταν και η τελική του ολοκλήρωση. Ήταν ένα έργο με μεγάλο βάθος χρόνου που στο μυαλό μου άλλαζε συνεχώς μορφή ενώ βασική μου επιδίωξη ήταν να μπορεί να εκφράζει τόσο την οπτική του πατέρα μου όσο και τη δική μου, αυτός ήταν και ο λόγος που μου πήρε τόσα χρόνια να το τελειώσω, έπρεπε να συμπληρώσω τη φωνή του πατέρα μου με τη δική μου φωνή. Για μια προσωπική και αυτοσχέδια ταινία σαν κι αυτή οι προκλήσεις είναι πολλές, καθώς είναι δύσκολο να βρεθούν τα μέσα και ο χρόνος που χρειάζονται για την ολοκλήρωσή της. Βέβαια όταν δεν υπάρχουν τα μέσα αναγκάζεσαι να αυτοσχεδιάσεις και να γίνεις δημιουργικός, έτσι χρειάστηκε να περπατήσουμε πέντε χιλιόμετρα με βροχή και αέρα κάνοντας παράλληλα πλάνα για το ντοκιμαντέρ, να μείνω μόνος για 10 μέρες σε μια σκηνή στην παραλία του Κέδρου τον Απρίλη ή να εμφανίσω μόνος μου τα φιλμάκια super8 που τάβηξα. Αλλά τελικά όλες αυτές οι δυσκολίες είναι που δίνουν στην ταινία και τον χαρακτήρα που έχει.

Το 2007 ο Γιώργος Κολόζης ξαναπηγαίνει στο νησί, αυτή τη φορά με τον γιο του, Γιάννη. Το μόνο ταξίδι που πρόλαβαν να κάνουν μαζί ως εκεί. Δύο χρόνια μετά «φεύγει» από τη ζωή και ο Γιάννης αποφασίζει να ολοκληρώσει μόνος το έργο του πατέρα του, να τελειώσει τον «Γιώργο του Κέδρου», να πει μία ιστορία που έμεινε να αιωρείται, μισοτελειωμένη. 

-Στον Γιάννη Κολόζη πόσο πολύ «αρέσει να επιστρέφει»;

Η επιστροφή είναι σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Η μνήμη άλλωστε που, όπως λέω και στο ντοκιμαντέρ, ορίζει τον χρόνο, εμπεριέχει την έννοια της επιστροφής. Στο μυαλό μας συνεχώς επιστρέφουμε σε αναμνήσεις του παρελθόντος, σε όμορφες στιγμές που ζήσαμε αλλά και σε δυσκολίες που περάσαμε. Πολύ συχνά ορίζουμε τις παροντικές μας στιγμές με βάση αυτά που ζήσαμε στο παρελθόν. Η επιστροφή ή ακόμα και η σκέψη της επιστροφής σε αγαπημένα μέρη και αγαπημένους ανθρώπους ομορφαίνει την καθημερινότητά μας. Αλλά καλό είναι να μην ζούμε μόνο με τη νοσταλγία. Όταν καμιά φορά δραπετεύουμε από τη σιγουριά και την ασφάλεια της επιστροφής και βιώνουμε καινούργιες εμπειρίες, τότε είναι που ζούμε πραγματικά. Αυτό είναι άλλωστε που μας κάνει να επιστρέφουμε, η δύναμη αυτής της πρώτης εμπειρίας.

Δείτε το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ που θα προβληθεί απόψε στις Νύχτες Πρεμιέρας:

*«Ο Γιώργος του Κέδρου» θα προβληθεί απόψε, στις 6:45, στον κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας.

Ακολουθήστε το WomanTOC στο Instagram

TAGS