Το γεγονός ότι μια γυναίκα ποζάρει συνειδητά για αισθησιακές και σέξι φωτογραφίες νομιμοποιεί την εκμετάλλευσή της από τον φωτογράφο; Αυτό το ρητορικό ερώτημα θέτει μια προσωπική εξομολόγηση της Έμιλι Ρατακόφσκι, σε νέο, αυτοβιογραφικό άρθρο της στο The Cut.

Το μοντέλο περιγράφει μια παλαιότερη, τραυματική εμπειρία του, όταν η ατζεντισσά της της ανέθεσε, το 2012, μια φωτογράφιση από τον φωτογράφο Τζόναθαν Λέντερ, αφιλοκερδώς αλλά με την προοπτική, με τη δημοσίευση των εικόνων σε ένα άγνωστο τότε σε εκείνη καλλιτεχνικό περιοδικό με τίτλο «Darius», να της φέρει κάποια δημοσιότητα. 

Η φωτογράφιση θα γινόταν στο σπίτι του, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ρατακόφσκι, αλλά φτάνοντας εκεί για κάποιον αδιόρατο λόγο η ατμόσφαιρα ήταν τουλάχιστον αμήχανη. «Στο τραπέζι της κουζίνας του Τζόναθαν κάθονταν δύο παιδιά. Κοντοστάθηκα νευρικά στην πόρτα με το σορτσάκι μου και ένιωσα αμήχανα μικρή – σχεδόν λες και ήμουν κι εγώ ένα κοριτσάκι. Παρατήρησα την ώρα στο ρολόι του τοίχου και σκέφτηκα: πότε θα αρχίσει η φωτογράφιση, αφού σε μιάμιση ώρα θα έχει νυχτώσει;».

«Παρατήρησα την ώρα στο ρολόι του τοίχου και σκέφτηκα: πότε θα αρχίσει η φωτογράφιση, αφού σε μιάμιση ώρα θα έχει νυχτώσει;»

Όταν έφτασε η makeup artist στο σπίτι του φωτογράφου, η Ρατακόφσκι αισθάνθηκε ανακούφιση. Δεν ανησύχησε ούτε όταν έμαθε ότι θα φωτογραφιζόταν μόνο με τα εσώρουχά της. «Η ατζέντισσά μου δεν μου το είχε αναφέρει αυτό, αλλά δεν με πείραξε. Είχα κάνει αμέτρητες φωτογραφίσεις με εσώρουχα στο παρελθόν».

Κάποιος ήρθε να πάρει τα παιδιά του Τζόναθαν από το σπίτι και έμειναν οι τρεις τους, να τρώνε ζυμαρικά στο τραπέζι της κουζίνας, σαν μια μικρή οικογένεια. Ο φωτογράφος άρχισε να της μιλάει για την «τρελή» πρώην του, δείχνοντάς της γυμνές φωτογραφίες της, που είχε τραβήξει με Polaroid. «Φαινόταν πολύ ευάλωτη στις φωτογραφίες του Τζόναθαν, παρόλο που, από τον τρόπο που κοιτούσε την κάμερα, προσπαθούσε να δείξει ώριμη και δυνατή. Εκείνος μου είπε: “Κανένας δεν την έχει φωτογραφίσει καλύτερα από εμένα”».

Καθώς προχωρούσε η βραδιά και η Έμιλι έπινε το ένα ποτήρι κρασί μετά το άλλο, άρχισε να του μιλάει για τον λόγο για τον οποίο κυνήγησε το μόντελινγκ. «Με την κατάρρευση της οικονομίας, άρχισα να δέχομαι προτάσεις για δουλειά και αποφάσισα να το κυνηγήσω όσο μπορούσα. Δεν είμαι ανόητη, το ξέρω ότι το μόντελινγκ έχει ημερομηνία λήξης, αλλά ήθελα να συγκεντρώσω αρκετά χρήματα ώστε να επιστρέψω στις σπουδές μου, να ασχοληθώ με την τέχνη ή να κάνω οτιδήποτε άλλο».

Η απάντηση του φωτογράφου ήταν απόλυτα υποτιμητική: «Εσείς τα κορίτσια καταλήγετε να ξοδεύετε όλα σας τα χρήματα σε τσάντες και παπούτσια. Αυτός δεν είναι τρόπος να βγάλεις χρήματα».

Ενώ το μοντέλο βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη ζάλη της μέθης, ο Λέντερ της ζήτησε να βγάλει όλα τα ρούχα της. Ούτε αυτό την αποθάρρυνε ωστόσο: «Με είχαν φωτογραφίσει γυμνή ξανά στο παρελθόν, πάντα άντρες. Πολλοί φωτογράφοι και ατζέντηδες μου είχαν πει ότι το σώμα μου ήταν ένα από τα πράγματα που με έκαναν να ξεχωρίζω ανάμεσα στις συνομήλικές μου. Ένιωθα λες και το σώμα μου ήταν μια υπερδύναμη. Γυμνή αισθανόμουν γεμάτη αυτοπεποίθηση – ατρόμητη και περήφανη. Ωστόσο, τη στιγμή που έμεινα χωρίς ρούχα, ένα κομμάτι μου αποσυνδέθηκε από το σώμα μου. Άρχισα να αιωρούμαι έξω από τον εαυτό μου, βλέποντάς με να ανεβαίνω στο κρεβάτι. Καμπύλωσα την πλάτη, σούφρωσα τα χείλη και άρχισα να αναρωτιέμαι πώς θα έδειχνα στον φακό. Το φλας του ήταν πολύ φωτεινό και είχα πιει τόσο πολύ κρασί, που τεράστιες μαύρες κηλίδες άρχισα να αιωρούνται μπροστά στα μάτια μου».

«Τη στιγμή που έμεινα χωρίς ρούχα, ένα κομμάτι μου αποσυνδέθηκε από το σώμα μου. Άρχισα να αιωρούμαι έξω από τον εαυτό μου»

Μέσα στη ζάλη της μέθης, θυμάται τον φωτογράφο να σχολιάζει τις ρώγες της, το πόσο «τεράστιες» δείχνουν. Κάποια στιγμή η makeup artist έφυγε και έμειναν οι δυο τους. Στη συνέχεια το μοντέλο περιγράφει ένα σκηνικό σεξουαλικής παρενόχλησης, να της βάζει χέρι στα πιο απόκρυφα σημεία της. Τον έσπρωξε με δύναμη και εκείνος απομακρύνθηκε από κοντά της. Την επόμενη μέρα, όταν εκείνη ξύπνησε με χανγκόβερ, δεν της πλήρωσε ούτε το εισιτήριό της για να γυρίσει σπίτι.

Ωστόσο η παραβίαση της ιδιωτικότητάς της θα συνεχιζόταν μετά από χρόνια, όταν θα είχε απωθήσει το περιστατικό στα βάθη της μνήμης της. Παρόλο που το συμβόλαιο που είχε υπογράψει, σύμφωνα με τη Ρατακόφσκι και την ατζέντισσά της, προέβλεπε αποκλειστική χρήση των φωτογραφιών στο συγκεκριμένο περιοδικό, ξαφνικά έκανε την εμφάνισή του ένα λεύκωμα με το όνομά της και γυμνές φωτογραφίες της («Emily Ratajkowsky»), με κόστος 80 δολαρίων και την υπογραφή του φωτογράφου. «Ένα ολόκληρο βιβλίο με δικές μου φωτογραφίες, κάποιες από τις πιο ερωτικές και αποκαλυπτικές που είχα τραβήξει ποτέ, ήταν διαθέσιμο προς πώληση. Και στο διαδίκτυο πίστευαν ότι ήταν δική μου πρωτοβουλία. Εξάλλου, εγώ πόζαρα σε εκείνες τις φωτογραφίες». 

«Ένα ολόκληρο βιβλίο με δικές μου φωτογραφίες, κάποιες από τις πιο ερωτικές και αποκαλυπτικές που είχα τραβήξει ποτέ, ήταν διαθέσιμο προς πώληση»

Η Ραϊτακόφσκι απευθύνθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος ήρθε σε επαφή με τον φωτογράφο. Εκείνος, με τη σειρά του, του προσκόμισε ένα συμβόλαιο που το μοντέλο επιμένει πως είχε πλαστογραφηθεί. «Τι μπορώ να κάνω; Αναρωτήθηκα. Ακόμα είχα πίστη σε ένα σύστημα που θεωρούσα ότι είχε σχεδιαστεί για να μας προστατεύει από τέτοιες καταστάσεις. Το πρόβλημα με τη δικαιοσύνη, ή έστω και το κυνήγι της, στις ΗΠΑ, είναι ότι κοστίζει. Πολύ. Για τις τέσσερις μέρες των επιστολών και τηλεφωνημάτων που περιλάμβαναν οι υπηρεσίες του δικηγόρου μου, χρεώθηκα με σχεδόν 8.000 δολάρια».

Ούτε στο διαδίκτυο βρήκε υποστήριξη στη διαμάχη της. Ένα από τα σχόλια που της έγιναν, ενδεικτικά, ήταν μιας γυναίκας που έγραφε: «Ας μην έβγαζες ποτέ τα ρούχα σου, για να μην μπλέξεις με τέτοιες καταστάσεις». Ακολούθησαν και άλλα φωτογραφικά λευκώματα του Λέντερ με γυμνά της. Μετά από κάθε έκδοση, το μοντέλο «ένιωθα λες και παρακολουθούσα ένα κομμάτι του εαυτού μου, που πλέον του ανήκε. Για χρόνια, ενώ εγώ δημιουργούσα όνομα, αυτός κρατούσε εκείνη την Έμιλι κλειδωμένη στα συρτάρια του ανατριχιαστικού σπιτιού του, περιμένοντας να την εκπορνεύσει».

«Για χρόνια, ενώ εγώ δημιουργούσα όνομα, αυτός κρατούσε εκείνη την Έμιλι κλειδωμένη στα συρτάρια του ανατριχιαστικού σπιτιού του, περιμένοντας να την εκπορνεύσει».

Έυλογα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν συνέχισε τον δικαστικό αγώνα της εναντίον του φωτογράφου. «Θα μπορούσα να τον πιέσω να σταματήσει να εκδίδει βιβλία, να τον μπλέξω σε μια νομική μάχη που θα μας αποστράγγιζε και τους δύο, αλλά δεν είμαι πεπεισμένη ότι ξοδεύοντας τα χρήματά μου στον Τζόναθαν θα έκανα καλά. Αργά ή γρήγορα οι “αδημοσίευτες” Polaroid του Τζόναθαν θα τελειώσουν και το μόνο που θα παραμείνει θα είμαι εγώ, η αληθινή Έμιλι, που έγραψα αυτό το άρθρο. Διεκδικώντας τον έλεγχο όπου μπορώ».

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

κεντρική φωτό:

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

TAGS