0
SHARES

Εκείνο το απόγευμα ένα τσούρμο κορίτσια, δροσερά σαν γρανίτες-φράουλα και ξεκούραστα σαν ατσαλάκωτες χαρτοπετσέτες ακουμπισμένες δίπλα στα μαχαιροπίρουνα, έζησαν ένα ακόμα δεκαπεντάλεπτο διασημότητας, μέσα από το καθημερινό My Style Rocks. Ο σκοπός του παιχνιδιού είναι να αναδειχθεί η μία και μοναδική υπερστιλάρα της χώρας, αυτή που από κορίτσι της διπλανής πόρτας θα γίνει η σούπερ φασιονίστα του παραδίπλα τηλεοπτικού πλατό. Αυτός, ο ίδιος σκοπός που αγιάζει τα μέσα, βοηθάει τις όποιες υπερβολές να απογειώσουν το σενάριο και να εκτοξεύσουν την τηλεθέαση.

Η υπερπροσπάθεια είναι μέσα στους κανόνες του My Style Rocks. «Πρέπει να κάνεις μια πρόταση. Δε θέλουμε ένα καθημερινό ντύσιμο. Πρέπει να πεις κάτι. Κάτι διαφορετικό. Μην είσαι βαρετή, μη σετάρεις» ακούγεται συχνά-πυκνά από το στόμα των κριτών αφήνοντας τις παίκτριες να αναρωτιούνται. Πρόταση ε; Διαφορετικό. «Πάω να κουρέψω το γκαζόν με ψηλοτάκουνο» ή «Περπατάω στο Παρίσι, έχω πάει για τα φάσιον σόου και μου πέφτει μια γλάστρα στο κεφάλι»; Ή μήπως «Από την πόλη έρχομαι και στην κορυφή κανέλα» θα ήταν πιο ταιριαστό;

Μέσα σε αυτό το συγχυσμένο σκηνικό, που η εκζήτηση διεκδικεί την καρδιά των κριτών, ο καθένας αντιλαμβάνεται το «αλλιώτικο» με όσα γνωρίζει και ξέρει. «Έχεις πάει ποτέ σε συναυλία ροκ; Γιατί μοιάζουν ξένα αυτά τα ρούχα πάνω σου» ρωτάει η Φωτεινή την Τάμτα, για παράδειγμα. «Δε θα με πείραζε να πάω. Δεν έχω πρόβλημα. Παντού πάω» απαντάει αυτή, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι δεν έχει περάσει ούτε απ’ έξω. Η μία κουβέντα φέρνει την άλλη και το κατινάζ, η υψηλή τέχνη του λεκτικού ξεμαλλιάσματος, αποθεώνεται. Κλάματα, ευθεία ή πλαγιομετωπική επίθεση, συμπράξεις του δευτερολέπτου και αποχωρήσεις από το σκηνικό. Φήμες λένε ότι η παίκτρια που αποχώρησε πέταξε μία μπότα από τα νεύρα της στο backstage, πράγμα που λειτούργησε όντως αγχολυτικά.

Οι κριτές, από την άλλη, άνθρωποι είναι και αυτοί, δεν είναι χιονάνθρωποι, μπαίνουν δυναμικά στο παιγνίδι. Απαντούν με δεικτικά σχόλια, νευριάζουν, σοβαρεύουν, μουτρώννουν και βαθμολογούν μειοδοτικά. Ο μίστερ Κουδουνάρης, που πολύ μας αρέσουν τα ρούχα του by the way, μπήκε στη διαδικασία να σηκωθεί από την καρέκλα του και να φύγει. Η απομάκρυνσή του προς απάντησή της παίκτριας. Η Μπέτυ Μαγγίρα λέει με κομψή αδιαλλαξία «θυμώνω γιατί μοιάζει σαν να μη θέλεις να είσαι εδώ». Ο Δημήτρης Αργυρόπουλος κάνει ολίγη πλάκα αλλά δεν αρκεί για να φέρει την πολυπόθητη άνοιξη.

Το όλο σκηνικό αρχίζει και μοιάζει με παρωδία του θεάτρου της Δευτέρας. Ίσως με τις «Τρεις Αδερφές» του Τσέχωφ -εν προκειμένω μετονομάζονται σε «Τρεις Ξαδέρφες»-, όπου σε μια κάποια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας οι ήρωες ζουν την διάψευση των ελπίδων και των επιθυμιών μέσα στην καθημερινότητα και το βάρος της ζωής. Παλιά, όταν οι γειτονιές είχαν συνοχή και ταυτότητα, όταν όλοι γνωρίζονταν με κάποιο τρόπο μεταξύ τους, αυτού του είδους η κοινωνική υπερκόπωση ήταν συνήθης. Σήμερα, έρχεται η τιβί να σου θυμίσει με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο την αβάσταχτη ελαφρότητα της ανθρώπινης οικειότητας.

Αντί επιλόγου: Η επαγγελματική εστίαση στο επουσιώδες και στο ασήμαντο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε γενιές εφησυχασμένων ανέργων.

 

TAGS