Σε μια συγκλονιστική εξομολόγηση προχώρησε ο Βασίλης Ζούλιας σε νέα τηλεοπτική εμφάνισή του στο Dot. Μίλησε για τον εθισμό του στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, πριν από τρεις σχεδόν δεκαετίες, για πρώτη φορά με τόσες λεπτομέρειες

«Έπρεπε να σπάσει το ταμπού με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, να σπάει το “σπυρί”. Ο αλκοολισμός είναι εθισμός, ο εθισμός είναι μια ασθένεια. Απλά τα πράγματα» είπε ο χαρισματικός σχεδιαστής μόδας, προσθέτοντας: «Το ’92 σταμάτησα να πίνω. 28η Οκτωβρίου του 1992. Ο μόνος λόγος που μιλάω πάντα γι’ αυτό στα media είναι γιατί μπορεί κάποιος να εμπνευστεί και να πει, αφού το έκανε ο Βασίλης Ζούλιας, μπορώ να το κάνω κι εγώ».

«Το ’92 σταμάτησα να πίνω. 28η Οκτωβρίου του 1992. Ο μόνος λόγος που μιλάω πάντα γι’ αυτό στα media είναι γιατί μπορεί κάποιος να εμπνευστεί και να πει, αφού το έκανε ο Βασίλης Ζούλιας, μπορώ να το κάνω κι εγώ».

Είχε φτάσει σε «συναισθηματικό πάτο», όταν αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή του, όπως εξηγεί. «Εξακολουθούσα να κυκλοφορώ στο Κολωνάκι με μανικετόκουμπα, να έχω τη δουλειά μου και να έχω λουλούδια στα βάζα στο σπίτι. Δεν είχα φτάσει στην Ομόνοια να σέρνομαι στα πεζοδρόμια, γιατί μπορούσε να συμβεί και αυτό, αλλά η αγάπη για τη μόδα και τη δουλειά μου με κρατούσε πάντα. Δηλαδή, σε όποια κατάσταση και να ήμουν, θα σηκωνόμουν το πρωί, θα ντυνόμουν και θα πήγαινα να κάνω τη δουλειά μου. Ήμουν 29 και αισθανόμουν 89. Είχα περάσει μια περίοδο που είχα κάνει 5-6 απόπειρες αυτοκτονίας γιατί ήθελα να τελειώνει αυτό. Οι εθισμένοι είναι βαθιά δυστυχείς άνθρωποι».

«Ήμουν 29 και αισθανόμουν 89. Είχα περάσει μια περίοδο που είχα κάνει 5-6 απόπειρες αυτοκτονίας γιατί ήθελα να τελειώνει αυτό. Οι εθισμένοι είναι βαθιά δυστυχείς άνθρωποι».

Όπως συνέχισε ο Βασίλης Ζούλιας: «Οι εθισμένοι δεν αντέχουν τον εαυτό τους, την πραγματικότητα, αυτό που τους συμβαίνει. Πονάνε συνεχώς και στην ερώτηση γιατί πονάς, δεν υπάρχει απάντηση. Η επιθυμία να κάνω χρήση μού έφυγε σχεδόν από την πρώτη μέρα. Πήγα τότε σε μια ομάδα 12 βημάτων. Τότε υπήρχε στην Αθήνα μία και μοναδική, σήμερα υπάρχουν πάνω από 150 ομάδες. Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα που άνοιξα την πόρτα και έκανα το βήμα. Τι φορούσα, πού πήγα, τη διεύθυνση, όλα τα θυμάμαι».

Είχε προηγηθεί, ωστόσο, μια πολύ δύσκολη περίοδος: «Άλλαξαν όλα σε μια στιγμή. Αλλά λίγο πριν μπω σε αυτό το πρόγραμμα, έψαχνα έναν καινούριο τρόπο να πεθάνω, γιατί ούτε το μπαλκόνι δούλεψε ούτε τίποτα. Ο Θεός ήθελε να ζήσω, είχε άλλα πλάνα. Εκείνη τη μέρα, η πρώτη κουβέντα στη μητέρα μου ήταν: Το παλτό το μάζεψες; Γιατί είχα ένα πολύ ακριβό παλτό μαζί μου, εκείνη τη μέρα. Οπότε, αφού ζούσα, έπρεπε να έχω το παλτό. Αυτή την έκφραση η Ρέα Βιτάλη την πήρε και έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή μου, που λέγεται “Το παλτό μου, μαμά”».

«Λίγο πριν μπω σε αυτό το πρόγραμμα, έψαχνα έναν καινούριο τρόπο να πεθάνω, γιατί ούτε το μπαλκόνι δούλεψε ούτε τίποτα. Ο Θεός ήθελε να ζήσω, είχε άλλα πλάνα»

Σε ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, ο εθισμός δεν αντιμετωπιζόταν απλώς σαν ταμπού, αλλά σαν εγκληματική πράξη, όπως θύμισε ο σχεδιαστής μόδας: «Το ’89 σαν χρήστης οδηγήθηκα στη φυλακή, γι’ αυτό έκανα απόπειρα. Ο εισαγγελέας προς τιμήν του ήρθε στο νοσοκομείο όπου κρατούμουν και μου είπε, συγγνώμη, παιδί μου, γι’ αυτό που σου έκανα».

«Το ’89 σαν χρήστης οδηγήθηκα στη φυλακή, γι’ αυτό έκανα απόπειρα. Ο εισαγγελέας προς τιμήν του ήρθε στο νοσοκομείο όπου κρατούμουν και μου είπε, συγγνώμη, παιδί μου, γι’ αυτό που σου έκανα».

Από την πρώτη μέρα που δήλωσε «καθαρός», ωστόσο, άλλαξαν τα πάντα: «Βρήκα τη χαρά από την πρώτη μέρα που ξεκίνησα τη νέα μου ζωή. 28 χρόνια χαίρομαι. Είναι ένα ταξίδι προς τη χαρά βέβαια, γιατί εμείς έχουμε μια ιδιαίτερη δυσκολία, δηλαδή η Μπίλι Χόλιντεϊ λέει, very glad to be unhappy. Σήμερα κάνω και τρελά πράγματα από τη χαρά, μόνος μου. Χορεύω μόνος μου, μιλάω μόνος μου».

Δείτε το απόσπασμα της συνέντευξης του Βασίλη Ζούλια:

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram


Φωτό: Glomex
 

TAGS