Την τελευταία ημέρα του Αυγούστου του 1997, λίγο μέτα τα μεεσάνυχτα, η πιο αγαπητή «γαλαζοαίματη» στον κόσμο, η Λαίδη Νταϊάνα Σπένσερ ή απλώς η πριγκίπισσα Νταϊάνα της Ουαλίας, για πολλούς απλά η «πριγκίπισσα του λαού», φεύγει από το ξενοδοχεία Ritz του Παρισιού με κατεύθυνση το ιδιωτικό, υπερπολυτελές διαμέρισμα του τελευταίου συντρόφου της Ντόντι Αλ Φαγιέτ στη γαλλική πρωτεύουσα. Το ζευγάρι βρισκόταν ήδη δέκα ημέρες στη Γαλλία για διακοπές στη γαλλική ριβιέρα και κατέληξαν στο Παρίσι όπου από την πρώτη στιγμή επιδόθηκαν σε ένα τρελό κυνήγι με τους παπαράτσι, οι οποίοι άρχισαν να τρέχουν πίσω τους μόλις η άφιξη τους στην Πόλη του Φωτός έγινε γνωστή. 

Η Νταϊάνα και ο δισεκατομμυριούχος Αλ Φαγιέτ είχαν υπάρξει για μήνες κεντρικό θέμα στα διεθνή ταμπλοίντ ως «το νέο ζευγάρι το παγκόσμιου τζετ σετ» με τα περιοδικά και τις εφημερίδες να παρακολουθούν κάθε τους κίνηση και την Ελισάβετ, πίσω στην Αγγλία, να αισθάνεται, σύμφωνα με βιογράφους του παλατιού, ότι χάνει τον έλεγχο της κατάστασης. Εκείνη την ημέρα, το ζευγάρι είχε δειπνήσει σε μία ιδιωτική αίθουσα του ξενοδοχείου Ritz μόνο παρουσία των σωματοφυλάκων τους και ο λόγος είναι απλός: Το 1997 δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος στον κόσμο που να μην αναγνώριζε την Νταϊάνα, την 36χρονη γυναίκα που θα γινόταν βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας αν δεν είχε αποφασίσει (δύο χρόνια νωρίτερα) να πάρει διαζύγιο από τον διάδοχο του βρετανικού θρόνου, την πιο πολυφωτογραφημένη γυναίκα στον πλανήτη για περίπου δύο δεκαετίες. 

Αργότερα το ίδιο βράδυ το ζευγάρι ανέβηκε στη σουίτα του ξενοδοχείου όπου διέμεναν και στις 12:01 ακριβώς βγήκαν μαζί στον διάδρομο και προχώρησαν προς τους ανελκυστήρες του Ritz. Κάποια βασιλικά δημοσιεύματα υποστηρίζουν ότι στο διάστημα που η Νταϊάνα παρέμεινε στο δωμάτιο της προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πρώην σύντροφό της, τον Πακιστανό καρδιοχειρουργό Hasnat Khan, τον οποίο πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει. Η συγκεκριμένη θεωρία παρουσιάζεται και στην κινηματογραφική ταινία Diana με πρωταγωνίστρια τη Ναόμι Γουότς και θέμα την τελευταία περίοδο στη ζωή της αδικοχαμένης πριγκίπισσας. 

Λίγα λεπτά μετά - και συγκεκριμένα στις 12:06 η Νταϊάνα, ο Ντόντι Αλ Φαγιέτ και οι σωματοφύλακες τους βγήκαν από την πίσω πόρτα του ξενοδοχείου καθώς γνώριζαν καλά ότι ένας στρατός από φωτογράφους τους περίμενε στην κεντρική είσοδο επί της οδού 15 Place Vendôme και επιβιβάστηκαν σε μία μαύρη Mercedes την οποία οδηγούσε ο Γάλλος επαγγελματίας σωφέρ Eνρί Πολ. Πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας αργότερα αναφέρουν ότι το ζευγάρι θα περνούσε τελικά τη νύχτα στο διαμέρισμα του Αλ Φαγιέτ σε μία προσπάθεια να μπερδέψει τους δημοσιογράφους.

Ένα βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας του Ritz Hotel, οι οποίες κατέγραψαν τις τελευταίες κινήσεις της Νταϊάνα πριν επιβιβαστεί στο μοιραίο αυτοκίνητο:

Πράγματι το κόλπο απέδωσε, αλλά μόνο για λίγο. Γρήγορα οι παπαράτσι αντιλήφθηκαν πως η Νταϊάνα είχε φύγει από το ξενοδοχείο με αρκετούς να προσπαθούν να την ακολουθήσουν πάνω σε μηχανές μεγάλου κυβισμού. Αυτόπτης μάρτυτας κατέθεσε στην αστυνομία ότι άκουσε τον σωματοφύλακα της Νταϊάνα, Trevor Rees-Jones, να φωνάζει «Μην προσπαθήσετε να μας ακολουθήσετε. Δεν θα μας φτάσετε». Το πολυτελές αυτοκίνητο ξεκίνησε και μία πραγματική καταδίωξη έλαβε χώρα στους δρόμους του Παρισιού.

Λίγη ώρα αργότερα η Μερσεντές περικυκλωμένη από παπαράτσι αναπτύσει ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα και εισέρχεται στο τούνελ Ποντ ντ’ Αλμά απ' όπου δεν βγήκε ποτέ. Σε έναν επικίνδυνο ελιγμό ο οδηγός του αυτοκινήτου χάνει τον έλεγχο του τιμονιού και η Mercedes συγκρούεται με την 13η κολώνα στήριξης της οροφής του τούνελ. Από την σφοδρή σύγκρουση σκοτώθηκαν ακαριαία ο οδηγός Ενρί Πολ, αλλά και ο σύντροφος της Νταϊάνας Ντόντι Αλ Φαγιέτ.  Η ίδια τραυματίζεται σοβαρά αλλά διατηρεί για λίγη ώρα τις αισθήσεις της, μουρμουρίζοντας διαρκώς στους αστυνομικούς που σπεύδουν στο σημείο: «Θεέ μου. Αφήστε με ήσυχη». Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία αυτές ήταν οι τελευταίες της λέξεις πριν μεταφερθεί στο νοσοκομείο  Pitié-Salpêtrière Hospital  της γαλλικής πρωτεύουσας όπου, παρά τις επίμονες προσπάθειες των γιατρών για να την κρατήσουν στη ζωή, πέθανε στις 4 τα ξημερώματα ώρα Γαλλίας. Ο Trevor Rees-Jones ήταν τελικά ο μοναδικός επιζών από το τραγικό δυστύχημα στο τούνελ του Παρισιού, ενώ δύο χρόνια αργότερα το γαλλικό δικαστήριο θα καταλήξει ότι η σύγκρουση όταν αποκλειστική ευθύνη του οδηγού καθώς υψηλά ποσοστά ναρκωτικών και αλκοόλ εντοπίστηκαν στο αίμα του στις σχετικές τοξικολογικές εξετάσεις.

Η Ελισάβετ ήταν στο κάστρο Μπαλμόραλ όταν αξιωματικοί της Γαλλικής κυβέρνησης τηλεφώνησαν στη βρετανική πρεσβεία προκειμένου να ανακοινώσουν την τραγική είδηση. Σε μία προσπάθεια να εξασφαλιστεί η ιδιωτικότητα των δύο παιδιών της Νταϊάνα, Ουίλιαμ και Χάρι, το Μπάκινγχαμ αποφάσισε να μην προβεί σε καμία επίσημη δήλωση κάτι που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στη Μεγάλη Βρετανία, σε ένα βαθιά θλιμμένο έθνος που συμπεριφέρθηκε τις επόμενες ημέρες σαν να είχε μόλις χάσει τον πιο δικό του, τον πιο αγαπημένο του άνθρωπο. Μετά από συμβουλή του πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ, στο πρόσωπο του οποίου έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό, η Ελισάβετ πήρε τελικά την απόφαση να βγάλει επίσημο διάγγελμα λίγες ημέρες μετά, λέγοντας ότι «ο καθένας προσπαθεί να διαχειριστεί αυτή την τραγική απώλεια με τον δικό του τρόπο».

Το διάγγελμα της Ελισάβετ:

Το πρωί της 31ης Αυγούστου του 1997 το πρόγραμμα σε όλα τα κανάλια του πλανήτη έπαψε απότομα και όλοι ξυπνήσαμε με την ίδια ακριβώς είδηση να περνάει μπροστά από τα μάτια μας σαν ένα αδιανόητα απίστευτο γεγονός, σαν πλοκή από κινηματογραφική ταινία. Για τη δική μας γενιά αυτή ήταν η πρώτη φορά που παρακολουθούσαμε σε ζωντανή μετάδοση τον χαμό ενός τόσο διάσημου και επιδραστικού ατόμου. Έναν μόλις μήνα πριν ο Άντονι Κουνάνιν είχε δολοφονήσει τον Τζιάνι Βερσάτσε έξω από το σπίτι του στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Η Νταϊάνα, που υπήρξε στενή του φίλη, είχε παραστεί στην κηδεία και φέρεται να ρώτησε τον σωματοφύλακα της λίγες ώρες αργότερα: «Θα συμβεί το ίδιο και σε μένα;». 

Αν η δολοφονία του Βερσάτσε, ενός από τους διάσημους σχεδιαστές στον κόσμο, υπήρξε ένα τεράστιο σοκ για τον πλανήτη, μία ημέρα που πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να αποβάλλει από τη μνήμη του - που ήμουν όταν έγινε, τι ακριβώς έκανα τη στιγμή που το έμαθα - τότε ο θάνατος της Νταϊάνα υπήρξε μάλλον η στιγμή που μία ολόκληρη γενιά εφήβων και παιδιών αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι, ναι, η πιο διάσημη γυναίκα στον πλανήτη μπορεί και να πεθάνει. Ότι μπροστά στην τραγική πιθανότητα ενός ξαφνικού θανάτου είμαστε όλοι αφοπλιστικά ίσοι. Όπως ακριβώς συνέβη δεκαετίες νωρίτερα με τον Τζον Κένεντι, τον Έλβις Πρίσλεϊ, τον Τζον Λέννον.

Η μικρή διαφορά, μάλλον, ήταν πως η Ντι είχε πάντα ένα ολόκληρο παραμύθι να σέρνεται αργά, νωχελικά από πίσω της. Και την τραγική της ζωή σε απόλυτη αντιπαραβολή με το ενδεχόμενο της απόλυτης ευτυχίας, ούσα από τα 18 της χρόνια το όμορφο, ερωτευμένο κορίτσι που θα μπορούσε να έχει γίνει η βασιλισσα της Μεγάλης Βρετανίας. Παρά το γεγονός ότι εκείνη πάντα έλεγε με εκείνη τη σταθερή, αργόσυρτη φωνή: «Δε θέλω να είμαι βασίλισσα. Θέλω απλά να είμαι εγώ».

Δείτε ένα βίντεο για τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τον θάνατο της πριγκίπισσας Νταϊάνας:

 

 

 

Φωτογραφίες: ΑΠΕ

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS