«Πώς τον έλεγαν εκείνον τον άνθρωπο στη Μυθολογία που πήγαινε κάθε μέρα ένας γύπας και του έτρωγε το συκώτι;» ρωτούσε όλο αφέλεια η απίθανη, ανεπανάληπτη Πάστα Φλώρα στην αξέχαστη ταινία της Φίνος Φιλμς «Μία Τρελή Τρελή Οικογένεια». Απ' όλους τους μεγάλους ρόλους που έπαιξε η σπουδαία Μαίρη Αρώνη στη ζωή της αυτός της Τζίνας, της ελαφρόμυαλης, μεγαλοαστής μητέρας δύο κακομαθημένων κοριτσιών που ήταν τόσο αφηρημένη ώστε δεν μπορούσε να θυμηθεί καν τον γάμο της κόρη της, θα μείνει για πάντα χαραγμένος στη μνήμη μας. Σαν ένα αριστουργηματικό δείγμα υποκριτικής, σαν μία από τις πιο λαμπρές και αστείες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου.

Για τη Μαίρη Αρώνη (το πραγματικό της όνομα ήταν Μαίρη Αρβανιτάκη), μία από τις σπουδαιότερες γυναίκες που πέρασαν ποτέ από το Εθνικό Θέατρο, τα πράγματα δεν ήταν πάντα τόσο απλά. 

Η μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός γεννήθηκε το 1914 στην Αθήνα. Ο πατέρας της, Λέανδρος, ήταν καθηγητής της μεγάλης του Γένους Σχολής και χρηματιστής. Με ταλέντο που φάνηκε από νωρίς και παρέα με την ξαδέλφη της Βάσω Μανωλίδου, στράφηκε από μικρή ηλικία στην τέχνη του θεάτρου.

Το Κραχ όμως του 1929 έμελλε να στιγματίσει την ως τότε ανέμελη ζωή της και να αλλάξει τα σχέδιά της.

Η οικονομική καταστροφή οδήγησε τον πατέρα της στην αυτοκτονία και το όνειρο της υποκριτικής άρχισε να μπαίνει στην άκρη. Η μητέρα της, προκειμένου να τα βάλουν πέρα οικονομικά, σκόπευε να ανοίξει και πάλι τον οίκο ραπτικής τον οποίο διατηρούσε παλιά έχοντας στο μυαλό της ότι η κόρη της θα εργαστεί εκεί.

Όταν όμως η Βάσω Μανωλίδου μπήκε στη Δραματική Σχολή του νεοσύστατου τότε Εθνικού Θεάτρου, η Μαίρη Αρώνη ηθελε να την ακολουθήσει. Όταν η μητέρα της το αρνήθηκε εκείνη έφτασε στο σημείο να κάνει ακόμα και απεργία πείνας για να την πείσει να την αφήσει να δώσει εξετάσεις. Τρία χρόνια αργότερα αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου με άριστα στην απαγγελία και τη φωνητική και παράλληλα φοιτούσε και στο Μουσικό Λύκειο Αθηνών.

Tα τελευταία χρόνια της ζωής ως καθηγήτρια του Εθνικού Θεάτρου:

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Κατά τη διάρκεια των σπουδών της γνώρισε τον σύζυγό της και ηθοποιό, Θόδωρο Αρώνη, αρκετά χρόνια μεγαλύτερό της, του οποίου το επίθετο υιοθέτησε σε όλη την καριέρα της. Η ηθοποιός έκανε το ντεμπούτο της το 1934 στο θεατρικό έργο «Κοσμική κίνηση».

Η ερμηνεία της εντυπωσίασε τους κριτικούς, οι οποίοι την χαρακτήρισαν «γεννημένη πρωταγωνίστρια», αλλά και τη Μαρίκα Κοτοπούλη που την πήρε την επόμενη χρονιά στον θίασό της. Τον Ιούνιο του 1935 η «Νέα Εστία» γράφει για την πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιό: «έδειξε ότι έχει μεγάλη ζωτικότητα και αξιοπρόσεκτο ταλέντο και νομίζω ότι μπορούμε να περιμένουμε πολλά από την εξέλιξή της».

Το ταλέντο της φάνηκε από την πρώτη στιγμή και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα το όνομά της φιγουράριζε ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα των μεγάλων πρωταγωνιστών του θεάτρου. Συνεργάστηκε με μεγαθήρια όπως ο Δημήτρης Χορν, ο Κώστας Μουσούρης, ο Μάνος Κατράκης και πολλοί ακόμα.

Συγκεκριμένα, το 1941, σε ηλικία 25 χρονών, γίνεται από τις νεότερες πρωταγωνίστριες της εποχής στο θίασο του Κώστα Μουσούρη και το 1944 γίνεται συν-θιασάρχης, πρώτα με τον Δημήτρη Χορν και έπειτα και με την ξαδέρφη της, Βάσω Μανωλίδου. Το 1946 εντάσσεται στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου ερμηνεύοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε μια σειρά έργων του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως στο «Άνθρωπος και υπεράνθρωπος» του Σω, στη «Στρίγκλα που έγινε αρνάκι» του Σαίξπηρ, στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι, κ.α. Από το 1950 και για τα επόμενα 4 χρόνια θα συνεχίσει την πορεία της στο ελεύθερο θέατρο, συνεργαζόμενη με τον Δημήτρη Ροντήρη στον θίασό του «Ελληνική σκηνή», αλλά και με την Βάσω Μανωλίδου.

Το 1954 θα επιστρέψει στο Εθνικό θέατρο, για να μείνει μέχρι το 1958. Εκεί θα ερμηνεύσει για πρώτη φορά Αριστοφάνη, τις κωμωδίες «Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη», έργα που θα σφραγίσει με το παίξιμό της. Από το 1958 θα ξαναγυρίσει στο ελεύθερο θέατρο, για να το εγκαταλείψει οριστικά το 1963. 

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί επιτάσσουν το πατρικό της σπίτι και αμέσως μετά την απελευθέρωση φεύγει από τη ζωή η μητέρα της. Το 1955 ο αγαπημένος της σύζυγος διαγνώστηκε με καρκίνο. Η ηθοποιός ταξιδεύει μαζί του στο εξωτερικό προκειμένου να εξαντλήσει όλα τα ιατρικά περιθώρια. Ο θάνατος του στις 13 Ιουλίου 1956 κλονίζει και τη δική της υγεία. Η αγάπη της για το θέατρο όμως ήταν τόσο μεγάλη που σύντομα «θάβει» τον πόνο της , πατάει στα πόδια και επιστρέφει στη σκηνή δίνοντας συγκλονιστικές ερμηνείες.

Ο κινηματογράφος θα μπει στη ζωή της το 1953 με το «Σταυροδρόμι του πεπρωμένου». Η Μαίρη Αρώνη θα ξανακάνει σινεμά πολλά χρόνια μετά και συγκεκριμένα το 1963 αποδεχόμενη πρόταση από τον Ορέστη Λάσκο να κρατήσει τον πρώτο γυναικείο ρόλο στην έγχρωμη μουσική κωμωδία «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει».

Λίγο αργότερα, ακολουθεί η θρυλική ταινία «Μια τρελή, τρελή, οικογένεια» (1965), μία ταινία που ξετρέλανε το κοινό με τους σπαρταριστούς τις διαλόγους. Ο ρόλος της Πάστα Φλώρας στο πλευρό του Διονύσης Παπαγιαννόπουλου, ο οποίος υποδύονταν τον απελπισμένο συζυγό της, Στέλιο, άφησε εποχή και την έκανε αναγνωρίσιμη και πολύ αγαπητή στο ευρύ κοινό.

Αυτή ήταν η στιγμή που στη μεγάλη ηθοποιό η τύχη αληθινά χαμογέλασε. Ο ρόλος δεν προοριζόταν αρχικά για την Μαίρη Αρώνη αλλά για τη Ρένα Βλαχοπούλου. Η πρωταγωνίστρια ήταν τότε 42 ετών και απέρριψε την πρόταση, καθώς δεν ήθελε να υποδυθεί τη μητέρα της Καρέζη και της Γώγου. Έτσι τη θέση της πήρε η Μαίρη Αρώνη η οποία τότε ήταν 49 ετών.

Η ταινία έχει μεγάλη εμπορική επιτυχία αλλά και περιπέτεια καθώς το περιβόητο χαστούκι που έδωσε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στην Αρώνη ήταν δυνατό και επώδυνο. Λέγεται ότι η ηθοποιός αποχώρησε από τα γυρίσματα και χρειάστηκε η επέμβαση του Φίνου για να την φέρει πίσω.

Ένα βίντεο με τις καλύτερες στιγμές από το «Μία τρελή, τρελή οικογένεια»:

Παρά την ξαφνική κινηματογραφική, όμως, η καρδιά της Αρώνη ήταν πάντα δοσμένη στο θέατρο. Η ίδια είχε δηλώσει σε συνέντευξη της: «Ο μεγάλος μου έρωτας είναι το θέατρο. Πιστεύω ότι όλα εδώ αρχίζουν και όλα εδώ τελειώνουν. Φοβάμαι τον χρόνο - σε μας τους ηθοποιούς από ένα σημείο και μετά γίνεται εφιάλτης, γιατί δεν ξέρω τι υπάρχει μετά τον θάνατο. Αλλά, αν υπάρχει μια άλλη ζωή πέρα από ‘δώ, εγώ πιστεύω ότι το θέατρο δεν τελειώνει ποτέ».

Tα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε στον χώρο που λάτρεψε όσο κανέναν άλλον. Διέπρεψε ως καθηγήτρια του Εθνικού Θεάτρου, ξεχωρίζοντας με τη μεγάλη προσωπικότητα της και το ατελείωτο ταλέντο της. Από ένα παιχνίδι της μοίρας η τελευταία της θεατρική εμφάνιση ήταν σε έναν ρόλο που έπαιξε η Ρένα Βλαχοπούλου στο σινεμά: To 1982 υποδύθηκε την φοβερή και τρομερή «Αλέκα» στη «Χαρτοπαίκτρα» του Δημήτρη Ψαθά.

Έφυγε από τη ζωή στον ύπνο της το πρωί της 16ης Ιουλίου 1992.

Σκηνή από τη θρυλική ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε»:

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS