0
SHARES

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, ο Χέρμαν Έσσε είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος (γερμανόφωνος;) συγγραφέας όλων των εποχών. Ο νομπελίστας πεζογράφος ποιητής και ζωγράφος κέντρισε το ενδιαφέρον πολλών γενιών αναγνωστών, χάρη στα δυνατά του μυθιστορήματα, που επικεντρώνονταν γύρω από υπαρξιακές ανησυχίες, το νόημα της ζωής και του θανάτου, αναμειγνύοντας στοιχεία της ινδικής και κινέζικης φιλοσοφίας, μαζί με διδαχές της ψυχανάλυσης. Το μυθιστόρημά του ο Λύκος της Ελβετίας (1928), που γυρίστηκε αργότερα και σε ταινία, αποτέλεσε από τα πιο δημοφιλή αναγνώσματα του κινήματος των χίπις, παραμένοντας “καλτ” ανάγνωσμα μέχρι τις μέρες μας.

Γεννήθηκε στις 2 Ιούλη 1877 ως γιος ιεραπόστολου στο Καλβ της Νυρεμβέργης. Γράφτηκε σε θεολογικό σεμινάριο από όπου “δραπέτευσε” το 1892 κάνοντας απόπειρα αυτοκτονίας. Τον επόμενο χρόνο τελείωσε το Λύκειο και έγινε τεχνικός εκκλησιαστικών ρολογιών και μετά βιβλιοπώλης. Το 1906 κυκλοφορεί το έργο του “Κάτω από το βουνό”. Το 1908 ταξίδεψε με ένα φίλο στην Ινδία, στα χνάρια των ιεραπόστολων προγόνων του. Πέρασε επίσης τέσσερις μήνες στην Κεϋλάνη, τη Σουμάτρα και τη Σιγκαπούρη. Επηρεάστηκε βαθιά από τον Ινδουισμό, το Βουδισμό και γενικότερα τα μυστικιστικά ρεύματα της περιοχής.

Το 1919 εγκαθίσταται στη Βιέννη με την οικογένειά του. Δηλώνει εθελοντής στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ως ακατάλληλος για το μέτωπο, υπηρετεί στη φροντίδα των αιχμαλώτων. Μια σειρά προσωπικών κρίσεων τον οδηγεί στην ψυχανάλυση, που επίσης θα γίνει βασική συνιστώσα του έργου του. Τα τραυματικά βιώματά του τα επεξεργάστηκε επίσης μέσω πινάκων. Έχοντας μεταστραφεί κατά της Πατριωτικής Ποίησης του Πολέμου, αρχίζει να θεωρείται προδότης από εθνικιστικούς κύκλους. Το 1919 δημοσιεύεται το μυθιστόρημα Ντέμιαν, χωρίζει από την οικογένειά του και εγκαθίσταται στη Μοντανιόλα της Ιταλόφωνης Ελβετίας. Ιδρύει λογοτεχνικό, αντιπολεμικό περιοδικό, ενώ το 1921κάνει ψυχαναλυτικές συνεδρίες με τον Καρλ Γιουνγκ.

Ένα χρόνο μετά κυκλοφορεί το έργο “Σιντάρτα”. Λαμβάνει ελβετική υπηκοότητα και το 1924 παντρεύεται για δεύτερη φορά, χωρίζοντας και πάλι το 1927. Μέλος της πρωσικής Ακαδημίας Τεχνών από το 1926, δημοσιεύει το 1930 το “Νάρκισσος και Χρυσόστομος”. Αποχωρεί από την Ακαδημία σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των ναζί, ενώ προσφέρει καταφύγιο στην Ελβετία σε φυγάδες ομότεχνούς του. Η αντιναζιστική του στάση οδηγεί σε απαγόρευση του έργου του στη Γερμανία. Το 1942, δημοσιεύει τα άπαντα του ποιητικού του έργου, αποσύρθηκε όμως από τη δημόσια ζωή λόγω αυξανόμενων προβλημάτων υγείας και της ολοένα πιο αδύναμης όρασής του. Το 1946 έλαβε το βραβείο Νόμπελ αλλά και μια σειρά διακρίσεων σε Ελβετία και Γερμανία. Έφυγε σαν σήμερα, το 1962 στη Μοντανιόλα.

Ο Έρμαν Έσσε το 1946 (Photo by KEYSTONE-FRANCE/Gamma-Rapho via Getty Images)

Αποσπάσματα από το «Σιντάρτα» του Έρμαν Έσσε

1. Βρίσκουμε παρηγοριές, βρίσκουμε νάρκωση, βρίσκουμε επιδεξιότητες και ξεγελιόμαστε με αυτές. Το ουσιαστικό όμως, το δρόμο των δρόμων, αυτόν δεν το βρίσκουμε ποτέ.

2. Σύντομα, Γκοβίντα, ο φίλος σου θα εγκαταλείψει το δρόμο των σαμάνων, που πάνω του περπάτησε τόσο καιρό μαζί σου. Υποφέρω από δίψα, Γκοβίντα, και σ' αυτόν το μακρύ δρόμο των σαμάνων η δίψα μου δεν μειώθηκε καθόλου. Διψούσα πάντοτε για γνώση, ήμουνα πάντα γεμάτος ερωτήματα.
Ρωτούσα κάθε χρόνο τους βραχμάνους και ζητούσα απάντηση στις ιερές Βέδες, χρόνο με το χρόνο.
Μπορεί, Γκοβίντα, να ήταν το ίδιο καλό, το ίδιο έξυπνο, το ίδιο χρήσιμο, να είχα ρωτήσει το ρινόκερο ή το χιμπατζή. Χρειάστηκα πολύ καιρό κι ακόμη δεν το κατόρθωσα απόλυτα, Γκοβίντα, να μάθω αυτό: ότι δεν μπορεί κανείς να μάθει τίποτα! Δεν υπάρχει, πιστεύω, στην πράξη αυτό που ονομάζουμε "μάθηση". Υπάρχει, φίλε μου, μόνο μια γνώση που είναι παντού, είναι ο Άτμαν, είναι μέσα μου και μέσα σου και μέσα σε κάθε πλάσμα. Κι έτσι αρχίζω να πιστεύω ότι αυτή η γνώση δεν έχει χειρότερο εχθρό από την επιθυμία για μάθηση, από τη μάθηση.

3. Να είσαι όμως προσεκτικός, εσύ που διψάς για γνώση, μπρος στο πλήθος των απόψεων και τη διαμάχη των λέξεων. Οι απόψεις δεν έχουν καμία σημασία, μπορεί να είναι καλές ή κακές, έξυπνες ή ανόητες, καθένας μπορεί να κρεμαστεί πάνω τους ή να τις απορρίψει. Η διδασκαλία όπως που άκουσες από μένα, δεν είναι γνώμη μου, και η αποστολή της δεν είναι να εξηγήσει τον κόσμο σ' αυτούς που διψούν για γνώση. Ο σκοπός της είναι άλλος, ο σκοπός της είναι λύτρωση απ' τον πόνο.

4. Τι ήταν όμως αυτό που ήθελες να μάθεις από τους δασκάλους και τις διδαχές , αυτό που δεν μπόρεσαν να σου μάθουν εκείνοι που τόσα σε δίδαξαν; - Το Εγώ ήταν αυτό που ζητούσα να μάθω, το νόημα και η ουσία του. Το Εγώ ήταν που ήθελα να εγκαταλείψω, να υπερνικήσω.

5. Είμαστε λοιπόν στο σωστό δρόμο, Γκοβίντα; Αποκτάμε γνώση; Πλησιάζουμε τη σωτηρία; Ή μήπως διαγράφουμε κύκλους - εμείς που πιστεύουμε ότι θα ξεφύγουμε απ' τον κύκλο της ζωής;" Ο Γκοβίντα είπε - Πολλά μάθαμε, Σιντάρτα, πολλά μένουν να μάθουμε. Δεν διαγράφουμε κύκλους, πηγαίνουμε προς τα πάνω, ο κύκλος είναι ένας έλικας, ανεβήκαμε κιόλας μερικά σκαλιά".

6. Αλλά δεν είχε βρει ποτέ πραγματικά τον εαυτό του, επειδή ζητούσε να τον πιάσει με το δίχτυ των σκέψεων...Όχι ακόμα κι αυτός ο κόσμος των σκέψεων ανήκε στη γη και δεν οδηγούσε σε κανένα σκοπό, αυτόν που σκότωνε το τυχαίο Εγώ των αισθήσεων, για να θρέψει στη θέση του το τυχαίο Εγώ των συλλογισμών και της μάθησης. Ήταν όμορφα πράγματα και τα δύο, οι σκέψεις όπως και οι αισθήσεις, πίσω από τα δύο κρυβόταν το έσχατο νόημα, άξιζε να τ' ακούσει κανείς και τα δυο και να παίζει μαζί τους, να μην περιφρονεί ούτε να υπερτιμάει κανένα από τα δύο.

7. Τίποτα δεν προέρχεται απ' τους δαίμονες, δεν υπάρχουν δαίμονες. Ο καθένας μπορεί να κάνει θαύματα, καθένας μπορεί να πετύχει το σκοπό του, αν ξέρει να σκέφτεται, να περιμένει και να νηστεύει.

8. Τώρα μόνο καταλάβαινε ο Σιντάρτα γιατί είχε παλέψει τόσο μάταια με το Εγώ του όταν ήταν βραχμάνος, όταν ήταν ασκητής. Τον είχε εμποδίσει η υπερβολική γνώση, οι πολλοί ιεροί στόχοι, οι πολλοί κανόνες των θυσιών, οι υπερβολικές ταλαιπωρίες, οι πάμπολλες πράξεις και προσπάθειες! Ήταν γεμάτος υπεροψία, ήταν πάντα ο πιο έξυπνος, ο πιο δραστήριος, ένα βήμα πιο μπροστά απ' όλους τους άλλους, πάντα παντογνώστης, πάντα πνευματώδης, πάντα ιερέας ή σοφός. Σ' αυτή την ιεραρχία, σ' αυτή την υπεροψία, σ' αυτή την πνευματικότητα είχε τρυπώσει το Εγώ του, εκεί καθόταν σταθερά και μεγάλωνε, ενώ εκείνος νόμιζε πως το σκοτώνει με νηστείες και ασκήσεις.

9. "Βλέπεις μέσα στην καρδιά μου" είπε θλιμμένα ο Σιντάρτα "Το σκέφτηκα πολλές φορές. Αλλά πες μου πώς μπορώ να τον στείλω, αυτόν που χωρίς άλλο δεν έχει μαλακή καρδιά, σ' αυτόν τον κόσμο; Δε θα γίνει αυθάδης, δεν θα χαθεί μέσα στη δύναμη και την ηδονή, δεν θα επαναλάβει όλες τις αυταπάτες του πατέρα του, δεν θα χαθεί ίσως για πάντα μέσα στη σανσάρα;" Το χαμόγελο του περαματάρη άστραψε φωτεινά, άγγιξε τρυφερά το μπράτσο του Σιντάρτα και είπε "Ρώτα τον ποταμό γι' αυτό φίλε! Άκουσέ τον να γελάει γι' αυτό! Μα πιστεύεις πραγματικά πως γνώρισες τις τρέλες σου για να απαλλάξεις το γιο σου απ' αυτές; Και είσαι ικανός να προστατέψεις το γιο σου απ' τη σανσάρα; Και πώς; Με διδαχές, με ικεσίες, με προτροπές; Αγαπημένε, ξέχασες λοιπόν ολότελα εκείνη την ιστορία, εκείνη τη γεμάτη διδάγματα ιστορία του βραχμάνου, του Σιντάρτα, που μου διηγήθηκες κάποτε σ' αυτό το μέρος; Ποιος προφύλαξε τον Σιντάρτα από τη σανσάρα, από την αμαρτία, από την απληστία, από την ανοησία; Μπόρεσε να τον προφυλάξει η ευσέβεια του πατέρα του, η νουθεσία των δασκάων του, μπόρεσε να τον προφυλάξει η ίδια του η θέληση, η ίδια του η αναζήτηση; Ποιος πατέρας, ποιος δάσκαλος μπόρεσε να τον προστατέψει από την επιθυμία να ζήσει ο ίδιος τη ζωή, να λερωθεί ο ίδιος από τη ζωή, να πάρει μόνος του πάνω του την ενοχή, να πιει μόνος του το πικρό πιοτό, να βρει μονάχος του το δρόμο του; Πιστεύεις λοιπόν, αγαπημένε, πως θα μπορούσε κάποιος να απαλλαγεί απ' αυτόν το δρόμο; Ίσως ο μικρός σου γιος, επειδή τον αγαπάς, επειδή θα τον απάλασσες πρόθυμα από την οδύνη, από τον πόνο και την απογοήτευση; Αλλά ακόμα κι αν πέθαινες δέκα φορές γι' αυτόν, δεν θα μπορούσες να του αποσπάσεις μ' αυτόν τον τρόπο ούτε το μικρότερο μέρος του πεπρωμένου του".

10. Τώρα έβλεπε τους ανθρώπους διαφορετικά απ' ότι άλλοτε, λιγότερο έξυπνα, λιγότερο περήφανα, μα πιο ζεστά, πιο περίεργα, πιο συμπαθητικά. Όταν περνούσε από το ποτάμι ανθρώπους, ανθρώπους-παιδιά, εμπόρους, πολεμιστές, γυναίκες δεν τους ένιωθε πια ξένους όπως άλλοτε : τους καταλάβαινε, τους καταλάβαινε και συμμεριζόταν τη ζωή τους, που δεν την κυβερνούσαν σκέψεις και ιδέες, αλλά μόνον ορμές και επιθυμίες, ένιωθε όπως εκείνοι. Παρόλο που ήταν κοντά στην τελειότητα και άντεχε την τελευταία του πληγή, του φαινόταν πως αυτοί οι άνθρωποι-παιδιά ήταν αδέλφια του, η ματαιοδοξία, η απληστία και η γελοιότητά τους έχαναν για εκείνον κάθε κωμικότητα, γίνονταν κατανοητές, γίνονταν αξιαγάπητες, γίνονταν για κείνον ακόμα και άξιες σεβασμού. Η τυφλή αγάπη της μητέρας για το παιδί της, η κουτή τυφλή περηφάνια ενός φαντασμένου πατέρα για το μοναδικό του γιόκα, η τυφλή, άγρια επιδίωξη μιας νεαρής, φιλάρεσκης γυναίκας για στολίδια και θαυμαστικά αντρικά μάτια, όλα αυτά τα παιδιαρίσματα, όλες αυτές οι απλές, ανόητες αλλά απίστευτα ισχυρές, απέραντα ζωντανές, οι παθιασμένες ορμές και απληστίες δεν ήταν τώρα πια παιδιάστικες για τον Σιντάρτα. Έβλεπε τους ανθρώπους να ζουν γι' αυτές, τους έβλεπε να κατορθώνουν απίστευτα επιτεύγματα χάρη σ' αυτές, να κάνουν ταξίδια, να διεξάγουν πολέμους, να υποφέρουν απέραντα, να υπομένουν απέραντα, και τους αγαπούσε γι' αυτό. Έβλεπε τη ζωή, το ζωντανό, το ακατάστρεπτο, τον Βράχμαν μέσα σ' όλες τις οδύνες τους, μέσα σ' όλες τις πράξεις τους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν άξιοι αγάπης και θαυμασμού στην τυφλή τους πίστη, στην τυφλή τους δύναμη και στην καρτερικότητά τους. Τίποτα δεν τους έλειπε τίποτα περισσότερο απ' αυτούς δεν είχε ο σοφός και ο στοχαστής, εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια, ένα μοναδικό ελάχιστο πράγμα : τη συνειδητή γνώση της ενότητας κάθε ζωής.

11. Όταν κάποιος ζητάει, είπε ο Σιντάρτα, συμβαίνει συχνά να μη βλέπουν τα μάτια του παρά μόνο το πράγμα που ζητάει, συμβαίνει να μην είναι ικανός να βρει τίποτα, να αφεθεί σε τίποτα, επειδή σκέφτεται πάντα μόνο αυτό που ζητάει, επειδή έχει ένα σκοπό, επειδή κατέχεται από το σκοπό. Ζητάω θα πει, έχω ένα σκοπό. Βρίσκω όμως σημαίνει, είμαι ελεύθερος, στέκομαι ανοιχτός, δεν έχω κανένα σκοπό. Εσύ σεβάσμιε είσαι κατά πάσα πιθανότητα πραγματικά ένας αναζητητής, αφού, επιδιώκοντας το σκοπό σου, δεν βλέπεις μερικά πράγματα που είναι μπρος στα μάτια σου.

12. Μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και να περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη.

13. Τα πράγματα μπορεί κανείς να τα αγαπήσει, τις λέξεις όμως δεν μπορώ να τις αγαπήσω. Γι' αυτό δεν έχουν καμία αξία για μένα οι διδαχές. Δεν έχουν ούτε σκληρότητα, ούτε μαλακότητα, ούτε χρώματα, ούτε κόχες, ούτε μυρωδιά, ούτε γεύση, δεν έχουν παρά μόνο λέξεις. Ίσως αυτό να σε εμποδίζει να βρεις γαλήνη, ίσως να είναι οι πολλές λέξεις. Γιατί ακόμα και η λύτρωση και η αρετή είναι μόνο λέξεις."



 

Πηγή: katiousa.gr

TAGS