0
SHARES

Το καλοκαίρι του 1969 έμεινε στην ιστορία ως «τέλος της αθωότητας». Ο πανζουρλισμός του Γoύντστοκ έμοιαζε να είναι το κύκνειο άσμα της γενιάς των παιδιών των λουλουδιών που πίστεψαν πως γίνεται, όντως, να ζήσεις σε έναν διαφορετικό κόσμο, γεμάτο αγάπη και συμφιλίωση, όπου τίποτα δεν θα σου ανήκει και γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο θα σου ανήκουν τα πάντα. Λίγoυς μήνες μετά ακολούθησε η μεγάλη συναυλία των Ρόλινγκ Στόουνς στο Άλταμοντ της βορείου Καλιφόρνιας όταν ένας μεθυσμένος άντρας στο κοινό σήκωσε περίστροφο, σημαδεύοντας στο πρόσωπο τον Μικ Τζάγκερ. Μερικά λεπτά αργότερα έπεσε νεκρός από το μαχαίρι ενός εκ των Αγγέλων της Κόλασης, οι οποίοι είχαν αναλάβει την ασφάλεια του χώρου.

Από εκείνο το μοιραίο βράδυ τίποτα δεν έμοιαζε να έχει στιγματίσει περισσότερο την ροκ μουσική, από αυτή την άγρια, σκοτεινή στιγμή κατά την οποία ένας θεατής πέφτει νεκρός μέσα σε έναν συναυλιακό χώρο, την ώρα που στο background ακούγονταν οι ήχοι των παιδιών που ονειρεύτηκαν να ζήσουν ελεύθερα, μαγικά και παντοτινά ευτυχισμένα. Η διάψευση των προσδοκιών μίας ολόκληρης γενιάς ήταν εδώ, πιο πραγματική και χειροπιαστή από κάθε άλλη φορά.

Όταν, όμως, στις 8 Δεκεμβρίου του 1980 ο Τζον Λένον, ο πιο εμβληματικός και αναγνωρίσιμος μουσικός του 20ου αιώνα, έπεσε νεκρός από τις σφαίρες του φανατικού θαυμαστή του Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν, έξω από το διαμέρισμα του στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, ο χρόνος σταμάτησε και ο πλανήτης πάγωσε μπροστά στην είδηση του θανάτου του πιο εμβληματικού και αναγνωρίσιμου μουσικού του 20ου αιώνα.

Την επόμενη ημέρα ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, συνοδοιπόρος του Λένον στους Beatles για πάνω από δέκα χρόνια, καθώς έφευγε από κάποιο στούντιο ηχογράφησης θα δηλώσει μασώντας τσίχλα, στους δημοσιογράφους ότι «ναι, τα έμαθα, μεγάλη βλακεία». Οι περισσότεροι έκαναν λόγο για παντελή έλλειψη συναισθημάτων όσοι ξέρουν όμως έστω και λίγο την δυναμική στις σχέσεις του σημαντικότερου συγκροτήματος στον κόσμο γνωρίζουν καλά ότι επρόκειτο για βαθιά, παντελώς μη διαχειρίσιμη θλίψη.

Εκείνο το πρωινό του Δεκεμβρίου ο Λένον είχε ξεκινήσει από νωρίς για να πάει στο στούντιο όπου ηχογραφούσε το τελευταίο του άλμπουμ μαζί με τη σύζυγό του Γιόκο Όνο. Έξω από το πολυτελές block κατοικιών  στο Μανχάταν τον περίμενε ένας φανατικός θαυμαστής του για να του ζητήσει να υπογράψει ένα αυτόγραφο πάνω στο αγαπημένο του βιβλίο.Το βιβλίο ήταν «Ο Φύλακας στη Σίκαλη» του Τζ.Ντ. Σάλιντζερ. Κάποιος από το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο για να μιλήσει στο πρώην Σκαθάρι τους τράβηξε από μακριά μία φωτογραφία.Ο Λένον σκυμμένος πάνω από το βιβλίο που του έχει δώσει ο Τσάπμαν, να υπογράφει με ένα ελαφρύ στραβό χαμόγελο την πρώτη σελίδα, ο Τσάπμαν να κοιτάζει το έδαφος πίσω από τα τεράστια, κοκκάλινα γυαλιά του.

Εξώφυλλο από εφημερίδα της εποχής.

Ο θρύλος λέει πως το ίδιο απόγευμα η Γιόκο Όνο είχε παρακαλέσει τον Λένον να μην επιστρέψουν κατευθείαν στο σπίτι, αλλά να βγουν με μία φιλική παρέα για φαγητό, αμέσως μετά το στούντιο, εκείνος όμως επέμενε να γυρίσει στο διαμέρισμα για να δει τον γιο του. Όταν το αυτοκίνητο του ζευγαριού έφτασε έξω από το οίκημα ο διάσημος μουσικός, που είχε πλέον πάρει θρησκευτικές διαστάσεις στα μάτια των πιο πιστών θαυμαστών του, όλων εκείνων που λάτρεψαν τη μουσική του και ακολούθησαν τα πιστεύω του μέχρι τις μεγάλες διαδηλώσεις για τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις ατελείωτες πορείες για την παγκόσμια ειρήνη, προχώρησε γρήγορα προς την ψηλή καγκελόπορτα όταν άκουσε μία φωνή να λέει το όνομα του. «Τζον! Ει, Τζον». Ο Λένον γύρισε και είδε τον ίδιο άντρα που του ζήτησε το πρωί αυτόγραφο. Ή μπορεί και να μην πρόλαβε να τον δει, αφού σύμφωνα με τις μαρτυρίες όλα έγιναν πολύ γρήγορα, σχεδόν αστραπιαία. Ο Τσάπμαν πυροβόλησε 4 φορές από κοντινή απόσταση και ο Λένον έπεσε στο πεζοδρόμιο. Αργότερα θα ισχυριστεί στην απολογία του ότι τον σκότωσε «από υπερβολική αγάπη».

Πλήθος κόσμο στο σημείο της δολοφονίας.

Την επόμενη μέρα η Γιόκο Όνο στην επίσημη ανακοίνωση της για τον θάνατο του άντρα θα γράψει: «Δεν θα υπάρξει κηδεία για τον Τζον. Ο Τζον αγάπησε και προσευχήθηκε με πάθος για το ανθρώπινο γένος. Σας ζητάω να κάνετε το ίδιο γι’ αυτόν».

Από εκείνη την ημέρα ο κόσμος της μουσικής δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος. Ποτέ ξανά κάποιος μουσικός δεν αγαπήθηκε με τόση τρέλα, τόσο πάθος, τόση ανιδιοτέλεια, τόση δύναμη.
TAGS