97
SHARES

Εκεί στην οδό Σωκράτους 9 και Θεάτρου στη Βαρβάκειο Αγορά, βρίσκεται μία υπόγεια ταβέρνα, καπηλειό θα λέγαμε, το «Δίπορτο». Ταμπέλα δεν υπάρχει. Οι πόρτες είναι βαμμένες καφέ λαδομπογιά σκούρα. Οι σκάλες από τη μια πλευρά της Σωκράτους είναι απότομες και λίγο επικίνδυνες.

Από την άλλη είσοδο δηλαδή την οδό Θεάτρου είναι περισσότερο βατές και με μεγαλύτερο άνοιγμα. Τα τραπέζια όλα και όλα καμμιά δεκαριά. Άρα το πολύ – πολύ καμιά τριανταριά «νομάτοι» χωράνε όλοι και όλοι. Βέβαια και δύο «παράθυρα», που μπαίνει ένα υποτυπώδες φως, καλύτερα θα τα λέγαμε φεγγίτες, των οποίων η οροφή είναι η «ισάδα» με το πεζοδρόμιο έξω και έχουν σκάρες σιδεριένιες. Ταβέρνα χωρίς βαρέλια δεν γίνεται έτσι λοιπόν και εδώ έχουμε γύρω στα δέκα βαρέλια του κρασιού και από εκεί βάζει κρασί ο «κάπελας».

Για να δώσουμε μια ακόμη πιο ακριβή περιγραφή του χώρου, θα σας πω ότι κατεβαίνοντας από την είσοδο της Σωκράτους στο δεξί μας χέρι υπάρχει ο «νιπτήρας» για να πλένει κανείς τα χέρια του, δίπλα ένα ψυγείο και η λάντζα των ποτηριών με μια βρύση για το νερό.

Εκεί στην οδό Σωκράτους 9 και Θεάτρου στη Βαρβάκειο Αγορά, βρίσκεται μία υπόγεια ταβέρνα, καπηλειό θα λέγαμε, το «Δίπορτο». Ταμπέλα δεν υπάρχει. Οι πόρτες είναι βαμμένες καφέ λαδομπογιά σκούρα.

Από την αριστερή πλευρά του «έμπα» υπάρχει ένα παράθυρο – «φεγγίτης», και ένα τραπέζι για τέσσερα άτομα, που πολλές φορές γίνεται και εξάρι ή οκτάρι, ανάλογα με την παρέα (διότι από την πλευρά του τοίχου υπάρχει ένας πάγκος). Αυτό το τραπέζι είναι «ιστορικό».

Γιατί είναι ιστορικό όμως; Σ’ αυτό το τραπέζι καθόταν και έγραφε κάπου κάπου κανένα ποίημα ή εν πάση περιπτώσει σε ώρες οίστρου απάγγελνε στην παρέα του, που συνήθως ήταν ένας ή δύο «νομάτοι»… Ο Κώστας Βάρναλης. 

Εκεί λοιπόν τα μεσημέρια με το μισόκιλο απαραίτητη παρέα, κάπου κάπου καμία φάβα ή καμιά φασολάδα το χειμώνα, αλλά ενίοτε η σαρδέλα της σκάρας με τη συνοδεία της ντοματοσαλάτας με αγγούρι και πράσινη καυτερή πιπεριά και τις ελιές τις πράσινες τις τσακιστές.

Εκεί λοιπόν κάποιο μεσημέρι επειδή δεν υπήρχε άλλη θέση με έβαλε ο Μήτσος – ο σημερινός ιδιοκτήτης του «Δίπορτου» – να κάτσω μαζί με τον μπάρμπα Κώστα Βάρναλη. Ένα γεροντάκι με ένα σακάκι ριγωτό, σταυρωτό, τριμμένο, ένα πουκάμισο που οι γιακάδες δεν είχαν μπανέλες και γύριζαν προς τα πάνω και με ένα πουλόβερ χειροποίητο, μπλεγμένο με χοντρή πλέξη.

Βλέπω το πρόσωπό του, είναι ένα οβάλ μακρυπρόσωπο κεφάλι ,με σπαστά ψαρρά μαλλιά, με χοντρά χείλη, που το κάτω κρεμότανε.

Ο Κώστας Βάρναλης με τη γυναίκα του, την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη.

Στο αριστερό χέρι ένα τσιγάρο σέρτικο, χωρίς φίλτρο, κοιτάζοντας το τσιμεντένιο και «αφιασίδωτο» πάτωμα. Το πρόσωπο σκαμμένο από τις βαθιές ρυτίδες.

Χαίρεται λέω. Μπορώ να καθίσω;

«Κάτσε» μου λέει κοφτά.

Όμως αυτό το «κάτσε» δεν ήταν προσταγής, δεν ήταν συναίνεσης, ήταν ένα «κάτσε» ανοικτόκαρδο, φιλικό, έτσι όπως λέμε σε ένα μουσαφίρη που έχουμε να δούμε πολύ καιρό… και κάθισα. 

Ήρθε ο Μήτσος και παράγγειλα το μισόκιλο, τη σαρδέλα και τη σαλάτα.

Έρχεται πρώτα η σαλάτα, το ψωμί μέσα στο χαρτί που στρώνει τα τραπέζια ο Μήτσος και το μισόκιλο.

Να προσφέρω λέω στο γέρο; Με μια κίνηση μου φέρνει το άδειο ποτήρι του κοντά μου.

Του βάζω μέχρι τη μέση, έτσι όπως συνηθίζεται, βάζω και γω, τσουγκράμε, «εις υγεία» λέω, «γειά μας» μου αποκρίνεται … αυτή ήταν η αρχή.

Από εκείνη την ημέρα πήγαινα τακτικά στο Δίπορτο, όποτε βέβαια μπορούσα και δεν είχα δουλειά.

Εκεί έβρισκα πάντα ή σχεδόν πάντα τον μπάρμπα Κώστα, καθισμένο στην ίδια θέση.

Με την πλάτη στον τοίχο στον «καναπέ» και να βλέπει προς τη σκάλα και τον νιπτήρα.

Είχε δεν είχε θέση, εγώ στριμωχνόμουνα και καθόμουνα δίπλα του.

Ξέρετε οι περισσότεροι δεν γνώριζαν ποιος ήτανε και έτσι δεν τους ενδιέφερε.

Αυτοί θέλανε να φάνε τη φασολάδα τους ή να πιούνε την «κούπα» τους και να ξαναπάνε στη δουλειά τους ή να πάνε για «ξέζεμα» δηλαδή για το σπίτι.

Αυτή λοιπόν η παρέα μου με τον Βάρναλη είχε και επακόλουθα. Παρακαλούσα και τον προκαλούσα να μου πει κανένα ποίημα.

Και 'γω προσπαθούσα να το γράψω στο πακέτο των τσιγάρων μου που είχε χώρο, διότι ήταν κασετίνα «Δελφοί» φίλτρο.

Έτσι λοιπόν προσπαθούσα να γράψω τα ποιήματά του. Όμως τις περισσότερες φορές δεν τον προλάβαινα. Τότε λοιπόν παρακαλούσα τον μπάρμπα Κώστα να μου το ξαναπεί.

Σας παρακαλώ μπάρμπα Κώστα μου ξαναλέτε την προηγούμενη στροφή;

«Αύριο πάλι Γιωργάκη με άλλο μισόκιλο» έλεγε χαμογελώντας.

Το βάζω τώρα έλεγα εγώ.

«Όχι τώρα να μη μεθύσουμε κιόλας».

Για να γράψω το ποίημα που ακολουθεί πλήρωσα αρκετά μισόκιλα.

Χαλάλι του όμως γιατί αξίζει και βέβαια δεν είναι γραμμένο στα άπαντά του.. είναι ανέκδοτο …

Το παραθέτω:

Κρατώ στα χέρια μου εκατό σαράντα φράγκα!

Δούλεψα μια βδομάδα για να τ’ αποκτήσω

Πρέπει με αυτά να ζήσω

Και είναι μια καλοκαιριάτικη βραδιά

Λιώνει από πόθο η καρδιά

Μα δε μπορώ να προχωρήσω

 

Σε ένα στενόμακρο γραφείο καθισμένος

Εγώ που θα’ μουν ποιητής φιρμαρισμένος

Ενώ άλλοι τον έρωτα ζουν

Οι έμποροι του θανάτου της σαρκός

Φαίνονται γίγαντες, ενώ είναι νάνοι

Μα τους επλάνεψε και ο καιρός και η πλάνη

 

Κρατώ στα χέρια μου εκατόν σαράντα φράγκα

Μα στα πετώ στα μούτρα ψεύτρα κοινωνία

 

Μ’ αυτά τι να αγοράσω

Φάρμακα για την άρρωστη τη μάνα

Πιστόλι για να αυτοκτονήσω

ή μια μεγάλη χάλκινη καμπάνα

στους σκλάβους ή τους νεκρούς για να ξυπνήσω;

 

 

Πηγή: georgepsarropoulos.wordpress.com

TAGS