77
SHARES

Κείμενο: Μανίνα Ντάνου

Καθημερινή (30/6/2014)

Είχε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες, τον άκουγαν συχνά να κάνει θορυβώδες σεξ μαζί τους στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας του. Ηταν καλός και τρυφερός πατέρας για τα τρία παιδιά του, που δεν έμοιαζαν σε τίποτα με τα περισσότερα κακομαθημένα διάσημα πιτσιρίκια. Ζούσε μαζί τους απομονωμένος σε μια έπαυλη στο Λας Βέγκας, για την οποία πλήρωνε ένα υπέρογκο ενοίκιο: 1 εκατ. δολάρια ανά εξάμηνο! Ηταν φοβικός, συχνά σε βαθμό παράνοιας. Κάθε βράδυ γύριζε όλο το σπίτι μέσα στο σκοτάδι προκειμένου να τσεκάρει αν είναι κλειδωμένες οι πόρτες. Ακουγε μόνο κλασική μουσική και ήταν βιβλιοφάγος.

Ξόδευε αλόγιστα, όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για να φροντίζει άστεγους, στους οποίους μοίραζε εκατονταδόλαρα μέσα από το αυτοκίνητό του, προκειμένου να μην τον αναγνωρίσουν. Δεν είχε ιδέα για τα περιουσιακά του στοιχεία - η μάνατζέρ του διαχειριζόταν τα πάντα. Ισως γι’ αυτό η οικονομική του κατάσταση λίγο πριν από το θάνατό του ήταν τραγική (ξενοδοχεία, εταιρείες τηλεφωνίας και τράπεζες δεν δέχονταν πλέον τις χρεώσεις του). Είχε κάκιστες σχέσεις με όλη την οικογένειά του, εκτός από τη μητέρα του. Τα αδέρφια και ο πατέρας του έπρεπε να κλείσουν ραντεβού για να τον δουν. Ηταν θύμα εκμετάλλευσης από επιτήδειους μάνατζερ και δικηγόρους, οι οποίοι συχνά τον χρέωναν έως και 600 δολάρια απλώς για να μιλήσουν μαζί του στο τηλέφωνο.

Ετσι κυλούσαν οι μέρες του Μάικλ Τζάκσον τα δυόμισι τελευταία χρόνια του πολυτάραχου βίου του, σύμφωνα με το βιβλίο «Remember The Time: Protecting Michael Jackson In His Final Days» που κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά το θάνατό του και το οποίο υπογράφουν οι δύο σωματοφύλακές του, οι Μπιλ Γουίτφιλντ και Τζέιβον Μπιρντ. Ηταν εκείνοι που έζησαν από κοντά τον βασιλιά της ποπ στη δύση της ζωής του. Οπως τονίζουν στην εισαγωγή, το βιβλίο τους δεν θα εκδιδόταν ποτέ αν ο Τζάκσον ζούσε ακόμα. «Ξέρουμε όλα εκείνα που τα ταμπλόιντ υποκρίνονται πως ξέρουν και όλα εκείνα που εσείς εύχεστε να ξέρατε», υποστηρίζουν, αλλά στόχος τους δεν είναι τα χρήματα - άλλωστε δεν έχουν διεκδικήσει δεκάρα απ’ όσα τους χρωστάει η εταιρεία του. «Αυτό που θέλουμε είναι να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, γιατί είμαστε οι μόνοι που μπορούν να πουν την πραγματική ιστορία». Πράγματι, το βιβλίο τους επιχειρεί μια μάλλον ειλικρινή, σίγουρα τρυφερή και καλοπροαίρετη προσέγγιση στην προσωπικότητα, στη ζωή, στις συνήθειες του διάσημου ποπ σταρ.

Ενας άντρας που έμεινε παιδί

O Μπιλ Γουίτφιλντ και ο Τζέιβον Μπιρντ βρέθηκαν τυχαία στη δούλεψη του Μάικλ Τζάκσον. Προσελήφθησαν προσωρινά τα Χριστούγεννα του 2006, αμέσως μετά την επιστροφή εκείνου έπειτα από ένα χρόνο αυτοεξορίας στο Μπαχρέιν, και τελικά έγιναν όχι μόνο οι μόνιμοι σωματοφύλακές του, αλλά και οι προσωπικοί του βοηθοί. Στις σελίδες του βιβλίου τους, στη συγγραφή του οποίου τους βοήθησε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τάνερ Κόλμπι, περιγράφουν έναν άντρα-παιδί, κλειστό, τον οποίο οι κατηγορίες για κακοποίηση ανηλίκων είχαν λυγίσει ψυχολογικά, φοβισμένο αλλά καλόκαρδο, εκκεντρικό αλλά ευγενικό και εξαιρετικό πατέρα.

«Ο κόσμος γελούσε με την ιδέα ότι ο Τζάκσον ήταν πατέρας, με τα ονόματα των παιδιών, με τις μάσκες που τους φορούσε. Ομως, όσο περισσότερο τον γνώριζες, έβλεπες ότι το να είναι πατέρας ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα πάνω του. Τα παιδιά δεν ήταν κακομαθημένα, δεν ζητούσαν πολλά, ήταν πάντα ευγενικά και είχαν μάθει να διαχειρίζονται την παράξενη ζωή τους», γράφουν.

Ο Πρινς, η Πάρις και ο Μπλάνκετ δεν πήγαιναν στο σχολείο, αλλά παρακολουθούσαν μαθήματα μέσα στο σπίτι, σ’ ένα δωμάτιο που είχε διαμορφωθεί σαν σχολική αίθουσα, φορούσαν στολές, είχαν αυστηρό ωράριο.

Αν η απόδοσή τους δεν ήταν καλή, αυτό τους στοίχιζε σε δώρα ή διασκεδάσεις, ενώ, αν διέπρεπαν, ο πατέρας τους ήξερε να τα ανταμείβει. Στα γενέθλιά τους οργάνωνε πάρτι με κλόουν, μάγους, μηχανήματα για ποπ κορν, όμως δεν είχαν την πολυτέλεια του πιο σημαντικού στοιχείου μιας τέτοιας γιορτής: των καλεσμένων. Ούτε ο Μάικλ ούτε τα παιδιά του είχαν φίλους, γιατί δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν κανέναν, ούτε καν την οικογένειά τους.

Θείοι και θείες δεν έπαιρναν καν τηλέφωνο για να πουν «χρόνια πολλά». Η μόνη που ήταν ευπρόσδεκτη στο σπίτι ήταν η γιαγιά τους. Οταν μια φορά τα παιδιά πέρασαν έξω από ένα σχολείο, κόλλησαν τα πρόσωπά τους στο τζάμι του αυτοκινήτου και κοιτούσαν τα πιτσιρίκια που έπαιζαν στην αυλή, όπως ένα παιδί κολλάει τη μύτη του στη βιτρίνα με τα γλυκά. Οσο για τις εξόδους τους, έπρεπε κάθε φορά να προηγηθεί τεράστια προετοιμασία. Μια βόλτα στο εμπορικό κέντρο, αν γινόταν όσο ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά, μπορούσε να καταλήξει σε χάος. Ακόμη και για να πάνε στον γιατρό έπρεπε να προετοιμαστεί το έδαφος για μέρες. Κάπως έτσι, ένα βράδυ που η Πάρις είχε μια γρίπη που επέμενε, έφτασε στο σπίτι ο πολυσυζητημένος πλέον δρ Κόνραντ Μάρεϊ. Και όπως όλοι οι εργαζόμενοι στην οικία Τζάκσον, πριν γίνει δεκτός, υπέγραψε συμφωνητικό απορρήτου το οποίο προέβλεπε ότι θα κατέβαλλε 10 εκατ. δολάρια σε περίπτωση που αποκάλυπτε οτιδήποτε για τον σταρ και τη ζωή του.

Από το βιβλίο φαίνεται πως ο Τζάκσον τελικά χρειαζόταν προστασία κυρίως από την οικογένεια και τους συνεργάτες του. Με τους θαυμαστές που περνούσαν ώρες έξω από το σπίτι περιμένοντάς τον είχε τις καλύτερες σχέσεις. Φεύγοντας ή γυρνώντας σταματούσε πάντα, άνοιγε κουβέντα μαζί τους, τους ήξερε - τα ονόματά τους, τις οικογένειές τους, τις παραξενιές τους. «Οσο μισούσε τη φυλακή στην οποία η διασημότητα τον είχε καταδικάσει, άλλο τόσο λάτρευε τους ανθρώπους που τον βοήθησαν να φτάσει εκεί», υποστηρίζουν οι δύο σωματοφύλακές του.

Σεξ στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας

Αυτό που περισσότερο εκπλήσσει τον αναγνώστη του βιβλίου είναι οι ερωτικές σχέσεις που ο Τζάκσον διατηρούσε με γυναίκες. Σύμφωνα με τους Γουίτφιλντ και Μπιρντ, είχε δύο ερωτικές συντρόφους με τα κωδικά ονόματα Flower και Friend - η δεύτερη μάλιστα ήταν καλλονή και η προφορά της μαρτυρούσε καταγωγή από χώρα της ανατολικής Ευρώπης. Οδηγούσαν τη λιμουζίνα του όσο εκείνος έκανε σεξ στο πίσω κάθισμα και, παρότι υπήρχε εσωτερικό τζάμι που έκρυβε τη θέα, άκουγαν κάθε λεπτομέρεια. Ο Τζάκσον ήταν ενθουσιασμένος κάθε φορά που η Friend ερχόταν στην πόλη και της αγόραζε πανάκριβα δώρα, ενώ μερικές μέρες μετά την αναχώρησή της ερχόταν η Flower.

Οσο για το θάνατό του, ήταν ίσως από τις ελάχιστες στιγμές που οι δύο σωματοφύλακές του δεν ήταν κοντά του, αφού ο Τζάκσον βρισκόταν στο Μπέβερλι Χιλς. Πάντως επιβεβαιώνουν ότι τον είχαν δει αρκετές φορές να φέρεται σαν να έχει κάνει χρήση ναρκωτικών. Από την κηδεία που έγινε στο Λος Αντζελες ο Μπιλ Γουίτφιλντ θυμάται: «Κοιτούσα γύρω μου, έβλεπα τόσο πολλούς διάσημους και αναρωτιόμουν: Πού ήταν όλοι αυτοί όταν εκείνος τους χρειαζόταν; Μετά τις δίκες, όλοι του είχαν γυρίσει την πλάτη...».

TAGS