0
SHARES

[...]

Έτσι οι αιχμάλωτοι της πανούκλας πάλεψαν όλη τη βδομάδα μ’ όποιον τρόπο μπορούσαν. Και μερικοί ανάμεσά τους όπως ο Ραμπέρ, έφθασαν, όπως βλέπουμε, να φανταστούν ότι ενεργούσαν ακόμα σαν ελεύθεροι άνθρωποι, ότι μπορούσαν να διαλέξουν. Όμως μπορούμε πράγματι να πούμε ότι αυτή τη στιγμή, στα μέσα του Αυγούστου, η πανούκλα είχε καλύψει τα πάντα. Δεν υπήρχαν πια τότε προσωπικά πεπρωμένα, αλλά μια συλλογική υπόθεση που ήταν η πανούκλα και αισθήματα που τα μοιράζονταν όλοι. Το σημαντικότερο ήταν ο χωρισμός και η εξορία, μ’ όλο το φόβο και την εξέγερση που περιέκλειαν. Νά γιατί ο αφηγητής πιστεύει ότι ταιριάζει στο αποκορύφωμα της ζέστης και της αρρώστιας να περιγράψει τις βιαιότητες των επιζώντων συμπολιτών μας, την ταφή των νεκρών και την οδύνη των χωρισμένων εραστών.

Στα μέσα εκείνης της χρονιάς ήταν που έπιασε ένας δυνατός άνεμος, που φυσούσε για πολλές μέρες μέσα στη χτυπημένη από την πανούκλα πόλη. Τον άνεμο τον φοβούνται ιδιαίτερα οι κάτοικοι του Οράν, γιατί δε συναντά κανένα φυσικό εμπόδιο πάνω στο οροπέδιο που είναι χτισμένη η πόλη, κι έτσι χιμάει μ’ όλη του τη μανία μέσα στους δρόμους. Μετά απ’ αυτούς τους ατέλειωτους μήνες, που ούτε μια σταγόνα νερό δεν είχε δροσίσει την πόλη, το Οράν ήταν σκεπασμένο με μια γκρίζα σκόνη που ξεφλούδιζε στο φύσημα του ανέμου. Κι ο άνεμος σήκωνε κύματα σκόνης και χαρτιών που τυλίγονταν στα πόδια των σπάνιων πια περαστικών. Τους έβλεπες πια να διασχίζουν βιαστικοί τους δρόμους, γερμένοι μπροστά, φράζοντας μ’ ένα μαντίλι ή με το χέρι τους το στόμα. Το βράδυ, αντί οι άνθρωποι να μαζεύονται πολλοί μαζί προσπαθώντας να παρατείνουν τη διάρκεια αυτών των ημερών που καθεμιά τους μπορούσε να είναι κι η τελευταία γι’ αυτούς, συναντούσες μικρές ομάδες ατόμων που βιάζονταν να γυρίσουν στο σπίτι τους ή να χωθούν στα καφενεία. Έτσι, για μερικές μέρες, την ώρα του σούρουπου, που έπεφτε γρηγορότερα αυτή την εποχή, οι δρόμοι ήταν έρημοι και μόνος ο άνεμος θρηνολογούσε ανάμεσά τους ασταμάτητα. Μια μυρωδιά από φύκια και αρμύρα αναδινόταν από την ταραγμένη και πάντα αόρατη θάλασσα. Και τότε τούτη η έρημη πόλη, ασπρισμένη από τη σκόνη, πλημμυρισμένη από μυρωδιές θαλασσινές, αντηχούσε από το ουρλιαχτό του ανέμου και βογκούσε σαν ένα νησί που το χτύπησε η συμφορά.

[...]

Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πως θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες.

[...]

Κοιτώντας από το παράθυρο την πόλη που δεν είχε αλλάξει, μόλις τότε άρχισε ο γιατρός να αισθάνεται μέσα του τη γέννηση αυτής της ελαφριάς αηδίας μπροστά στο μέλλον, που ονομάζουμε ανησυχία.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Την Πανούκλα την έγραψε ο Καμύ το 1947. Η συγγραφή του συμπίπτει, με την απειλή του ναζισμού καθώς ο Καμύ κατακρίνει το σταλινικό και κάθε άλλο απολυταρχικό καθεστώς της εποχής, όπως και με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, που καθορίζει τη συγγραφική του πορεία.  Όπως αναφέρει και ο ίδιος στα σημειωματάριά του, το έργο αυτό, μοιάζει με  «λίμνη ύστερα από κατακλυσμό». Στη Πανούκλα, ο Καμύ, θέλει να μεταδώσει τη φιλοσοφική του σκέψη αφήνοντας στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αλμπέρ Καμύ

Ο Α. Καμύ, γεννήθηκε στην Αλγερία το 1913. Κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσής του προσβάλλεται από φυματίωση η οποία τον εξουθενώνει σε όλη του τη ζωή. Αυτή η συμπόρευση του με τον θάνατο τον ωθεί να καταφύγει στη φιλοσοφία της ζωής και στον σκεπτικισμό. Σε όλη του τη ζωή είναι κάθετα αντίθετος στη λογική και δεν εντάσσεται σε κάποιο σύστημα ή δόγμα. Απορρίπτει τον χριστιανικό και υπερασπίζει απ’ όπου και αν βρεθεί, τους απανταχού αδυνάτους και μη έχοντες.

Ιδρύει το Théâtre du Travail (1935), όπου εκεί δουλεύει ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός. Ασκεί με πάθος και το επάγγελμα της δημοσιογραφίας εξαιτίας της απογοήτευσής του από την πολιτική. Πολιτική και δημοσιογραφία έχουν αξίες ασύμβατες κατά τον Καμύ, καθώς ο πολιτικός αποκρύπτει την αλήθεια, ενώ ο δημοσιογράφος οφείλει να την ξεσκεπάσει, χαρακτηρίζοντας τον δημοσιογράφο «ιστορικό τού άμεσου».

Όσο γα τη πολιτική, ταυτισμένος στην αρχή ιδεολογικά με το κουμμουνισμό, στη συνέχεια τον εγκαταλείπει. Ασπάζεται τη μαρξιστική ιδεολογία, την οποία αντιλαμβάνεται σαν μια θρησκεία χωρίς Θεό. Μέχρι το πέρας της ζωής του θα επιδιώξει για τη Γαλλία έναν σοσιαλισμό σκανδιναβικού τύπου, απορρίπτοντας συνολικά τον οικουμενισμό των Ιακωβίνων και των κομμουνιστών. Ελπίζει σε έναν σοσιαλισμό ανένταχτο σε κόμματα, που θα καταβάλλει έντονη προσπάθεια σκέψης και δράσης και θα αποσκοπεί στη βελτίωση της ηθικής και υλικής κατάστασης όλων των μελών της κοινωνίας.

Ο Καμύ τιμάται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957. Στις 4 Ιανουαρίου 1960 σκοτώνεται σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, στο Βιλμπλεβέν της Υόν στη Γαλλία.

Απορρίπτει τον χριστιανικό και υπερασπίζει απ’ όπου και αν βρεθεί, τους απανταχού αδυνάτους και μη έχοντες.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

 

Πηγή: Με στοιχεία από το artic.gr

TAGS