0
SHARES

Με αφορμή την επερχόμενη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο «Once Upon A Time In Hollywood» οι συζητήσεις στο γραφείο του WomanToc πήραν φωτιά. Πέρα από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ανυπομονούμε σαν τρελοί για το 9ο στη σειρά φιλμ του σημαντικού αμερικανού σκηνοθέτη, η κουβέντα πήγε μοιραία προς τους δύο πρωταγωνιστές και τότε η διαφωνία φούντωσε. Μπραντ Πιτ ή Λεονάρντο ΝτιΚάπριο; Όταν έχεις να κάνεις με δύο ονόματα πραγματικές αξίες του παγκόσμιου σινεμά η ομοφωνία απορρίπτεται εξ'αρχής, ο «καυγάς» παίρνει μπροστά και πολύ γέλιο πέφτει. Σε κάθε περίπτωση αυτό το crash test ήταν σκληρό αλλά δίκαιο.

Λεονάρντο ΝτιΚάπριο: Το αγόρι με τα καθαρά μάτια

της Αναστασίας Τουρούτογλου

Φταίει η αγάπη του για την παντοτινή του κολλητή Κέιτ Γουίνσλετ που ξεπερνά κατά πολύ τις ανοησίες που θέλουν τους άντρες να μην μπορούν να είναι φίλοι με τις γυναίκες.

To 1993 σημειώθηκε ένα μικρό θαύμα του παγκόσμιου σινεμά. Λεγόταν «Τι Τρώει τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ» και ήταν η στιγμή που δύο από τα μεγαλύτερα ινδάλματα της δεκαετίας του '90 ξεδίπλωσαν για πρώτη φορά όλο το κινηματογραφικό τους μεγαλείο μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων θαμπωμένων κοριτσιών που ερωτεύονταν σε κάθε υπέροχο πλάνο όλο και πιο πολύ, όλο και πιο βαθιά τα σκούρα μάτια και τα μακριά μαλλιά του Τζόνι Ντεπ. Τα χρόνια πέρασαν και πλέον λίγοι θυμούνται πως εκείνη ήταν ταυτόχρονα η πρώτη φορά που είδαμε στην μεγάλη οθόνη τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο να αποδεικνύει από τα πρώτα του κιόλας βήματα πως θα γινόταν ένας από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς της γενιάς του.

Ανάμεσα σε εκείνο το φιλμ του 1993 μέχρι σήμερα μεσολάβησαν οι εκατοντάδες τόνοι του Τιτανικού, μαζί με τις 13 υποψηφιότητες για Όσκαρ, να πέφτουν σαν καλλιτεχνικά τούβλα στο κεφάλι των απανταχού κινηματογραφόπληκτων, καθιερώνοντας τον ΝτιΚάπριο ως το όνειρο χιλιάδων γυναικών που προτιμούσαν τον άντρα με παιδικό πρόσωπο και καθαρό βλέμμα, αδιαφορώντας για την αλητεία του Κιανού Ριβς, γυρίζοντας την πλάτη στο τσακισμένο πια πρόσωπο του Τζόνι Ντεπ, σνομπάροντας την γοητεία του Μπραντ Πιτ. Τα λαμπερά, ξανθά μαλλιά και τα μεγάλα γαλάζια μάτια του Λεό έγιναν αφίσες στον τοίχο των εφηβικών δωματίων, οι οποίες δεν αποκαθηλώθηκαν ποτέ. Κι αν γυρίσεις ακόμα και τώρα πίσω, στο σκουριασμένο κρεβάτι του πατρικού σου σπιτιού, θα τον βρεις εκεί. Να σε κοιτάζει διαπεραστικά μέσα στα μάτια, σκύβοντας τρυφερά πάνω σου, στέλνοντας ρίγη σε κάθε σπιθαμή του κορμιού σου.

Καθιερώνοντας τον ΝτιΚάπριο ως το όνειρο χιλιάδων γυναικών που προτιμούσαν τον άντρα με παιδικό πρόσωπο και καθαρό βλέμμα, αδιαφορώντας για την αλητεία του Κιανού Ριβς, γυρίζοντας την πλάτη στο τσακισμένο πια πρόσωπο του Τζόνι Ντεπ, σνομπάροντας την γοητεία του Μπραντ Πιτ.

Η αλήθεια είναι ότι το χέρι σου δεν πάει με τίποτα να ξεκρεμάσει την αφίσα του ΝτιΚάπριο από τον τοίχο. Δεν φταίει που ήταν πάντα ωραίος και που τώρα είναι ακόμα πιο ωραίος απ' ότι υπήρξε στο παρελθόν. Ούτε το ότι με τα χρόνια που περάσαν έχασε σχεδόν όλη την «κοριτσίστικη» ομορφιά του και απέκτησε όλα εκείνα που του έλειπαν την εποχή της μετά-εφηβείας του. Φταίει που πλέον έχει μερικά παραπανίσια κιλά, μα φαίνεται πως δεν τον νοιάζει καθόλου. Και ακόμα φταίει το ύφος του, που μοιάζει να χάνεται μέσα στους ρόλους και τα σενάρια των ταινιών που φτάνουν στα χέρια του και η απόδειξη είναι οι τελικές επιλογές του, η μία μετά την άλλη, η μία καλύτερη από την προηγούμενη. Φταίει και το γούστο του. Το γούστο του στα ρούχα, τα στιλάτα κοστούμια του, τα πάντα καλογυαλισμένα του παπούτσια, το γεγονός ότι αρκεί να τον αντικρίσεις για να φανταστείς την καθαρή μυρωδιά του, κάτι ανάμεσα σε ξύλο και βανίλια. Βασικά φταίει το ταλέντο του, η τρέλα και ο φανατισμός του για το σινεμά, η προθυμία του να τσαλακωθεί και να ασχημύνει, αυτός ο μεγάλος γόης των 90's, με τα τηλέφωνα αμέτρητων μοντέλων της Victoria's Secret στο δερμάτινο καρνέ του. Τα οποία μοντέλα, παρεμπιπτόντως, κάποτε πέρασαν και μία βόλτα – ή περισσότερες – από το κρεβάτι του, όμως, ο Λεό, σαν σωστός άντρας – ουδέποτε μίλησε για τα προσωπικά του, ουδέποτε εξέθεσε πρόσωπα και καταστάσεις. Απλά συνεχίζει να διάγει τον ευτυχή του βίο με τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ευτυχία και είναι προφανές ότι αυτό και μόνο του αρκεί. Φταίει και η ανησυχία του πάνω στα θέματα του περιβάλλοντος, η λατρεία του για την τέχνη, η τεράστια, προσωπική συλλογή του από σπάνιους και ακριβούς πίνακες και η αγάπη του για την παντοτινή του κολλητή Κέιτ Γουίνσλετ που ξεπερνά κατά πολύ τις ανοησίες που θέλουν τους άντρες να μην μπορούν να είναι φίλοι με τις γυναίκες. Κυρίως φταίει το γεγονός ότι γελούσε και ο ίδιος με τον εαυτό του όταν ήθελε διακαώς το Όσκαρ και ο καιρός περνούσε και δεν του το δίνανε. Γιατί έτσι είναι ο ΝτιΚάπριο. Έξυπνος,αστείος, ταλαντούχος, κούκλος. Με αυτή τη σειρά.

Μπραντ Πιτ: Ο κουλ μποξέρ

Της Γωγώς Καρκάνη

Στο μυαλό μου o Μπραντ Πιτ θα είναι πάντα ο κουλ μποξέρ που «κράτησε ξύπνια όλη νύχτα» την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, σε μια απόδραση από τη ζωή που τελειώνει λεπτό - λεπτό.

«Γράψε για έναν αγαπημένο σου ηθοποιό» μου είχε ζητήσει ο πρώτος μου δυνάμει αρχισυντάκτης, αιώνες πριν, ως ένα πρώτο δείγμα γραφής. Η επιλογή του Μπραντ Πιτ ήταν μονόδρομος. Οι εικόνες από το «Θέλμα και Λουίζ» του Ρίντλεϊ Σκοτ, όπου ως γκεστ σταρ είχε περάσει σαν κεραυνός εν αιθρία σαρώνοντας τους αμφιβληστροειδείς όλων των έφηβων κοριτσιών της εποχής, παρέμεναν νωπές. Το «Fight Club» είχε μόλις βγει στις αίθουσες, αναδεικνύοντάς τον για μία ακόμα φορά, μετά την ερμηνεία του στο «Seven», σε αντιήρωα κινηματογραφικού εφιάλτη από εκείνους που μόνο ο Ντέιβιντ Φίντσερ ήξερε να στήνει. Αν στις πρώτες εμφανίσεις του Πιτ στη μεγάλη οθόνη η κάμερα εστίαζε στους καλογυμνασμένους κοιλιακούς και τα μπλε μάτια του, στο «Seven» σαν να είχε ωριμάσει ξαφνικά υποκριτικά, υπό την καθοδήγηση του χαρισματικού σκηνοθέτη, μπαίνοντας στο πετσί του ρόλου του ντετέκτιβ που μαζί με τον Μόργκαν Φρίμαν κλήθηκε να ξεσκεπάσει έναν σίριαλ κίλερ.

Στο «Fight Club» ο Πιτ πολέμησε δαίμονες στο ρινγκ, εσωτερικούς κυρίως. Έγινε το alter ego του Έντουαρντ Νόρτον, χωρίς να διστάσει να τσαλακώσει το γοητευτικό του μούτρο, αν και με τη βεβαιότητα πως με ένα τόσο γοητευτικό μούτρο μερικοί μώλωπες μόνο γοητευτική σκληράδα θα μπορούσαν να χαρίσουν. Κάπου εκεί όμως τελείωναν οι βεβαιότητες. Ενώ οι Pixies αναρωτιόνταν «Πού είναι το μυαλό μου» («Where is my mind») στο εμβληματικό της ταινίας τραγούδι, όλα τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία κατέρρεαν.

Στο «Fight Club» ο Πιτ πολέμησε δαίμονες στο ρινγκ, εσωτερικούς κυρίως. Έγινε το alter ego του Έντουαρντ Νόρτον, χωρίς να διστάσει να τσαλακώσει το γοητευτικό του μούτρο, αν και με τη βεβαιότητα πως με ένα τόσο γοητευτικό μούτρο μερικοί μώλωπες μόνο γοητευτική σκληράδα θα μπορούσαν να χαρίσουν.

Σαν ένα τραγούδι που ακούς στην εφηβεία και καταγράφεται στα βαθύτερα επίπεδα της μνήμης σου και το θυμάσαι για πάντα, έτσι και οι πρώτες εκείνες ερμηνείες του Πιτ είναι το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό όταν ακούω το όνομά του, δεκαετίες μετά. Τι κι αν έχει ωριμάσει όμορφα, με τον χρόνο να σμιλεύει τα ζυγωματικά του σαν δεξιοτέχνης γλύπτης και όλα τα μαλλιά -αν και όχι απαραίτητα τα μυαλά- στην κεφαλή του. Τι κι αν έχει παίξει από τότε σε δεκάδες ακόμα εμπορικά -και ενίοτε καλλιτεχνικά- επιτυχημένες ταινίες, όπως οι Συμμορίες των Έντεκα, των Δώδεκα, των Δεκατριών, «Το δέντρο της ζωής», η «Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» που του χάρισε μία από τις υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Τι κι αν έχει παντρευτεί με την κοσμαγαπητή Τζένιφερ Άνιστον, έχει χωρίσει, έχει ξαναπαντρευτεί με την διχαστική Αντζελίνα Τζολί, έχει αποκτήσει και υιοθετήσει μαζί της ένα τσούρμο παιδιά, έχει ξαναχωρίσει. Τι κι αν έχει γίνει ζεν πρεμιέ και αφοσιωμένος σύντροφος και πάτερ φαμίλιας και έχει ξεγίνει. Τι κι αν έχει εξελιχθεί σε έναν από τους αγαπημένους πρωταγωνιστές του Ταραντίνο και μετά το υπέροχα ανορθόγραφο «Άδωξοι Μπάσταρδη» επιστρέφει, τώρα, στη νέα ταινία του μετρ της στιλιζαρισμένης βίας, μαζί με τον Λεονάρντο ντι Κάπριο, την «Μία Φορά Κι Έναν Καιρό Στο Χόλιγουντ», να αφηγηθεί την ιστορία της διαβόητης «οικογένειας» Μάνσον. Θα είναι πάντα ο κουλ μποξέρ που «κράτησε ξύπνια όλη νύχτα» την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, σε μια απόδραση από τη ζωή που τελειώνει λεπτό - λεπτό. Κι αυτό αρκεί για να παραμείνει ο πιο γοητευτικός ηθοποιός έβερ. Υστερόγραφο: Τη δουλειά την πήρα. Μπορεί στο πρώτο μου κείμενο για τον Μπραντ Πιτ να μην είχα βάλει εμπειρία, αλλά σίγουρα θα είχα βάλει ψυχή.

Για την ιστορία, κι επειδή άκρη δεν έβγαινε, αποφασίσαμε να ψηφίσουμε. Μεγάλος νικητής ο Μπραντ Πιτ με 9 ψήφους έναντι 5 για τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο. Ακόμα μεγαλύτερος νικητής ο Ταραντίνο που με την επιλογή του cast έχει καταφέρει να δημιούργησει τόσο μεγάλα πάθη πριν καλά-καλά η ταινία βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Μπραντ Πιτ, Λεονάρντο ΝτιΚάπριο και Αλ Πατσίνο στο «Μία Φορά Κι Έναν Καιρό στο Χόλιγουντ» του Κουέντιν Ταραντίνο.

Δείτε το τρέιλερ της νέας ταινίας του Ταραντίνο.

Ακολουθήστε το WomanTOC στο Instagram

TAGS