0
SHARES

Η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού, έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Σύμφωμα με ένα σύντομο απόσπασμα από την απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών Εξωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων: «Με την θέσπιση αυτής της παγκόσμιας ημέρας επιδιώκεται η ανάδειξη του θεμελιώδους ρόλου που διαδραμάτισε η ελληνική γλώσσα ανά τους αιώνες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εδραίωση τόσο του ευρωπαϊκού όσο και του παγκόσμιου πολιτισμού».

Ο Διονύσιος Σολωμός που γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο και πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα υπήρξε ο σημαντικότερος ποιητής της Επτανησιακής Σχολής και ο αδιαμφισβήτητος εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί του ανήκουν οι στίχοι στον Εθνικό μας Ύμνο, αλλά και γιατί ήταν ο ποιητής εκείνος που κατάφερε να αξιοποιήσει την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, δημιουργώντας ένα απόλυτο δικό του, ποιητικό είδος.

«Ο Λάμπρος» θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Σολωμού, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατο του. Άλλωστε με εξαίρεση τους στίχους του Εθνικού Ύμνου κανένα άλλο ποίημα του Σολωμού δεν είχε εκδοχεί όσο ο ζακυνθινός ποιητής ήταν στη ζωή.

Το ποίημα που εκτείνεται σε  μεγάλο αριθμό στροφών μιλάει για τον πόνο ενός άντρα, του Λάμπρου, που χωρίς να το γνωρίζει ερωτεύτηκε και έκανε σχέση με την κόρη του, την οποία δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Θέτοντας ουσιαστικά αντίστροφα ένα ζήτημα αντίστοιχο με αυτό που θέτει ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα. Του ανθρώπου που γίνεται έρμαιο της ίδιας του της μοίρας (ζήτημα πολύ βασικό στις περισσότερες τραγωδίες των ποιητών της αρχαιότητας), πηγαίνοντας κατά πάνω της δίχως να είναι σε θέση να επιλέξει ο ίδιος το σωστό και το λάθος για τη ζωή του.

Στο παρακάτω, πανέμορφο απόσπασμα, περιγράφεται η στιγμή της συνειδητοποίησης της αλήθειας και του απύθμενου πόνου, πόνου αντίστοιχο με αυτόν της κόλασης και του θανάτου. 

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε 
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι, 
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπενοῦσε 
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη· 
καὶ ἀπὸ ῾κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε 
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι, 
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα· 
«γλυκειὰ ἡ ζωή κι᾿ ὁ θάνατος μαυρίλα».

2.

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι, καὶ κόρες, 
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε· 
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες 
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε· 
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες 
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε· 
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη, 
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

3.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι, 
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες· 
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι- 
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες· 
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι, 
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες· 
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι, 
ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.

XXII.

Βγαίνει, γιατὶ στὰ σωθικά του ἀνάφτει,
καὶ γιὰ πρῶτο ἀπαντᾶ τὸν νεκροθάφτη.

XXIII.

Κανεὶς δὲν τοῦ μιλεῖ, καὶ δὲν τοῦ δίνει
τὸ φιλὶ τὸ γλυκὸ ποὺ φέρνει εἰρήνη.

XXIV.

Πάντα, χτυπάει, σὰν νἄλπιζε ἐκεῖ κάτω
ν᾿ ἀγροικηθεῖ στῆς κόλασης τὸν πάτο.

* Η κεντρική φωτογραφία είναι ο πίνακας του Jusepe de Ribera, Jacob's Dream, του 1639

TAGS