1292
SHARES

Κλείσε τα μάτια και φαντάσου μία χώρα σε άνθηση. Φαντάσου μεγάλα εμπορικά καταστήματα, γυαλιστερά, καινούργια αυτοκίνητα, κίνηση στους δρόμους, το περιοδικό Ρομάντσο να κρέμεται από τα μανταλάκια των περιπτέρων. Φαντάσου κοσμικές εξορμήσεις στην Ύδρα και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να παρακολουθεί επίδειξη μόδας στα Αστέρια της Γλυφάδας. Κι έπειτα φαντάσου περίτεχνα υφάσματα με σχέδια ονειρικά, χρώματα εκτυφλωτικά, ρούχα που δεν γίνεται να μην γυρίσεις να τα κοιτάξεις. Και όμορφα πρόσωπα, πανέμορφα μαυρισμένα μοντέλα στα στενά της Μυκόνου. Την Έφη Μελά το 1965 να χαμογελάει στον φωτογραφικό φακό.

Σε αυτόν τον κόσμο, μιας άλλης Ελλάδας, πιο ξένοιαστης, πιο πλούσιας και ίσως πιο καλαίσθητης θα σε πάει ο Γιάννης Τσεκλένης, ο άνθρωπος που κατάφερε να κάνει τον διεθνή Τύπο να κοιτάξει την ελληνική μόδα με ενδιαφέρον, τον άνθρωπο που έκανε μόδα την ίδια την Ελλάδα, με αυτή την σύντομη μα περιγραφική αφήγηση της τέχνης και της ζωής του.

Γεννήθηκα μέσα τη μόδα και μεγάλωσα μέσα στο μαγαζί του πατέρα μου, του Κώστα Τσεκλένη. Είχε κατάστημα με υφάσματα στο κέντρο της Αθήνας και πήγαινα από μικρός εκεί και τον βοηθούσα. Κάπως έτσι μου μπήκε το μικρόβιο κι επειδή πάντα ζωγράφιζα καλά άρχισα σιγά – σιγά να ασχολούμαι με την μεταποίηση υφασμάτων. Επίσης, πήγαινα στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας και έπαιρνα τα δειγματολόγια για το μαγαζί και θυμάμαι ότι είχα από την αρχή πολύ δυνατό κριτήριο για τα σχέδια που θα πουλούσαν περισσότερο στην αγορά. Αυτή ήταν η αρχή στην ενασχόληση μου με την μόδα.

Παράλληλα με τα παραπάνω, μπήκα σιγά – σιγά και στον χώρο της διαφήμισης. Άρχισα να δουλεύω 4 ώρες την ημέρα σε μία διαφημιστική, γνωρίζοντας μεγάλους πελάτες και μαθαίνοντας τα μυστικά του μάρκετινγκ και της προώθησης των προϊόντων.

Πριν πεθάνει ο πατέρας μου μού ζήτησε ένα πράγμα: «Να μην αφήσω την μόδα». Αυτό έκανα, αναλαμβάνοντας το μαγαζί.

Τα πρώτα μου σχέδια για ρούχα τα έφτιαξα το 1965 με την συλλογή Waves & Abstracts. Από την αρχή αυτό που κέντριζε το ενδιαφέρον μου ήταν η θεματική μόδα. Είχα πάντα τον τρόπο να επιλέγω ένα θέμα που θα είχε τις ρίζες του είτε στην ελληνική παράδοση, είτε στην παγκόσμια ιστορία αλλά το οποίο θα ήταν - ως δια μαγείας - και στην επικαιρότητα.

Οι καμπάνιες που κάναμε ήταν πάντα τρομερά δυνατές. Θυμάμαι το 1972, στην τελευταία πασαρέλα της Έφης Μελά, είχαμε παρουσιάσει τα σχέδια εμπνευσμένα από τους Τσάρους της Ρωσίας. Εκείνη την ίδια ημέρα, στις 22 Μαΐου του 1972, ο Νίξον και ο Κίσινγκερ προσγειώθηκαν στη Μόσχα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την δημοσιότητα που πήρε η κολεξιόν. Έγινε πρώτο θέμα, την παρουσίασαν μαζί με τις διεθνείς ειδήσεις. Μπήκαμε στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου, ανάμεσα τους και οι New York Times.

Από την συλλογή The Charz, του 1972.

 

Την ημέρα που παρουσιάστηκε η συλλογή, στις 22 Μαϊου του 1972, ο Νίξον και ο Κίνσινγκερ προσγειώνονται στη Μόσχα. Η διάσταση που πήρε η κολεξιόν είναι τρομερή.

 

Η θεματική μόδα υπήρξε πάντα ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της δημιουργίας του Γιάννη Τσεκλένη.

Ένα χρόνο πριν, το 1971, παρουσιάσαμε άλλη μία σημαντική για μένα πασαρέλα, την Voodoo, εμπνευσμένη από τις φυλές της Αφρικής. Ήταν μια πασαρέλα πραγματική υπερπαραγωγή με Άφρο –περούκες, μαύρα μοντέλα και νέγρους χορευτές που δίδαξαν σε όλους τις κινήσεις των παραδοσιακών χορών της Αφρικής, αυτό που λέμε τα σωστά πατήματα, ενώ από πίσω έπαιζαν Αφρικάνικες μουσικές. Ήταν εντυπωσιακό.

Από κει και πέρα έχουν υπάρξει πολλές ξεχωριστές στιγμές στην καριέρα μου, αλλά κάπου εδώ θέλω να ανοίξω μία μικρή παρένθεση και να θυμηθώ δύο πραγματικά παράσημα στην προσωπική μου διαδρομή. Ήταν όταν δύο κοπέλες, φοιτήτριες, αποφάσισαν η κάθε μία ξεχωριστά να κάνουν το διδακτορικό τους πάνω στη δουλειά μου. Ο λόγος για τη Λίλα Πάτση και την διατριβή της «30 Συλλογές από την Τέχνη του Γιάννη Τσεκλένη» και για το διδακτορικό της Όλης Μωησή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Δημιουργίες μου μπορεί να δει αυτή τη στιγμή κανείς και στο Λαογραφικό Μουσείο του Ναυπλίου, που είναι ένα από τα πιο όμορφα, μικρά μουσεία του κόσμου. Εκεί υπάρχουν περίπου 800 σχέδια μου, δεν βρίσκονται όλα στο μουσείο ταυτόχρονα, όμως γίνονται πολλές θεματικές, προσωρινές εκθέσεις.

Από Άφρο-περούκες μέχρι νέγρους χορευτές είχε η πασαρέλα Voodoo το 1971.
Μουσική της Αφρικής και παραδοσιακοί χοροί των νέγρων πάνω στην πασαρέλα.

 

Πασαρέλα υπερ-παραγωγή.

Από τη μόδα αποσύρθηκα το 1991. Ήταν μία πολύ συνειδητή απόφαση γιατί κάποια πράγματα στην Ελλάδα είχαν χάσει πια το νόημα τους. Όταν είδα ότι η ελληνική κλωστοϋφαντουργία εδώ είχε σταματήσει εντελώς, όταν είδα την μία μετά την άλλη τις βιοτεχνίες να τα «μαζεύουν» και να μετακομίζουν στη Βουλγαρία αποφάσισα ότι δεν υπάρχει λόγος να το προσπαθώ άλλο. Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα για να το κρατήσω αυτό το πράγμα ζωντανό, γιατί το πίστευα, γιατί γινόταν εξαιρετική δουλειά τόσο στον τομέα της ποιότητας όσο και στον τομέα της εκτύπωσης, των ιδεών, του σχεδίου. Όμως δεν υπήρχε περιθώριο να το προσπαθήσω άλλο.

Aυτή τη στιγμή στο εξωτερικό οι μεγαλύτεροι Οίκοι μόδας αντλούν την έμπνευση τους από μοτίβα βασισμένα στην ελληνική ιστορία και στον ελληνικό πολιτισμό. Αυτό είναι κάτι που έχω κάνει πρώτος εγώ πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά βλέποντας τους μεγαλύτερους σχεδιαστές να επιστρέφουν εκεί μου ήρθε η ιδέα να ξανατυπώσουμε μερικά από τα παλαιότερα σχέδια πάνω σε φουλάρια. Και ίσως στο άμεσο μέλλον να τυπώσουμε και σχέδια από μία μεταγενέστερη κολεξιόν, τα Gaitis, του 1983.

Το Vedema Hotel στη Σαντορίνη είναι το πρώτο Boutique Hotel στην Ελλάδα και σχεδιάστηκε εξ’ ολοκλήρου από εμένα, από την πλήρη εποπτεία του design μέχρι το τι πιάτα και ποτήρια θα σερβίρουν στο πρωινό. Πριν από αυτό είχα φτιάξει και αρκετές ιδιωτικές βίλες στο νησί, όπως και στην Τήνο, αλλά και στην Αθήνα. Το 1979 με 1980 έφτιαξα το Zannos Melathron, έναν φοβερό πύργο στη Σαντορίνη που άνηκε σε ιδιώτη. Το έφτιαξα από την αρχή, από το μηδέν. Όταν αναλαμβάνω ένα κτήριο το αναλαμβάνω ολόκληρο, έχω δηλαδή αυτό που λένε το «Art Direction». Φυσικά στην πορεία του χρόνου έχουν υπάρξει διάφορες παρεμβάσεις  με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η δική μου, αρχική αισθητική, αλλά τέλος πάντων.

Η κατάσταση αυτή τη στιγμή στην αγορά ακινήτων στην Ελλάδα είναι τραγική. Πλέον μιλάμε για ποσοστά της τάξεως 90 τις εκατό κάτω. Υποθέτω ότι θα πέσει κι άλλο. Το θέμα είναι ότι οι άνθρωποι πλέον τα αντιμετωπίζουν όλα αυτά ως μία πολύ μεγάλη και ακριβή πολυτέλεια. Δεν είναι όμως έτσι. Γιατί σε αυτή τη ζωή «η ομορφιά δεν κοστίζει, η ομορφιά αξίζει.».

Η έμπνευση στη δουλειά μου έρχεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με το αν μιλάμε για τη μόδα ή για την δημιουργία κτηρίων.

Στη μόδα αυτό για το οποίο πάντα έψαχνα ήταν το «δυνατό θέμα», ήθελα να βρω ένα concept που θα έλεγε μία ιστορία, αλλά και που θα αφορούσε με κάποιον τρόπο και στο σήμερα.

Στα κτήρια πάλι αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο ρυθμός της κάθε περιοχής. Πιστεύω ακράδαντα ότι η φυσιογνωμία της κάθε γειτονιάς ή του κάθε μέρους ξεχωριστά πρέπει πάση θυσία να διατηρείται, να μην αλλοιώνεται προκειμένου να επικρατήσει αυτή η καινούργια, η φαλοκρατική άποψη ότι πρέπει σώνει και ντε να εξελίσσουμε το παλιό και να το φέρουμε στα μέτρα μας.

Παίρνουν ένα κτήριο στο Μεταξουργείο, ανάμεσα σε τόσα πανέμορφα νέο-κλασσικά, και πετάνε μέσα στη μέση μία άσχετη μοντερνιά. Απαράδεκτα πράγματα. Ο κάθε τόπος έχει το ύφος του, τον χαρακτήρα του. Αλλιώς είναι το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, αλλιώς η Πελλοπόνησος, αλλιώς τα Επτάνησα, αλλιώς τα Ζαγοροχώρια. Γιατί να το χαλάσεις αυτό το πράγμα, δεν μπορώ να το καταλάβω.

Ο σπουδαίος γραφίστας Massimo Viniegli έλεγε μία πολύ σπουδαία κουβέντα που προσωπικά με βρίσκει τελείως σύμφωνο: “Ιf you design one thing, you can design anything”, ότι δηλαδή «Αν μπορείς να σχεδιάσεις ένα πράγμα τότε μπορείς να σχεδιάσεις τα πάντα».

Αυτό συνέβη και σε μένα. Έχω σχεδιάσει από ρούχα μέχρι σπίτια και τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής, και από τα τρόλεϊ της Αθήνα μέχρι τα αστικά λεωφορεία και τα καινούργια τρένα του ΟΣΕ. Και το τελευταίο λογότυπο του ΟΣΕ στα ελληνικά, πριν το αλλάξουν και φτιάξουν αυτή τη βλακεία στα Αγγλικά που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, εγώ το είχα σχεδιάσει. Ούτε λίγο ούτε πολύ έχω επιμεληθεί και είμαι υπεύθυνος για ό,τι ακουμπάτε (γέλια).

Η συλλογή Gaitis του 1983.
Σχέδια από τη συλλογή θα επανακυκλοφορήσουν σύντομα πάνω σε καινούργια φουλάρια.

Οι Έλληνιδες παλαιότερα ήταν λίγο καρνάβαλοι στο ντύσιμο τους γιατί υπήρχε το πρόβλημα της παραπληροφόρησης. Οι τελευταίες τάσεις μόδας συμβαίνανε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και έφταναν εδώ με χρονοκαθυστέρηση, αφού δεν υπήρχε ούτε το ίντερνετ, ούτε τα ξένα περιοδικά ήταν διαδεδομένα ώστε να έρθει η πληροφορία μέχρι εδώ γρήγορα και σωστά. Τώρα πια δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα γιατί χάρη στο διαδίκτυο είναι όλοι σε θέση να αντιληφθούν τη μόδα πιο σφαιρικά, να δουν τα μοντέλα εν κινήσει και να καταλάβουν έτσι καλύτερα το ρούχο, τι τους πηγαίνει και τι όχι.

Ένα λάθος που επιμένουν να κάνουν οι γυναίκες αλλά και οι άντρες στον τρόπο που ντύνονται είναι το ότι αφήνουν τα ρούχα να τους φορέσουν, δεν τα φοράνε αυτοί. Το μυστικό είναι μόνο ένα. Να βρεις τι είναι αυτό που σου πηγαίνει, ποιο είναι το στιλ σου και να προσαρμόσεις το κάθε ρούχο στον εαυτό σου, στο πώς θα το φόραγες εσύ.

TAGS