382
SHARES

Φανταστείτε ότι βρίσκεστε σε ένα μέρος της Ελλάδας όπου όλοι μιλούν γύρω σας και εσείς καταβάλλετε μεγάλη προσπάθεια να βγάλετε άκρη με όσα ακούτε. Κι όμως είναι ελληνικά.

Ανεξάντλητο εργαλείο επικοινωνίας η γλώσσα, εξελίσσεται κι αλλάζει, παραμένοντας ταυτόχρονα, ως μηχανισμός, «εγγεγραμμένος» μέσα μας. Και την ίδια στιγμή, διατηρεί ατόφια μέσα της στοιχεία και χαρακτηριστικά που μένουν αναλλοίωτα.

Ομάδες ανθρώπων, μικρές ή μεγάλες, διατηρούν και προστατεύουν διαλέκτους και γλωσσικά ιδιώματα με ρίζες βαθιές όσο το υφάδι της ύπαρξης της δικής τους και τον προγόνων τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, ωστόσο, όπως η παρακάτω, αυτές τις ρίζες ακόμα και η επιστήμη δεν μπορεί να τις ανιχνεύσει.

Ο κάθε τόπος, ακόμα και η πιο απομακρυσμένη γωνιά, το κάθε χωριό, όσο μικρό κι αν είναι, έχει την δική του ντοπιολαλιά και τους δικούς του κώδικες επικοινωνίας. Άσχετα αν οι «έξω» δεν μπορούν να τους διαβάσουν και να τους κατανοήσουν. Εκφράσεις που μοιάζουν απλά σκόρπιες λέξεις, για τους κατοίκους διαφόρων περιοχών έχουν ξεχωριστή σημασία.

Όταν μάλιστα αυτή η διάλεκτος- γλώσσα, όπως μας διορθώνουν- διαφυλάσσεται και συνεχίζεται όχι μόνο από τους μεγάλους σε ηλικία κατοίκους του κάθε τόπου, αλλά και από τα μικρότερα παιδιά, τότε αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία στα μάτια εκείνων που βλέπουν την παράδοσή τους να διατηρείται και να διαιωνίζεται περνώντας στις επόμενες γενιές.

Αυτό συμβαίνει και με τον Αρχάγγελο της Ρόδου. Το χωριό βρίσκεται σε απόσταση 30 χλμ. από την πόλη της Ρόδου. Με πληθυσμό πάνω από 8.000 κατοίκους είναι το μεγαλύτερο χωριό της Ρόδου αλλά και το πιο ιδιαίτερο, σύμφωνα με τους κατοίκους του.

Κτίστηκε τα μεσαιωνικά χρόνια σε μακρινή απόσταση από την παραλιακή θέση, για να προστατεύει τους κατοίκους από τις πειρατικές επιδρομές. Ο ντόπιοι ασχολούνται κυρίως με την οικοδομή ενώ πολλοί εργάζονται ως ξενοδοχοϋπάλληλοι.

«Ήταν οι πρώτοι οικοδόμοι και οι πρώτοι κεραμίστες στο νησί. Να ξέρετε ότι έχουν χτίσει όλη τη Ρόδο», λέει ο πρόεδρος της Κοινότητας Αρχαγγέλου Αργύρης Αργυρού με περηφάνια.

Αν και το χωριό είναι ένα από τα πιο σημαντικά τουριστικά θέρετρα της Ρόδου, οι κάτοικοι διατηρούν ζωντανά τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους, μένοντας πιστοί, σχεδόν προσκολλημένοι στις παραδόσεις.

Ένα από αυτά είναι και η γλώσσα. Το χωριό Αρχάγγελος έχει αναπτύξει τη δική του γλώσσα, μία γλώσσα που παρά την προσπάθεια που κάνουν εδώ και πολλά χρόνια γλωσσολόγοι και πανεπιστημιακοί, ακόμη δεν φαίνεται να έχουν ικανοποιήσει την περιέργειά τους για το ποια είναι η ρίζα της.

«Η πιο γλυκιά γλώσσα είναι η αρχαγγελίτικια. Δεν είναι ελληνικά, ούτε κυπριακά. Είναι μια δική μας γλώσσα που μόνο οι ντόπιοι του χωριού μας μπορούν να καταλάβουν. Ούτε καν οι υπόλοιποι Ροδίτες, γιατί δεν πρόκειται για μια διάλεκτο, αλλά για μια δική μας γλώσσα, την αρχαγγελίτικη», λέει ο κ. Αργυρού.

Ένα σύντομο βίντεο - περιγραφή του χωριού Αρχάγγελος στο οποίο ακούγεται ένα παραδοσιακό κομμάτι στην μοναδική γλώσσα των κατοίκων. Πόσα μπορείς αν καταλάβεις;

Τον ρωτάμε εάν η διάλεκτος αυτή μοιάζει με κάποια και μας απαντάει: «Είναι ξεχωριστή. Ας πούμε ότι είναι πιο βαριά από τα κυπριακά. Εάν εγώ μιλήσω μαζί σου αρχαγγελίτικα δεν θα καταλάβεις ούτε μια λέξη».

Και συνεχίζει: «Μου λένε πολλοί “τι γλώσσα μιλάτε”; “Εμείς μιλάμε αρχαγγελίτικα” τους απαντάω. Είναι γλώσσα δικιά μας, είναι παραδοσιακή γλώσσα. Εάν μιλάμε με έναν άλλο Ροδίτη στο δίπλα χωριό δεν μας καταλαβαίνει κανένας. Ακόμα και τα μικρά παιδιά που πηγαίνουν σχολείο χρησιμοποιούν τη γλώσσα αυτή. Είναι ξεχωριστή» δηλώνει ο κ. Αργυρού.

Σύμφωνα με τον κύριο Αργυρού οι κάτοικοι του χωριού μιλούν στην καθημερινότητά τους τη συγκεκριμένη γλώσσα και με αυτόν τον τρόπο περνάει από γενιά σε γενιά. Μέσα από την καθημερινή χρήση της διαρκεί στον χρόνο και κάνει τον τόπο τους να είναι ξεχωριστός. Η νέα γενιά γνωρίζει τα «αρχαγγελίτικα», κάτι που κάνει τη γλώσσα τους να επιβιώνει αιώνες τώρα και ταυτόχρονα να διατηρεί και το μυστήριο γύρω από τη φύση της.

Όσο για την καταγωγή των αρχαγγελίτικων οι ντόπιοι επιμένουν ότι πρόκειται για μια δική τους διάλεκτο εντελώς διαφορετική από όλες τις ντοπιολαλιές της Ρόδου.

«Τα παιδιά ό,τι μιλάνε στο σπίτι μέσα μιλάνε κι έξω. Τους αρέσουν τα αρχαγγελίτικα. Να φανταστείτε οι φοιτητές που πάνε στην Αθήνα, εάν βρεθούν σε μία καφετέρια μιλούν τη γλώσσα μας και δεν τους καταλαβαίνει κανένας» μας λέει ο κ. Αργυρού.

Και συνεχίζει: «Εμείς λέμε “Πώς σε λόσε;” δηλαδή “πώς σε λένε;”, λέμε “ρκινούμε” κι όχι “αρχίζουμε” και “χαντέστε” αντί για “πάμε”. Το ψωμί το λέμε “λουτριά”, τη γωνία “καντούνι”, τις κόρες “κοπελούδες”, το στρογγυλό ψωμί “λουτριά” και το Πάσχα τρώμε ριφικί δηλαδή “αρνί με γέμιση”.

Λατρεύει τον τόπο του και αυτό φαίνεται σε κάθε λέξη που χρησιμοποιεί όταν μιλάει για εκείνον, ακόμα και στον τόνο της φωνής του. «Είναι δυνατόν να μην αγαπάω τον τόπο μου; Όταν πάω στη Αθήνα νομίζω ότι είμαι φυλακή» λέει χαρακτηριστικά.

Ένα σύντομο λεξικό της Αρχαγγελικής γλώσσας ώστε να καταλαβαίνεις τα βασικά αν βρεθείς προς τα κει. 

αβανιά: συκοφαντία, κακολογία
αξαμώννω: μετρώ διαστάσεις
αρκάτζι: ρυάκι
αντζιά = οικιακά σκεύη
άγγρι το, αγκρίζω: δυσαρέσκεια, δυσαρεστώ
άγκωνας: αγκώνας του χεριού
αθέρα: λεπτό αιχμηρό ξυλαράκι
ατζία: μυτερή άκρη ξύλου αλλά και ψωμιού
αλλάβερσι: μακάρυ
αξανάστραφα: ανάποδα
άνηλιος: είδος σάυρας
άκκι πέττι: τέλος πάντων
βίλλα: αρσενικό μόριο, φαλλός
βολά: φορά
βαζάνι: μελιτζάνα
βούρα: τρέξε
βαβάτσινα: βατόμουρα
γαλουλίζω: περπατώ γέρνοντας μια δεξιά και μια αριστερα
γιαν: σαν
γιαρράς: πληγή
για λλόου μου: για μένα
δακκαμακιά: δαγκωματιά - μπουκιά
δαμάλι: νεογέννητο βόδι
δακκώ: δαγκώνω
δεμάτι : μεγάλη δέσμη σταχυών, χόρτων ή κλαδιών
δουκάνα/η: εργαλείο για τ'αλώνια, μεγάλο βαρύ ξυλο με πέτρες και σίδερα για να αλέθει τα στάχυα
δώμα: οροφή σπιτιού
εν τον κάμιω ζάφτι: δεν μπορώ να τον ελέγξω, δεν τον κουμαντάρω
έλα του νου σου: βάλε μυαλό
εμάλλιασεν η γλώσσα μου: επανέλαβα πολλές φορές το ίδιο πράγμα χωρίς αποτέλεσμα
ένα τσιγκρί (τσιμπί): πολύ λίγο
εποκότησε, εποφκάρτη: δεν τα κατάφερε, δεν τα πρόλαβε
ζέχνω: ζευγαρίζω,οργώνω
ζοντάκρα: τανάλιαίλλα τζιαι καλά, ίλλα μου: σώνει και καλά
καμμώ: κλείνω τα μάτια μου
καλαδέρκια: τα παιδιά που οι γονείς του ενός είναι νονοί του άλλου
καννί: καλάμι
καπνίζω: θυμιατίζω
καμός: καημός
καντούνι: γωνιά
καπνιστήρι: το θυμιατό
κκέλης: φαλακρός
κορατζιάζω: διψώ υπερβολικά
κάχρι: μίσος
καρά(ο)λας: σαλιγκάρι
καρτσί: απέναντι
κάσκα: το κράνος
καταλυώ: τελειώνω
κόξα: μέση
κιλίκι: κατάντια
κερακκιά (τερατζιά): χαρουπιά
κλουθώ: ακολουθώ
κούννα: το κουκούτσι ενός καρπού
κωλοσύρνω: τραβώ
λακερντί: κουβέντα,συζήτηση
λαμπάζω: φοβάμαι, υποφέρω πολύ
λάς: ο λαός
λαψάνα: χόρτο (βρούβα)
λατσώνω τα ρούχα μου: γεμίζω με λάσπη τα ρούχα μου
μιλλέττι: σόι
μαρτί: αρνάκι εξημερωμένο που ακολουθεί αυτόν που το τρέφει
μητσίς: μικρός
μιάλος-η-ο: μεγάλος-η-ο
μίλλα: λίπος
μουλλώνω: σιωπώ
μούζη: καπνιά, μαυρίλα
μάχουμαι: προσπαθώ, πειράζω
μουσκοκαρκιά: γαρύφαλλο
μισίνα: πετονιά
ξανοίω: κοιτάζω με τρόπο τον άλλο για να βγάλει από το στόμα του κάτι που δεν θέλει να πει.
ξεροτηάνηση: τσιγαρισμένο κρεμμύδι σε μπόλικο λάδι
ξεροτήανο: τηγανίτα
ξεσκουλλώ: ξεσκεπάζω, σκίζω
ξυλιάζω - εξύλιασα: πάγωσα από το κρύο (έγινα ξύλο)
παστός: ο νυφικός θάλαμος στην Πάφο. Ονομάζεται μάνασσα στην υπόλοιπη Κύπρο
πασπατεύκω: ψάχνω στα τυφλά
πάντα: ή άκρη
πατατούκα: το παλτό, η κάπα
πατανία: κουβέρτα
ράστιν: κατά σύμπτωση
ρίφι: κατσικάκι
ρότσα: πέτρα
σαλαβατώ: μαστιγώνω, λέγω φράσεις που δεν γίνονται αντιληπτές
σαλα(ω)νώ: σείωμαι, σαλεύω, μετακινούμαι συνέχεια
σανία: ειδική ξύλινη σανίδα για τοποθέτηση ψωμιών πριν το φούρνο
σινί: ταψί
σφοτζελλώ: μουντζώνω
τανώ: τεντώνω, απλώνω, τείνω χείρα βοήθειας
τατάς: νονός
ττέλι: το μεταλλικό σύρμα, καλώδιο
τρουλλώνω: παραγεμίζω
τσαττώ: συναντώ κάποιον απρόσμενα. π.χ. ετσάτισσα πάνω του
Τσιμ(ι)νιά: τζάκι
φακούρα η: μεγάλο πανί με το οποίο περιτυλίγουν τα σπάργανα
φακκώ: κτυπώ, τρακάρω
χαβούζα: μεγάλη δεξαμενή
χαζίρικα: αγαθά μη δουλεμένα, χωρίς μόχθο
χωραήτης: απο τη χωρα δηλ την πόλη δηλ απο την Ρόδο ή Λευκωσία
χαμνός: χαλαρός, νερουλός
χάττιν: Αν έχεις χάττιν κάμε το. Μόνο με σουλτανικό διάταγμα μπορείς να το κάνεις
χαττάς: δυστύχημα από απροσεξία
χάσκω: χαζεύω
χασκιάζω: κάμνω το άλλο να μείνει με ανοικτό το στόμα σαν αποκοιμισμένος
χρουσόμηλο: βερύκοκο
χτιτζιό: η φθήση. Χτιτζιάζω από τη ζήλα μου. Χτιτζιάρης: φθησικός
ψατζί: φαρμάκι, δηλητήριο
ώρα καλή: κυπριακός χαιρετισμός

Πηγή: newsbeast.gr
 

TAGS