0
SHARES

Το θεατρικό έργο Το Παραμύθι Χωρίς Όνομα του Ιάκωβου Καμπανέλλη αποτελεί διασκευή του γνωστού ομώνυμου αφηγήματος της Πηνελόπης Δέλτα. Η Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941) έγραψε βιβλία για παιδιά (Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Μάγκας, Τα μυστικά του Βάλτου, Τρελαντώνης κ.ά.) που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και που διαβάστηκαν και από μεγάλους. Τέτοιο είναι και το Παραμύθι χωρίς όνομα που γράφτηκε, το 1910, όταν η Ελλάδα, με νωπή ακόμη την ταπείνωση του '97, προσπαθούσε να χαράξει μια πορεία αναγέννησης. Το «παραμύθι» της Δέλτα είναι υπαινικτικό. Με σκληρή αλλά καλοπροαίρετη σάτιρα, με πίκρα αλλά και με αισιοδοξία κρίνει την Ελλάδα, τους άρχοντες και το λαό της.

Ο Καμπανέλλης έγραψε το έργο του το 1958-59. Το 1959 το έργο παίχτηκε από το θίασο του Βασίλη Διαμαντόπουλου και της Μαρίας Αλκαίου. Ο συγγραφέας κρατώντας τη γενική γραμμή, τη δράση και τα πρόσωπα του αφηγήματος, το διασκεύασε ελεύθερα, το διεύρυνε, το προσάρμοσε στην εποχή του και του έδωσε τους δικούς του στόχους και τους δικούς του υπαινιγμούς. Στην πικρή και δραματική σάτιρα της Δέλτα ο Καμπανέλλης πρόσθεσε τη δική του, διατηρώντας όλη τη μαγεία και την αφέλεια του παραμυθιού και οικοδομώντας πάνω σ' αυτά ένα θεατρικό έργο με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.

Στο έργο αυτό του Καμπανέλλη υπάρχουν επιδράσεις από το «επικό θέατρο» του Μπρεχτ· αφηγηματικά, με κίνηση και δράση συνόλου και όχι ατόμων, με ένα μόνο πρόσωπο συνδετικό σε όλη την πορεία του έργου (εδώ η Φτωχομάνα), με έντονη κοινωνική κριτική, με πολλή σάτιρα και λαϊκή θυμοσοφία, και με ανθρώπους «καλούς» ή «κακούς», ανάλογα με τις συνθήκες που ζουν. Στις μπρεχτικές επιδράσεις ανήκουν και τα τραγούδια που συνδέουν τις θεατρικές εικόνες και που έχουν ένα «διδακτικό» περιεχόμενο.

Στη θεατρική εικόνα που ακολουθεί (δεύτερη εικόνα της πρώτης πράξης) δικάζεται ο Σιδεράς για κλοπή, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος το θύμα της κλοπής. Ένας άνθρωπος του παλατιού (αρχικαγκελάριος Πανουργάκος στο αφήγημα της Δέλτα, αρχικελαριτζής εδώ) άρπαξε από το Σιδερά τα τρόφιμα που είχε αγοράσει και τα έδωσε στο βασιλιά.

(Το τραγούδι του Σιδερά που ακολουθεί, στήνεται και τραγουδιέται κατά την κρίση του σκηνοθέτη, κατά τρόπο που να βοηθά το πέρασμα στη Β' εικόνα του έργου, και να προωθεί την εξέλιξή του).

ΤΟΥ ΣΙΔΕΡΑ

Ώρα κακή, στο σιδερά, 
κακό έστησε καρτέρι 
κι ο μάστορης, το δίκιο του φωνάζει 
κι ας το ξέρει, 
κάλλιο το χέρι να χτυπάς σε δίκοπο μαχαίρι.

Αχ, είναι δύσκολο πολύ 
να βγει η αλήθεια στο κλαρί 
και να λαλεί και να λαλεί 
σαν πρωτοπέταχτο πουλί 
αχ, είναι δύσκολο πολυ 
και να λαλεί και να λαλεί.

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Η ΔΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

(Δικάζεται ο ΣΙΔΕΡΑΣ, ο πατέρας της ΜΑΡΙΑΣ. Στέκει αριστερά με τα χέρια δεμένα. Στο κέντρο ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ, όρθιος, πίσω από την έδρα του. Τη δίκη παρακολουθούν η ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ, αδερφή του ΣΙΔΕΡΑ, Ο ΜΙΧΑΛΗΣ, ο ΓΙΑΝΝΗΣ, ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ, Ο ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ, ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ κι άλλος λαός. Με το τέλος του τραγουδιού, παρακολουθούμε τη συνέχεια της δίκης).

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ορκίζεσαι ότι είπες την αλήθεια;

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Αυτήν έλεγε σ' όλη του τη ζωή, δεν το βλέπεις απ' το χάλι του;

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Είναι κανείς που θέλει να παρουσιαστεί ως μάρτυς;

(Παύση).

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Μη χασομεράς, χριστιανέ μου, προχώρει στην καταδίκη!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Κανείς;

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Κανείς. Σου το λέω γω.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Θα πάψεις;

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Μα δεν το βλέπεις χαρτί και καλαμάρι στo κούτελο ολονών; Ορίστε! «Κορόιδο είμαι να ανακατευτώ;»

(Το πλήθος γελά).

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Τι γελάτε, βρε χάχηδες, δεν κοιτάτε το χάλι σας;

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Θα μ' αφήσεις να κάνω τη δουλειά μου;

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Αμ αν είναι δουλειά αυτή που κάνεις κι εσύ!...

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Άλλο ένα τέτοιο καρφί και σε κλείνω να του κάνεις παρέα.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Μακάρι, αδερφός μου είναι. Έλα κι εσύ Μαρία, παιδί μου... μας αναλαβαίνει το κράτος.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Δεν έχω καιρό για αστεία!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Μα ανακατεύτηκα εγώ στη δουλειά σου; Εσύ δικάζεις αυτόν και γω δικάζω αυτούς.

(Το πλήθος γελά).

ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ: Και πότε θα βγει η απόφαση;

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Αμ έχει βγει, κακομοίρηδες!

ΣΠΥΡΟΣ: Δε μας τη λες γιατί δεν την ξέρουμε!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Αν είχατε τόση δα τσίπα θα την ξέρατε. Αλλά πού τώρα πια. Να το, βρε, το χάλι σας! Δικάζουνε μπροστά σας έναν αθώο και το ξέρετε πως είναι αθώος... κι όμως μου μασάτε μαστίχα αντί να σας πνίξει το δίκιο και να τα κάνετε λίμπα εδώ πέρα.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Σκασμός!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Μην ανάβεις! Εντάξει, παραφέρθηκα, το παραδέχομαι! Κάν' τη δουλειά σου.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ορκίζεσαι ότι είπες την αλήθεια;

ΣΙΔΕΡΑΣ: Πού ζεις, κύριε δικαστή μου, πού ζεις;

ΔΙΚΛΣΤΗΣ: Γιατί;

ΣΙΔΕΡΑΣ: Δεν τον ξέρεις καθόλου τον άνθρωπο και μου κάνεις κι αυτή την περίπλοκη δουλειά;

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Μα τι γίνεται, που να πάρει ο διάολος! εγώ δικάζω εσένα, αυτή αυτούς και τώρα εσύ εμένα;

ΣΙΔΕΡΑΣ: Μα ρωτάς κάτι πράγματα!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Είναι τυπική νομική ερώτησις!

ΣΙΔΕΡΑΣ: Αυτά που σου είπα, χριστιανέ μου, δεν ήταν λόγια, ήτανε αίμα και συ με ρωτάς αν ήτανε αλήθεια;

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τέλος!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Τ' ακούσατε; Είπε τέλος. Τώρα θα βγάλει και την απόφαση και πάει... Τέλος και για σας δηλαδή.

(Μπαίνει η ΜΑΡΙΑ λαχανιασμένη).

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ησυχία!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Φχαριστώ. Λοιπόν, εγώ φεύγω τώρα, αλλά πριν να φύγω θα σας κάνω να γελάσετε άλλη μια φορά... για να μη σας αφήσω κακοκαρδισμένους. Σας μιλά μια γυναίκα που 'μεινε ανύπαντρη και χωρίς παιδιά, με το έτσι θέλω. Καταλαβαίνετε τι πάει να πει αυτό; Κι ήμουνα ωραία και λιμπιστή... Θα το θυμάστε οι συνομήλικοι. Ε, λοιπόν, εγώ σας λέω ότι γι' αυτό πεινάτε και κακομοιριάζετε και σωτηρία δεν έχετε. Γιατί χάσατε την μπέσα και τη ζωηράδα σας. Και δεν υπάρχει χαρά στη ζωή χωρίς ζωηράδα και μπέσα. Όχι, δεν υπάρχει, κλαψομούρηδες!... Μη βιάζεσαι, κύριε Δικαστή!... Στάσου να φύγω πρώτα. Διάβασε καθαρά την απόφαση να την ακούσουνε. Κι αν κάνεις κάνα σκόντο, κάν' το γι' αυτούς, όχι για μας. Εμάς μη μας λυπάσαι, μας φτάνει που 'μαστε καθαροί. Πάμε Μαρία... Γεια σου Χρύσανθε!

ΣΙΔΕΡΑΣ: Γεια σου... Γεια σου Μαρία.

ΜΑΡΙΑ: (Πάει να κλάψει μα η θεία της τη σταματά μ' ένα τράβηγμα).

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Τι σου είπα;

(Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ τους κλείνει το δρόμο).

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: (Μπαίνει κρατώντας το καλάθι της). Μη φεύγεις.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: (Στη ΜΑΡΙΑ). Εσένα το λέει;

ΜΑΡΙΑ: Σε μένα.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Και ποιος είναι αυτός, να 'χουμε καλό ρώτημα:

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: (Στη ΜΑΡΙΑ). Μην το μαρτυρήσεις.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Δεν είμαστε καλά που θα 'χει τώρα και μυστικά από μένα!

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Μαρία, σε γύρευα.

ΜΑΡΙΑ: Τι να με κάνεις!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Βρε παιδάκι μου, εδώ καιγόμαστε, ερωτοδουλειές θα κοιτάμε;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Είχες δίκιο για τον πατέρα σου. Γι' αυτό σε γύρευα, για να σου το πω.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Να σε χαρώ. Αμ αυτό, νεαρέ μου, εμείς το ξέρουμε. Αν σου βαστά ανέβα κει πάνω να το φωνάξεις. (Παύση). Πολλά γυρεύω ε;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Ναι.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Πάμε (Την τραβά).

ΜΑΡΙΑ: Τουλάχιστο χαίρομαι που το πιστεύεις.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Αυτός είναι ο γιος του φαρμακοποιού;

ΜΑΡΙΑ: Όχι, το βασιλόπουλο.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Τι;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Προς Θεού, ας μείνει μεταξύ μας!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Ε. όχι! ε, όχι μεταξύ μας, αφού με μια σου κουβεντούλα αθωώνεται ένας νοικοκύρης άνθρωπος. Αυτό είναι ανεσούμουρδο,* αφέντη μου.

ΜΑΡΙΑ: Ασ' τονε θεία!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Δεν έχει δικαίωμα να σωπαίνει.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Έχεις μια γλώσσα!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Έχω. Και μετανιώνω που κατηγόρησα αυτούς τους ρεμπεσκέδες. Άδικο είναι να τους θέλω καλύτερους από την υψηλότητά σου.

 

(Θόρυβος. Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ρίχνει μια ματιά θυμού στη ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ και πλησιάζει στην έδρα).

 

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Ένας μάρτυρας!

ΦΩΝΕΣ: Να εξετασθεί!... να εξετασθεί!

ΣΙΔΕΡΑΣ: Ωραία περνάμε, έτσι;

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Λυπούμαι, κύριε μάρτυς, αλλά η διαδικασία έληξε. Τώρα διαβάζω την απόφαση.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Αφού δε διαβάστηκε ακόμη, έχω δικαίωμα να καταθέσω.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Μάρτυς υπερασπίσεως ή κατηγορίας;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Υπερασπίσεως.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Περίεργο! Ορκίζεσαι να πεις την αλήθεια;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Ορκίζομαι.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Όνομα;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Θα φανερώσω ποιος είμαι, αλλά μόνο στο δικαστήριο.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Η δίκη είναι δημόσια, μυστικοί μάρτυρες δεν επιτρέπονται.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Ο Σιδεράς είναι αθώος.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Μιλάς στον αέρα, η μαρτυρία σου δεν πιάνεται.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Μα είναι αλήθεια ό,τι σας είπε!

ΣΙΔΕΡΑΣ: Μην τον πιέζεις, λεβέντη μου! Μπορεί μαζί να φάγανε τις κότες και τη γλώσσα!

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Όχι, δεν τα φάγανε αυτοί!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Τότε γιατί τα κουκουλώνει;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Άλλους θέλει να κρύψει.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Και θα την πληρώσουμε μεις:

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Πολύ φωνάζεις, κυρά μου.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Τότε πες του ποιος είσαι, αλλιώς δεν πετυχαίνεις τίποτα!

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: (Στον ΔΙΚΑΣΤΗ ). Θα 'ρθω να σε βρω σπίτι σου και θα σου πω ποιος είμαι κι όλα τ' άλλα.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Να μας ζήσει ο γιος του Βασιλιά!

(Θόρυβος και μετά νεκρική ησυχία).

 

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Έρχεται και μας λέει πως έχουμε δίκιο... αλλά να μας δώσει δίκιο ούτε κι αυτός δεν τολμάει. Τάλε κουάλε* αφέντης του σιναφιού του. Ψέματα;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: (Πλησιάζει τρέμοντας το ΔΙΚΑΣΤΗ ). Ορκίζομαι να πω την αλήθεια.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τι πας να κάνεις, αφέντη μου!

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Ο αρχικελαριτζής του παλατιού χτύπησε το Σιδερά, του πήρε τα πράγματα και τα 'φερνε στο παλάτι...

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Κύριε ελέησον!...

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Υψηλότατε, το ξέρει ο κηδεμών σας ότι ήρθατε εδώ;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: (Δείχνει το ΣΙΔΕΡΑ ). Γιατί τον έχετε δεμένο; Δεν είναι κλέφτης!...

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Υψηλότατε, σας βεβαιώ εξ ιδίας πείρας ότι όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες!

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: (Παραζαλισμένος όπως είναι, πιάνει μόνο μια «λέξη»)... Την κότα και το χοιρομέρι τα φάγαμε ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, εγώ και...

ΦΤΩΧΟΜΛΝΑ: (Σ' όλους ). Τ' ακούτε;

ΔΙΚΑΣΤΗΣ; Και τι μ' αυτό; Μια κότα υπάρχει στον κόσμο; (Στον ΠΡΙΓΚΙΠΑ ). Για πέστε μου, υψηλότατε, πώς ξέρετε ότι η κότα που εφάγατε, ήταν η ίδια με την εν λόγω κότα;

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Γιατί ήταν μαζί με το χοιρομέρι!...

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Θα πάμε και στο χοιρομέρι!

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: (Στον ΠΡΙΓΚΙΠΑ ). Ήπιατε και μαυροδάφνη;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: ...Εγώ δεν πίνω, ο μπαμπάς μου ήπιε...

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: (Στη ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ ). Μα τέλος πάντων... (Στον ΠΡΙΓΚΙΠΑ ). Σας παρακαλώ, υψηλότατε, πώς ήταν αυτή η κότα; Είχε τίποτα στη γεύση που να αποδεικνύει ότι ανετράφη σε περιβόλι...

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: ...Ήταν πολύ νόστιμη...

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ: Χωριάτικη καλοθρεμμένη κότα!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: (Έξω φρενών ). Ποιος τη μαγείρεψε υψηλότατε, είναι καλός μάγειρας;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Δεν ξέρω... (Κοιτάζει έντρομος γύρω του κι ύστερα παίρνει δρόμο και φεύγει...)

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Και πώς θα συνεχίσω τώρα εγώ... εεε; (Μαζεύει τη δικογραφία, τ' άλλα χαρτιά, το σφυράκι του ). Διακοπή, διακόπτω, η συνεδρίαση διακόπτεται, διακόπτομεν...

(Φεύγει. Το ακροατήριο τον γιουχάρει ).

(Η ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ κι η ΜΑΡΙΑ τρέχουν κοντά στο ΣΙΔΕΡΑ και σχεδόν ταυτόχρονα ο ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ που «κάτι» τον έχει φέρει πολύ μπροστά στο προσκήνιο, - μακριά απ' τους άλλους, φωνάζει...).

ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ: Για σωπάστε όλοι!... Για σωπάστε...

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ: Τι τρέχει;

ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ: Τι ακούς... (Στους άλλους που πλησιάζουν). Τι ακούτε;...

ΓΙΑΝΝΗΣ: Ταμπούρλο;

ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ: Ταμπούρλο βέβαια!...

ΣΠΥΡΟΣ: Και καμπάνες!

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ: Τι να τρέχει;

ΤΑΒΕΡΝIΑΡΗΣ: Πυρκαϊά θα 'ναι!...

ΜΙΧΑΛΗΣ: Και πού 'ν' ο καπνός;

ΓΙΑΝΝΗΣ: Ακούονται φωνές εκεί κάτω!

ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ: Ναι, ναι, από κει!...

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ: Μυστήριο πράμα!...

ΤΑΒΕΡΝIΑΡΗΣ: Τι καθόμαστε δω, άντε πάμε να δούμε!

ΦΙΛΙΠΠΟΣ: (Μπαίνει φουριόζος ). Κι εσείς εκεί πάτε;

ΦΩΝΕΣ: Ναι!...

ΦΙΛΙΠΠΟΣ: Πάμ' όλοι μαζί...

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ: Τι να 'ναι, άκουσες;

ΦΙΛΙΠΠΟΣ: (Στέκει, τους κοιτάζει μ' απορία ). Εεεε;... Δεν έχετε ιδέα;

ΦΩΝΕΣ: Όχι!...

ΦΙΛΙΠΠΟΣ: Ήρθε η βοήθεια!

ΦΩΝΕΣ:....Ποια βοήθεια;

(Στέκουν μια στιγμή να το συνειδητοποιήσουν και ύστερα ξεσπάνε σε ζήτω, χοροπηδάνε, αγκαλιάζονται, φιλιούνται. Όλοι εκτός απ' το ΜΙΧΑΛΗ που τους κοιτάζει και κουνά το κεφάλι οικτίροντάς τους ).

ΜΙΧΑΛΗΣ: Τρίχες!

ΦΩΝΕΣ: (Στο ΦΙΛΙΠΠΟ ). Εσύ πού το 'μαθες; Ποιος σου το 'πε:

ΦΙΛΙΠΠΟΣ: Όλοι το λένε!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κουραφέξαλα!

ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ: Άντε πάμε...

ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ: Πάμε... έλα Μιχάλη!...

ΜΙΧΑΛΗΣ: Άλλη φορά...

ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ: Ήρθε το δάνειο!!!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δες το πρώτα κι ύστερα!...

ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ: Άι φάε τη γλώσσα σου, παλιογρουσούζη, τζαναμπέτη άνθρωπε!...

ΜΙΧΑΛΗΣ: Κάνε πέρα!...

ΓΙΑΝΝΗΣ: Ρε Μιχάλη, δε χαίρεσαι; Ήρθε σου λένε!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Το 'δες!

ΣΠΥΡΟΣ: Βάρα του μια να σκάσει, ως εδώ μ' έχει φέρει!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Για βάρα...

ΣΠΥΡΟΣ: (Πάει και τον αρπάζει απ' το πουκάμισο ). Άκου δω ρε παλιόστομα!

ΜΙΧΑΛΗΣ: (Τον σπρώχνει ). Κάτω τα ξερά σου.

ΣΠΥΡΟΣ: (Τον πετάει κάτω ). Κάτω τα δικά σου ξερά...

(Αρπάζονται στο ξύλο, πέφτουν κι οι άλλοι για να τους χωρίσουν, γίνεται μέγας σαματάς ).

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ: Άντε λοιπόν σταματάτε, δε θα προλάβουμε... (Σταματάνε τον καβγά και φεύγουνε αφήνοντας τον ξυλοδαρμένο ΜΙΧΑΛΗ καταγής. Ο ΣΙΔΕΡΑΣ —με λυμένα χέρια— η ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ κι η ΜΑΡΙΑ είναι ακόμη εδώ και έρχονται να βοηθήσουν το ΜΙΧΑΛΗ να σηκωθεί. Με το τραγούδι του ΜΙΧΑΛΗ που ακολουθεί τελειώνει η εικόνα και κάνουμε πέρασμα στην επόμενη).

Το τραγούδι «Ο κυρ Μιχάλης» που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράσταση «Το Παραμύθι Χωρίς Όνομα» του Ιάκωβου Καμπανέλη που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1959 από το θίασο του Βασίλη Διαμαντόπουλου και της Μαρίας Αλκαίου. 

 

TAGS