0
SHARES

Εδώ δεν είναι η πόλη του Έρωτα, δεν είναι η πόλη του Φωτός. Eδώ είναι η πόλη που μέθυσε ο Χέμινγουεϊ, εδώ είναι η πόλη όπου ο Νταλί συνάντησε τον Μπονιουέλ, εδώ είναι η πόλη όπου τρελάθηκε ο Αμαντέο Μοντιλιάνι. Μην πιστεύεις τον μύθο που λέει ότι αν έρθεις εδώ θα βρεις τον έρωτα της ζωής σου να περιφέρεται δίπλα στον Σηκουάνα, έτοιμος να σου προσφέρει στα σκαλιά της Μονμάρτης το μονόπετρο. Πίστεψε όμως ότι μπορεί , αν ξέρεις προς τα πού να κοιτάξεις, να βρεις έναν πολύπλευρο, λιγάκι νευρώδη εραστή, με δερμάτινο σακίδιο να ψαχουλεύει τα βιβλία στο βιβλιοπωλείο Shakesheape & Co, στο νούμερο 37 της Rue de la Bûcherie, Γερτρούδης Στάιν και Τζέιμς Τζόϋς γωνία.

Εδώ ξεκινήσε να γράφει τον «Οδυσσέα» ο Τζέιμς Τζόϋς.

Κι αν θέλεις να καταλάβεις τι σημαίνει στα αλήθεια να βρίσκεσαι στο Παρίσι τότε πήγαινε να ζήσεις εκεί για τουλάχιστον έναν χρόνο. Εναλλακτικά πήγαινε για μόνο ένα βράδυ. Μην γίνεις τουρίστας. Μην περιμένεις στις ουρές των μεγάλων μουσείων για να κόψεις εισιτήριο. Κοίταξε απλά τριγύρω σου. Κι έπειτα κοίτα το ξημέρωμα. Γιατί αν δεν έχεις δει ξημέρωμα στο Παρίσι είναι σα να μην το έχεις δει καθόλου.

Μην φύγεις με τα πόδια. Φύγε από το νερό.

Κάτω από τα δέντρα που καλύπτουν τη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων και από τις δύο μεριές της, οι σκιές πέφτουν μαζί με τη δύση του ήλιου κοσμικά απειλητικές. Κι από τη μία νιώθεις το δέος του μυστηρίου, ενός μυστηρίου ασπρόμαυρου και αγχωτικού, σαν βγαλμένου από ταινία του Λουί Μαλ, και από την άλλη η καρδιά σου ησυχάζει στη θέα των πολύβουων καφέ της λεωφόρου, γεμάτα κόσμο που μόλις πριν λίγο έχει φύγει από τη δουλειά και σταματάει εκεί για ένα γρήγορο κονιάκ κάτω από τις μεγάλες σόμπες. Στο τέλος του δρόμου το απόλυτο σύμβολο της νίκης και της επικράτησης, η Ασπίδα του Θριάμβου σε καλωσορίζει, ανοίγοντας σου έναν δρόμο προς τον δικό σου θρίαμβο. Πέρασε από κάτω της και δες μια ολόκληρη, αχανή πόλη να απλώνεται μπροστά σου.

Αυτή είναι η ώρα, λίγο μετά τις 8 το βραδάκι, που η γειτονιά της Μονμάρτης θυμάται πως έχει έρθει η ώρα να ξυπνήσει για τα καλά. Είναι σαν ένα μεγάλο, καλοκουρδισμένο ξυπνητήρι να βρίσκεται κρεμασμένο στο ουρανό, ακριβώς από πάνω της και να δίνει το μαγικό σύνθημα στους δρόμους, τους ανθρώπους και τα φανάρια προς ολική επαναφορά. Τα στενά φωτίζονται και οι θόρυβοι από τα μαγαζιά που ανοίγουν το ένα μετά το άλλο γεμίζουν τα αυτιά σου. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε σε κάποιο εστιατόριο. Κάτω από τις κόκκινες (είναι κόκκινες συνήθως, ναι) τέντες και τα μεγάλα μανιτάρια που διαχέουν θερμότητα στο πεζοδρόμιο θα τυλιχτείς με μία μικρή φλις κουβερτούλα, από αυτές που είναι παντού αφημένες για να μην κρυώουν οι θαμώνες και θα παραγγείλεις μπέργκερ με αυγό και τηγανητές πατάτες. Μπορεί και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.

Τα δέντρα στα Ηλύσια Πεδία δεν μπορείς ποτέ να τα ξεχάσεις.

Εδώ δεν είναι η πόλη της ποίησης και του ρομαντισμού. Εδώ είναι η πόλη του Λουδοβίκου του 16ου και της υπερβολής. Εδώ είναι η πόλη όπου κάποτε όλα ανατράπηκαν και πνίγηκαν στο αίμα. Εδώ είναι η πόλη απ’ όπου μία ολόκληρη ιστορία του κόσμου μπόρεσε να προχωρήσει δεκάδες βήματα προς τα μπροστά. Λίγο πριν διαλέξεις το σωστό μπαρ για τη σωστή βραδινή έξοδο στάσου για λίγο στην πλατεία της Βαστίλης και σκέψου το παραπάνω. Κι ακόμα καν’το αναγωγή στη δική σου μικρή, πραγματικότητα.

Στο Moulin Rouge τις νύχτες δεν ησυχάζει ποτέ τίποτα. Δεν έχει σημασία το τι γνωρίζεις στα αλήθεια για τα καμπαρέ ή αν θέλεις να δεις τουριστικά θεάματα με χορεύτριες να σηκώνουν ζωηρά τα πόδια τους στους ρυθμούς του καν-καν. Εδώ πρέπει να βρέθεις έστω για μια στιγμή για να βιώσεις κάτι που μοιάζει πλεγμένο σφιχτά με την ουσία και πνοή του Παρισιού. Δεν είναι ο έρωτας, τα σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς και οι δακρύβρεκτες εξομολογήσεις. Είναι κάτι πολύ πιο άγριο και τραχύ. Κάτι ιδρωμένο και αγχωμένο που παραμένει πάντα ίδιο και απαράλλακτο μέσα στο πέρασμα τον αιώνων. Είναι η αμαρτία και η λαγνεία και η αχαλίνωτη επιθυμία για το σώμα ενός άλλου ανθρώπους. Κι όλα αυτά μαζί είναι ίσως η απαρχή της ζωής. Το νόημα που κρύβεται και απλοποιεί όλα τα υπόλοιπα σε μια στιγμή.

Δεν είναι το καν-καν. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είνα η λαγνεία, το πάθος, η επιθυμία για το σώμα ενός άλλου ανθρώπου.

Λένε πως αν δεν έχεις κατέβει σκαλιά μεθυσμένος δεν ξέρεις τι θα πει κίνδυνος. Αν δεν έχεις κατέβει τα σκαλιά της Μονμάρτης μεθυσμένος μάλλον δεν ξέρεις τι θα πει Παρίσι. Άσε τη σκιά της εκκλησίας πίσω σου την ώρα που ξημερώνει ο ουρανός πάνω από την πόλη να σε οδηγήσει. Σήκωσε τα μάτια από τον λόφο και κοίταξε κάτω σα να μην υπάρχει αύριο, σα να μην πρόκειται ποτέ να επιστρέψεις. Κι είναι η εικόνα που θα δεις η ποίηση για την οποία όλοι μιλάνε. Είναι η ποίηση που όλοι περιμένουν να βρουν κάπου θαμμένη στη γαλλική πρωτεύουσα.

Αν δεν κοιτάξεις το Παρίσι από τη Μονμάρτη είναι σα να μην έχεις πάει.

Εκεί όπου όλοι οι μεγάλοι ήπιαν κάποτε τον πρωινό καφέ τους, διάλεξε το τέλειο τραπέζι και χάζεψε τους οδοκαθαριστές να γυαλίζουν τον δρόμο πριν από η πόλη μπει και πάλι στην τροχιά της καθημερινής της δραστηριότητας. Στη λεωφόρο Boulevard Saint-Germain τα Café De Fleur και Café de Deux Magots βρίσκονται πάντα εκεί, αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου. Οι αίθουσες τους θέλουν να μιλήσουν και να πουν μια ιστορία. Μια ιστορία στην οποία ο Έρνεστ Χέμνγουϊ τσακώθηκε μια νύχτα με τον Σκοτ Φιτζέραλντ για την αξία της περιγραφής στη λογοτεχνία και ο Πικάσο ήπιε λίγο περισσότερο και κέρασε ολόκληρο το μαγαζί.

Ο Πύργος του Άιφελ ξεχωρίζει από παντού στην πόλη.

Από το Παρίσι μην φύγεις με τα πόδια. Φύγε από το νερό. Μπες στο καραβάκι και κάνε το γύρο του Σηκουάνα. Η βόλτα κρατάει περίπου 3 τέταρτα και είναι αρκετή. Για να δεις τον Πύργο του Άιφελ να διακρίνεται σχεδόν απ’ όλα τα σημεία της πόλης. Για να ρίξεις μία κλεφτή ματιά στην ώρα πάνω στο ρολόι, έξω από το μουσείο Ορσέ. Για να χαζέψεις απ’ έξω το τεράστιο Λούβρο. Για να δεις στο βάθος να διακρίνονται οι Κήπου του Λουξεμβούργου. Για να υποσχεθείς ότι την επόμενη φορά θα περάσεις μία ολόκληρη ημέρα μέσα στα ιμπρεσιονιστικά εκθέματα του μουσείου L’ Orangerie στην Place de la Concorde.

Αν δεις ένα μόνο πράγμα, ας είναι η Νίκη της Σαμοθράκης.

Αν βρεις χρόνο να δεις μόνο ένα πράγμα αυτό ας είναι η Νίκη της Σαμοθράκης. Ποτέ ξανά ένα έκθεμα δεν τοποθετήθηκε πιο μοναδικά μέσα σε ένα μουσείο. Ποτέ ξανά τίποτα δεν στάθηκε εκεί, τέλειο και παγωμένο μέσα στους τόσους αιώνες για να μας θυμίζει την ομορφιά που χάσαμε και που πρέπει επειγόντως να ξαναβρούμε.

Το μουσείο του Ορσέ φιλοξενεί όλους τους μεγάλους γάλλους Ιμπρεσιονιστές.
TAGS