0
SHARES

«Και ήρθε – και χάμω- στα γόνατα έπεσα
Και χωμάτινος βόλος έγινα
Και μέσα μου κύλησα
Και σε μια ανάσα της ψυχής μου
Που είχε μείνει φεγγερή
- εκεί ακούμπησα-
και έκλαιγα νερό. Νερό πολύ».

Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Γώγου «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών».

Οι κοντινοί της άνθρωποι πάντα έλεγαν, στις αναφορές τους σε εκείνη, πως αν η Κατερίνα Γώγου ήταν αίσθηση θα ήταν φως. Πως έμπαινε στο σπίτι και πλημμύριζε με μία χαρούμενη, ζωντανή ενέργεια, πλημμύριζε γέλια και αστεία και μία γενναιοδωρία που λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να προσφέρουν στη ζωή τους. Τότε πώς γίνεται όλη της η ύπαρξη να έχει μείνει στις συνειδήσεις μας συνυφασμένη με τόσο σκοτάδι, τόση μεγάλη θλίψη και αυτοκαταστροφή;
 

Παιδί μίας τρίτεκνης, αστικής οικογένειας, κόρη ενός λόγιου που υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρός με τα παιδιά του και είχε πολλές απαιτήσεις από εκείνη, η Κατερίνα Γώγου χαρακτηρίσθηκε παιδί θαύμα από πολύ μικρή ηλικία. Ο πατέρας της την έβαζε να διαβάζει ποίηση από τα 6 της και η μητέρα της την πήγαινε στο θέατρο, όπου κατέληξε να παίζει, σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, δίπλα στον Γούναρη. Πολύ γρήγορα πέρασε τις πόρτες και της Φίνος Φιλμ για να παίξει στις πιο δροσερές και αστείες ταινίες του κλασικού ελληνικού σινεμά. Για το κοινό που έτρωγε πασατέμπο, βολεμένο στα πτυσσόμενα καθίσματα των θερινών σινεμά, για τα παιδιά που έκαναν μπουρμπουλήθρες με τις γκαζόζες τους, γελώντας με τις ατάκες της «Λαζάρου» στο «Ξύλο βγήκε απ' τον παράδεισο», ήταν το αστείο, τσαχπίνικο, υπερκινητικό κορίτσι που είχε μπροστά του μία υπέροχη, ανοδική καριέρα. Για την ίδια τα πράγματα υπήρξαν πάντα πολύ διαφορετικά. 

Ο αγαπημένος της αδελφής, ο Κώστας Γώγος, αν και αποφεύγει να δίνει συνεντεύξεις στις οποίες του ζητούν να μιλήσει για την πρόωρα χαμένη αδελφή του, είχε μπει σε εκτενείς λεπτομέρεις σχετικά με τη προσωπική και οικογενειακή τους ζωή στο βιβλίο «Ζωή σαν ποίημα» αφιερωμένο στην ηθοποιό που έκανε το θέατρο να γελάσει μέχρι δακρύων με τους ρόλους της και την ποίητρια που έκανε μία ολόκληρη γενιά να κλάψει με τις λέξεις της. 

Ο πατέρας της την έβαζε να διαβάζει ποίηση από τα 6 της και η μητέρα της την πήγαινε στο θέατρο, όπου κατέληξε να παίζει, σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, δίπλα στον Γούναρη.

«Τα πρώτα χρόνια η Κατερίνα ήταν πραγματική αρχόντισσα. Ερχόταν με το αμάξι και έλεγε “Άντε ελάτε να σας πάω για παγωτό”. Στην Αγία Βαρβάρα, θυμάμαι, σταματάει σε ένα φανάρι και έρχεται ένα τρίκυκλο από πίσω και μας δίνει μια, το έβαλε το αμάξι όλο μέσα. Κατεβαίνει η Κατερίνα, του λέει, “Τι έκανες βρε άνθρωπε; Δεν έπιασαν τα φρένα; Καλά εντάξει, δεν πειράζει φύγε" και γυρνάει και μας λέει μετά η Κατερίνα, “Λοιπόν μάγκες δεν έχει παγωτό σήμερα”». 

Η μελοποίηση των Magic De Spell σε ποίημα της Κατερίνας Γώγου. Ένα από τα πιο γνωστά γραπτά της ζωής της.

Η κατάσταση άλλαξε σχετικά σύντομα. Η ανοδική πορεία που όλοι πίστευαν ότι είχε πάρει η κινηματογραφική καριέρα της Γώγου δεν εκπληρώθηκε ποτέ και η αυτοκαταστροφική Κατερίνα δεν κατάφερε ποτέ να πάρει πρωταγωνιστικούς ρόλους, να γίνει αυτό που λέμε «σταρ του σινεμά». Δεν έγινε ποτέ γιατί δεν ήθελε να γίνει. Τουλάχιστον αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει ο Κώστας Γώγος, ο οποίος περιγράφει γλαφυρά  τον έντονο, αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα της αδελφής του, λέγοντας πως «στην Κατερίνα πάντα κάτι έφταιγε, πότε δεν της είχε φερθεί καλά ο ένας, πότε ο άλλος, πότε δεν της άρεσε κάτι». Ακόμα και οι πιο όμορφες, ξένοιαστες, λαμπερές μέρες του καλού ελληνικού κινηματογράφου δεν ήταν αρκετές για να απαλύνουν τις ανησυχίες της, το ζόρικο πνεύμα της, το πείσμα της, την διαφορετικότητητα και την μαγκιά της. Ουσιαστικά οι μόνες ταινίες που την εξέφρασαν πραγματικά ήταν οι τελευταίες της, εκείνες που έκανε με τον άντρα της, Παύλο Τάσσιο. «Η παραγγελιά» (στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν ποιήματά της που απήγγειλε η ίδια) και το «Βαρύ πεπόνι». 

Σήμερα, χρόνια μετά τον ξαφνικά θάνατο της - άραγε για τους δικούς της ήταν τόσο ξαφνικός όσο νομίζουμε; - όλοι θυμούνται τις προσπάθειες της να απεγκλωβίσει την κόρη της, Μυρτώ Τάσσιου, από τα ναρκωτικά, στο τέλος, ούσα ακραία διαλυμένη και αυτοκαταστροφική πέφτει και η ίδια μέσα. Η κόρη της πάλι, καιρό μετά, διηγείται την ίδια ακριβώς ιστορία από την ανάποδη, σε επιστολή της από την Ιταλία, λίγο καιρό πριν πεθάνει κι εκείνη. Πως η Κατερίνα είχε μπλέξει και εκείνη απέτυχε να την σώσει. Στην διαδρομή εθίστηκε κι αυτή στην ηρωίνη. Ο αδελφός της Γώγου υποστηρίζει πως η ποιήτρια που πούλησε όσο και ο Ελύτης με την συλλογή της «Τρία κλικ αριστερά» δεν υπήρξε ποτέ τρυφερή μητέρα. «Ήταν νευρική, σαν τον πατέρα μας. Την μάλωνε πολύ την Μυρτούλα. Όταν εκείνη έγινε πια 13 χρονών άρχισε να αντιδρά, να της φωνάζει, γινόντουσαν ομηρικοί καυγάδες».  Η σχέση τους παραμένει πάντα βαθιά, ακατανόητη, δύσκολη σε κάθε πιθανή ερμηνεία και ανάλυση. 

Οι κοντινοί της άνθρωποι πάντα έλεγαν, στις αναφορές τους σε εκείνη, πως αν η Κατερίνα Γώγου ήταν αίσθηση θα ήταν φως. Πως έμπαινε στο σπίτι και πλημμύριζε με μία χαρούμενη, ζωντανή ενέργεια, πλημμύριζε γέλια και αστεία και μία γενναιοδωρία που λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να προσφέρουν στη ζωή τους

Για τον αδελφό της τα πράγματα πήραν την πραγματικά άσχημη, μη αναστρέψιμη τροπή τους όταν οι φίλοι της γύρισαν την πλάτη. «Όσο ήταν αποδεκτή, όσο ήταν η υπέροχη Κατερίνα που πουλούσε πιο πολύ και από τον Σεφέρη και τον Ελύτη, όλοι ήταν εκεί. Όλοι την αγαπούσαν. Όταν άρχισαν τα μεγάλα σκοτάδια, τα μεθύσια, όλοι εξαφανίστηκαν. Κάνεις δεν πήγε να την πιάσει από το χέρι και να της πει "Έλα εδώ ρε Κατερίνα». «Την αναγνώριζε, την αγαπούσανε, δεν είχε πειράξει άνθρωπο, η Κατερίνα μάς αγαπούσε όλους. Αλλά λέω, -του πατέρα ρητό που ήταν και τραγικός- "Δρυός πεσούσης, πας ανήρ ξυλεύεται", δηλαδή αν το περήφανο δένδρο πέσει, όλοι το παίζουν ξυλοκόποι. Κατάλαβες; Όταν έπεσε πια κι είχε γίνει αλκοολική και στα βαριά, πιο πολύ αλκοολική ήταν παρά ναρκομανής, δεν πέθανε από ναρκωτικά, από αλκοόλ πέθανε. Εκεί όλοι την είχανε αφήσει. Κι η Όλια η κολλητή της την είχε αφήσει κι ο Καφετζόπουλος».

«Ουσιαστικά ήταν μαζί της όσο είχε εκείνο το "Πάρτε πάρτε" και να μοιράζει "Πάρτε πάρτε" και γκλαμουριά και να οι συνεντεύξεις. Τότε ήταν όλοι καλοί.Ένας βρέθηκε μόνο, τον θυμήθηκα, αυτός που είχε το Ποντίκι (σ.σ. την εφημερίδα), της πλήρωνε τότε που δεν είχε να φάει, της πλήρωνε δύο χρόνια ένα διαμερισματάκι κάπου στη Σόλωνος προς το Λυκαβηττό, έτσι, κι ούτε ακούστηκε ποτέ ποιος ήταν αυτός που το είχε. Μιλάω για 1987-8, ποιος το είχε το Ποντίκι; Κι ήταν ωραία εφημερίδα τότε, φαντάσου εγώ μόνο Ποντίκι διαβάζω, είχε κάτι άρθρα πολύ προχώ. Κάποιος αθόρυβα της πλήρωνε το διαμέρισμα. Εκ των υστέρων όλοι θέλουν να πάρουνε ευχούλα. Ο Κορδέλλας να γυρίσει κανα δίσκο, καλά η Όλια έχει τη ζωή της. Ο Καφετζόπουλος, τότε γυρίζανε στα σκυλάδικα μαζί, μόλις την είδε έτσι έφυγε, είπε "Πάει, λωλάθηκε η Κατερίνα", θυμάται σήμερα ο αδελφός της, ο Κώστας.

Η αυτοκαταστροφική Κατερίνα δεν κατάφερε ποτέ να πάρει πρωταγωνιστικούς ρόλους, να γίνει αυτό που λέμε «σταρ του σινεμά». Δεν έγινε ποτέ γιατί δεν ήθελε να γίνει.

Όμως η Γώγω ήταν καθηλωτική, ήταν γοητευτική, έκανε με κάποιον ακατανόητο τρόπο τον κόσμο να πηγαίνει προς εκείνη, ίσως αυτός να είναι ο λόγος της αδιανόητης επιτυχίας των ποιητικών της συλλογών, όταν κανείς δεν περίμενε ότι αυτοί οι στίχοι θα ήταν δυνατόν να έχουν τέτοια απήχηση στη μαζική, κοινή γνώμη. «Θα μας πετάξουνε ντομάτες, »της είχε πει ο Κώστας όταν του είχε διαβάσει για πρώτη φορά αποσπάσματα από το «Τρία κλικ αριστερά». Μαζί βρήκαν και τον τίτλο για την επόμενη συλλογή, «Τον μήνα των παγωμένων σταφυλιών», κάτω από μία κληματαρία που κάποτε ανήκε στον πατέρα τους.

Η Γώγου ήταν οργισμένη αλλά ήταν και ακριβής, μιλούσε με λόγια που ενοχλούσαν αλλά ήταν αδύνατον να τα αγνοήσεις. Είχε μέσα της θυμό αλλά και απεριόριστη αγάπη που δεν ήξερε τι να την κάνει. Αγάπη, όμως, μόνο για τους άλλους. Σε εκείνους πάντα έδινε. Για τον εαυτό της δεν κράτησε τίποτα ποτέ. Ούτε καν στο τέλος, ούτε καν όταν ήταν, για την ίδια, ζήτημα ζωής και θανάτου.

Το τραγούδι που έγραψαν τα Διάφανα Κρίνα για την Κατερίνα Γώγου.

*Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε την 1 Ιουνίου του 1940 στην Αθήνα.

 

TAGS