129
SHARES

Αρχές δεκαετίας του 90 και μία φρέσκια, πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας με κοφτερή ματιά πάνω στη γυναικεία ψυχολογία ταράζει τον παγκόσμιο εκδοτικό κόσμο.

Η Έλενα Φεράντε βάζει την υπογραφή της στο μυθιστόρημα «Βάναυση Αγάπη», το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1997 από τον εκδοτικό οίκο Perugia, και η μεγάλη εμπορικότητα της φαντάζει να έχει «σκάσει» από το πουθενά. Παρόλα αυτά, όλο και μεγαλύτερη μερίδα του αναγνωστικού κοινού ενδιαφέρεται να διαβάσει το βιβλίο αυτής της μελαγχολικής Ναπολιτάνας που κρατάει τόνους εξώκοσμα χαμηλούς. Δεν εμφανίζεται σε παρουσιάσεις, δεν δίνει συνεντεύξεις και αρνείται αδιαπραγμάτευτα να αποκαλύψει την πραγματική της ταυτότητα, στηρίζοντας τη δουλειά της μονάχα ζητώντας από τον εκδοτικό της οίκο να μεταβιβάσει στο κοινό, που θέλει να τη γνωρίσει από κοντά, την φράση: «Αν το βιβλίο αξίζει κάτι τότε είναι αρκετό».

Mετά τον πρώτο ντόρο που σχηματίστηκε γύρω από το όνομα – ή για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, το ψευδώνυμο της – η Φεράντε κρύβεται πίσω από μία σιωπή, η οποία διαρκεί περίπου 10 χρόνια για να επιστρέψει το 2002 με την ιστορία της Όλγας, μιας επίδοξης συγγραφέως η οποία μετά από 15 χρόνια έγγαμου βίου βρίσκεται αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο φόβο της. Τη μοναξιά, καθώς ο άντρας της τής ανακοινώνει ότι θέλει να χωρίσουν. Το μυθιστόρημα «Μέρες Εγκατάλειψης», εμφανίστηκε στην Ελλάδα δύο χρόνια αργότερα από τις εκδόσεις Άγρα και συνέχισε με απόλυτη ευστοχία το έργο που τόσο αβίαστα ξεκίνησε το πρώτο της βιβλίο μία δεκαετία νωρίτερα. Να μιλήσει για την μετάλλαξη της γυναικείας ψυχοσύνθεσης δια μέσου των κοινωνικών συνθηκών ή ακόμα και των υποκειμενικών αλλαγών όπως αυτές προκύπτουν πέρα από τον αυστηρό σχεδιασμό της προσωπικής μας καθημερινότητας. Κι ακόμα να αγγίξει τις μεγαλύτερες ανησυχίες της θηλυκής ύπαρξης όπως αυτές διαμορφώνονται μέσα από οικογενειακά περιβάλλοντα και στερεοτυπικές νόρμες.

«Ένα απόγευμα του Απρίλη, αμέσως μετά το φαγητό, ο άντρας μου μού ανακοίνωσε ότι ήθελε να με παρατήσει. Αυτό το έκανε καθώς μαζεύαμε το τραπέζι, τα παιδιά τσακώνονταν ως συνήθως στο διπλανό δωμάτιο και το σκυλί ονειρευόταν γρυλίζοντας πλάι στο καλοριφέρ. Μου είπε ότι ήταν μπερδεμένος, ότι περνούσε δύσκολες στιγμές, ότι ένιωθε κουρασμένος, ανικανοποίητος, ως και τιποτένιος ακόμα...» - Από το βιβλίο «Μέρες Εγκατάλειψης» (Εκδόσεις Άγρα, 2004)

Όλο αυτό το στόρυ θα μπορούσε πολύ εύκολα να καταλήξει τετριμμένο και βαρετό όπως έχουν καταλήξει άλλωστε εκατοντάδες άλλα παρόμοια στόρυ στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γιατί λοιπόν δεν συμβαίνει το ίδιο και στην περίπτωση της Έλενας Φεράντε; Μία πρόχειρη ερμηνεία θα μπορούσε να κάνει απλώς λόγο για την βαρύτητα του ταλέντου της, το χάρισμα της να κάνει κάθε σχεδόν φράση που χρησιμοποιεί να ακούγεται σημαντική. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ωστόσο υπάρχει κάτι πιο βασικό από αυτό. Σε κανένα σημείο της αφήγησης αυτής της μυστηριώδους Ιταλίδας δεν εντοπίζεται κάποια συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθεια μίμησης ενός συγκεκριμένου ύφους γραφής (η επιτυχία του οποίου θα ήταν ενδεχομένως εξασφαλισμένη), αλλά ούτε η αίσθηση πως όλα όσα διαβάζουμε είναι προϊόν κάποιας λεπτομερούς, καλογραμμένης έρευνας. Είναι η ίδια η Φεράντε που συστήνεται και παρουσιάζεται, κάθε φορά, μέσα από τις λυπητερές, αδιέξοδες, συχνά αχγωτικές ιστορίες των ηρωίδων και των ηρώων της. Κι αυτός είναι πιθανόν ο πρωταρχικός λόγος που η πετυχημένη συγγραφέας δεν χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις.

Να μιλήσει για την μετάλλαξη της γυναικείας ψυχοσύνθεσης δια μέσου των κοινωνικών συνθηκών ή ακόμα και των υποκειμενικών αλλαγών

Πρόσφατα, η εντυπωσιακή σκυταλοδρομία των πολυσυζητημένων bestseller συνεχίστηκε με το πρώτο βιβλίο αυτής που η Φεράντε έχει ονομάσει «Η Τετραλογία της Νάπολης». «Η Υπέροχη Φίλη Μου» ήρθε τη χρονιά που μας πέρασε για να θεωρηθεί από πολλούς το «καλύτερο μέχρι σήμερα βιβλίο της», αλλά και για να ξυπνήσει εκ νέου το ενδιαφέρον σχετικά με την ταυτότητα – φάντασμα της συγγραφέως. Είναι η ιστορία της Έλενας και της Λίλας, δύο κοριτσιών που μεγαλώνουν στη Νάπολη της δεκαετίας του 50, μιας Νάπολης πιο φτωχής και γκρίζας απ' όσο μπορεί ενδεχομένως να συλλάβει ο αναγνώστης καθισμένος στην άνεση της σύγχρονης, αστικής πολυθρόνας του, μιας ανελέητης Νάπολης, η οποία όμως εμφανίζεται ολοζώντανη μπροστά του χάρη στην έντονα βιωματική και στρωτή αφήγηση. «Η Φεράντε γράφει απλά, δημιουργεί οικειότητα και ταύτιση και απέχθεια. Με άγρια συναισθήματα, ανόθευτα. Μιλάει για τα μεγάλα και τα σημαντικά με όρους κατανοητούς, χωρίς περιττές φιοριτούρες. Δεν χρειάζονται όταν κατέχεις με τόση άνεση το υλικό σου και μπορείς να το περάσεις στον αναγνώστη», έγραφε στο WomanToc πριν από λίγους μήνες η Κατερίνα Μαλακατέ (μπορείς να διαβάσεις περισσότερα εδώ).

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Η Υπέροχη Φίλη Μου», του πρώτου μέρους της «Τετραλογίας της Νάπολης» (Εκδόσεις Πατάκη)

Πρόσφατα, η κορυφαία συγγραφέας της σύγχρονης Ιταλικής λογοτεχνίας απέκτησε όνομα. Ένα όνομα πραγματικό και στέρεο, υπαρκτό μέσα από γραφειοκρατικά στοιχεία, τα οποία λειτούργησαν σαν αποδεικτικά ντοκουμέντα, αληθινές αναλύσεις τραπεζικών λογαριασμών και εκκαθαριστικά της εφορίας. Κι όμως, τίποτα από τα παραπάνω, παρά την απτή ολότητα τους, δεν κατορθώνει να σταθεί σε βάθρο περισσότερο ρεαλιστικό και ουσιαστικό από τους χαρακτήρες και την πλοκή των ίδιων των βιβλίων της Φεράντε.

Το χρονικό της υποτιθέμενης αποκάλυψης είχε σαν αφετηρία την φιλοδοξία του Ιταλού δημοσιογράφου Κλαούντιο Γκάτι, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατάφερε να ανακαλύψει την ταυτότητα της συγγραφέως, κάνοντας φύλλο και φτερό τις φορολογικές δηλώσεις και τα περιουσιακά στοιχεία της Γερμανίδας μεταφράστριας, Ανίτα Ράγια, αλλά και του συζύγου της, του συγγραφέα, Ντομένικο Σταρνόνε. Στην πορεία δημοσίευσε το «κατόρθωμα» του στο λογοτεχνικό περιοδικό New York Review of Books, προκαλώντας, όπως ήταν αναμενόμενο, πολύ θόρυβο και κάποιες ακόμα πιο έντονες αντιδράσεις.

Ο Κλαούντιο Γκάτι ισχυρίζεται ότι κατάφερε να εντοπίσει την ταυτότητα της Φεράντε μέσω των φορολογικών της δηλώσεων

Η «ανακάλυψη» του Γκάτι, που αποφάσισε να παίξει το ρόλο του ντέντεκτιβ βασίστηκε στο γεγονός ότι οι Ράγια και Σταρνόνε φαίνεται να πλούτισαν πάρα πολύ ξαφνικά και φαινομενικά αδικαιολόγητα, χάρη σε μεγάλες καταθέσεις που έγιναν στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς από τον εκδοτικό οίκο της Φεράντε, ακριβώς την εποχή που «Η Υπέροχη Φίλη Μου» έκανε θραύση στα λογοτεχνικά πράγματα. Βέβαια, τα κοσμητικά επίθετα με τα οποία στολίζουν από εκείνη την ημέρα τον Κλάουντιο Γκάτι γνωστοί συγγραφείς και αρθρογράφοι δεν έχουν τελειωμό. «Ελεεινός» και «ψωνισμένος», «ένας ηλίθιος που χώνεται και ψάχνει στα σκουπίδια» και διάφοροι παρόμοια χαρακτηρισμοί αντίστοιχου ύφους και περιεχομένου. Από την πλευρά της Ράγια δεν έχει υπάρξει, φυσικά, καμία απολύτως αντίδραση.

Και τι σημασία θα είχε στα αλήθεια μια, κάποια τοποθέτηση; Είτε η Ράγια είναι πραγματικά η Φεράντε, είτε όχι, πόσο άτοπο, αναίτιο και «ρηχό» μοιάζει το να προσπαθήσεις να «ξεσκεπάσεις» την ταυτότητα ενός ατόμου που γεννήθηκε, ζει και αναπλάθεται με τρόπο ανεπανάληπτο μέσα από τα βιβλία του; Ποιος είναι ο λόγος να «διαλύσεις» τη φανταστική ύπαρξη μιας προσωπικότητας περισσότερο συγκινητικής και συγκλονιστικής από πολλές άλλες απόλυτα «πραγματικές» προσωπικότητας στον κόσμο τούτο. Είναι σαν να αδυνατείς να αντιληφθείς, πέρα για πέρα, τον πραγματικό (από τη στιγμή που προτιμάς ξεκάθαρα αυτή τη λέξη) σκοπό της λογοτεχνίας. Κι αφού αγαπάς τη λογοτεχνία ,τόσο πολύ ώστε να μπεις σε όλη αυτή τη φασαρία, σκέψου την επόμενη φορά διπλά πριν αποδομήσεις το παραμύθι.

*Το δεύτερο βιβλίο της «Τετραλογίας της Νάπολης» έχει τον τίτλο «Το Νέο Όνομα» και κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Πατάκη)

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Το Νέο Όνομα» (Εκδόσεις Πατάκη)