0
SHARES

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα αγρόκτημα λίγο κοντά λίγο μακριά από την μεγάλη πόλη, ζούσε μια κανελί κότα με το όνομα Έλα. Συχνά-πυκνά οι άλλες κότες στο κοτέτσι, την φώναζαν Έλλα Φιτζέραλντ, τονίζοντας το διπλό λάμδα σαν τοπολαλιά και της τραγουδούσαν το Summertime εν χορώ, με ενδιάμεσα κακαρίσματα. Η κανελί κότα ήταν ξεχωριστή και τυχερή: προικισμένη με ανταύγειες πρασινομελί, σαν στιλάτα πουά, μέσα στα φουντωτά φτερά και τα πούπουλα της φορεσιάς της. Ήταν, επίσης, γελαστή με ένα χαχανητό γάργαρο σαν να της καθαρίζουν αυγά.

Η ομορφιά της και η κεφάτη, ανώτερη φύση της, την έκαναν στόχο. Άλλοτε ήταν πόλος έλξης κι άλλοτε απομάκρυνσης από το υπόλοιπο κοτέτσι -δεν την πολυκαταλάβαιναν, εκινείτο έξω από τα συγκεκριμένα πλαίσια των συζητήσεων του ορνιθώνα. Βαριόταν αφάνταστα τις αναμασημένες κουβέντες για την ποσότητα καλαμποκιού που έριξαν στις ταΐστρες, για τον τσακωμό των δύο ταραχοποιών κλωσών, για το πόσο στενάχωρη είναι η αδιαφορία του κόκορα. Τα δικά της ενδιαφέροντα ήταν ανώτερα της κενής φλυαρίας πριν το κούρνιασμα.

Η Έλα αγωνιούσε για το λιώσιμο των πάγων στους πόλους, για την θερμοκέφαλη συσσώρευση δυνάμεων στα άκρα των πολιτικών πεποιθήσεων, για την πόλωση, τον διχασμό και την αποξένωση των σόσιαλ μίντια, την αγένεια που κέρδιζε, μέρα με τη μέρα, έδαφος έναντι της ηδύτητας. Την ενδιέφεραν κι άλλα, όπως η μόδα και τα κατά καιρούς τρεντ. Χάρηκε όταν διάβασε ότι τα φτερά και τα μποά θα κάνουν πιένες το καλοκαίρι του 2019, γιατί ένιωσε ότι οι κότες, επιτέλους, αποτελούν πηγή έμπνευσης σε μία τόσο λαμπερή βιομηχανία. Δεν ενθουσιάστηκε με τα παλ χρώματα -δε της ταιριάζουν καθόλου.

Η κάθε μέρα της είναι μία φωτεινή αποκάλυψη στη σύντομη ζωή της. Στόχος της είναι να ξεπεράσει τα 16 χρόνια της θρυλικής Ματίλντας, της κότας που έφυγε πλήρης ημερών και με θεαματική πορεία. Στόχος της είναι να γράψει ιστορία με κάποιο τρόπο. Δεν τον έχει βρει ακόμα.

Το σούρουπο, όταν όλες οι φιλενάδες της μαζεύονται στις κανίστρες, αυτή συνηθίζει να κάνει μια βόλτα πέριξ του κοτετσιού απολαμβάνοντας τα χρώματα που αλλάζουν στον ουρανό, χαζεύοντας τη μέρα που δίνει τη θέση της στη νύχτα. «Μα, κάθε μέρα τα ίδια χρώματα είναι» τις φωνάζουν οι άλλες νομίζοντας ότι αναπαράγουν υψηλού επιπέδου χιούμορ. Η Έλα γελάει και κάθεται στα αυγά της -είναι άλλωστε μία όμορφη πουλάδα.

Εκείνη την ημέρα κάτι περίεργο συνέβη. Κάπως αισθανόταν. Δεν βολευόταν στη γνώριμη θέση της, κάτι την ενοχλούσε, σαν να ήταν κάποιο αυγό μεγαλύτερο, σαν να είχε άλλο χρώμα, σαν να έπρεπε να αλλάξει τη στάση της για να το χωρέσει, σαν να έπρεπε να μεγαλώσει την αγκαλιά της για το προστατεύσει. Μετράει τα αυγά και είναι όσα γέννησε, αλλά κι ένα παραπάνω. Διαφορετικό. Σαν ψεύτικο. Σαν πασχαλινό αυγό από το Jumbo. H Έλα απορεί αλλά δεν αγωνιά. Ξέρει να αποφεύγει τα βιαστικά συμπεράσματα, τα πονηρά τρικ του μυαλού. Παίρνει μια βαθιά pranayama ανάσα, με τα δύο ρουθούνια ταυτόχρονα, όπως είχε μάθει στη γιόγκα που έκανε κρυφά, το περασμένο φθινόπωρο, όταν το αγρόκτημα που ζει είχε δοθεί για ένα τριήμερο workshop μεταξύ καθιερωμένων γιόγκι γκούρου. Μετά ανακάθεται πάνω στο αυγό-γίγαντας βρίσκοντας τρόπο να το ζεστάνει, όπως και τα άλλα.

Την επομένη η Έλα συνεχίζει το στρογγυλοκάθισμά της πάνω στα αυγά. Νιώθει ήδη την επιθυμία να γλυκαίνει μέσα της. Η Έλα μητέρα. Έλα Παναγία μου. Μα, πότε ήταν που ένιωθε τα φτερά της να αυξάνονται και να αλλάζουν χρώμα, πότε βγήκε η ίδια από το αυγό; Πώς περνάει ο καιρός. Το σκίρτημα της απόκτησης δικής της φαμίλιας εκτοξεύει τη χαρά της. «Η κότα μπορεί να είναι καλή κλώσα και να μην είναι καλή μητέρα» είχε διαβάσει σε κάποιο περιοδικό του αγροτικού συνεταιρισμού της περιοχής. «Λες; Λες να μην τα καταφέρω να νιώσω αγάπη» τρομάζει μόνη της, με τις σκέψεις της. «Κι αν είμαι κότα αυλής και όχι μάνα;».

Αυτά και άλλα κοτίστικα περνούν από το μυαλό της, τα οποία διακόπτονται ξαφνικά από μερικά απανωτά κρατς-κρουτς που ακούγονται άτακτα και φοβισμένα κάτω από την κοιλιά της. Τα κλωσόπουλα σκάνε μύτη. Βγαίνουν στο φως. Όλα ίδια και απαράλλαχτα. Μια κοψιά. Υπάρχει, όμως, ένα που υπερέχει. Όλα είναι super small, αυτό είναι medium. Έχει μακρύτερο λαιμό και μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών. Έχει και πολλά πράσινα φτερά. «Από μένα θα τα πήρε, από τα πουά μου» σκέφτηκε η Έλα.

Το αγάπησε αυτό το διαφορετικό παιδί της από την πρώτη στιγμή. Φτερούγισε η καρδιά της όταν το αντίκρισε. Το τάισε όπως τα άλλα, το καθάρισε, το κανάκεψε. Του έμαθε τη ζωή. Πάντα θυμόταν ότι ζορίστηκε παραπάνω για το κλωσήσει.

Οι άλλες κότες μουρμούριζαν στο πέρασμα τους. Ψουψουψού και μουμουμού. Μια μέρα η Έλα τις ρωτάει: 

«Προς τι αυτό το ξεπουπούλιασμα, κυρίες μου;».

«Μα, δεν το βλέπεις; Είναι άλλο. Δεν είναι κοτόπουλο».

«Είναι χηνόπουλο» απάντησε η μάνα, που γνώριζε καλύτερα από τον καθένα το παιδί της. «Είναι χηνόπουλο και θα μπορεί να κοιτάζει τον κόσμο από ψηλά, γιατί έχει μακρύτερο λαιμό».

Ίσως να ήταν η απάντηση της Έλα, ίσως το γεγονός ότι δεν βρήκαν πρόσφορο έδαφος για διαφωνία, όπως και να ’χει οι κότες δεν ξαναμίλησαν για αυτό. Νίκησε η αγάπη -και τα ενδιαφέροντα εκείνα, τα ανώτερα της κενής φλυαρίας πριν το κούρνιασμα.

Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. 

Πίνακας του Edgar Hunt
TAGS