0
SHARES

Ήταν τα μακριά ξανθά μαλλιά της και ο τρόπος που τραγουδούσε. Κανένας δε μπορούσε να μπερδέψει τη φωνή της Μαρίζας Κωχ με άλλες. Μια γυναίκα ξεχωριστή, μια δημιουργός που στα πενήντα χρόνια της σταδιοδρομίας της, έχει επανειλημμένα περιοδεύσει σε όλη την Ελλάδα, ενώ έχει ταξιδέψει στον κόσμο, τραγουδώντας σε μερικά από τα μεγαλύτερα θέατρα, συχνά ως πρέσβειρα της ελληνικής μουσικής.

Παιδί του πολέμου, έγραψε με τρυφερότητα, χιούµορ και κατασταλαγµένη σοφία, μια αφήγηση για τα παιδικά της χρόνια στη Σαντορίνη ζωντανεύοντας µια ολόκληρη εποχή, τη δύσκολη µεταπολεµική περίοδο, αποτίνοντας φόρο τιµής στα βιώµατα που τη διαµόρφωσαν ως άνθρωπο, ως µουσικοπαιδαγωγό και ως ερµηνεύτρια.

Το εξώφυλλο του βιβλίου.

«Το αφήγηµά µου αυτό το έγραψα ως απάντηση της αγάπης που δέχτηκα στα πενήντα χρόνια που τραγουδώ και σας το προσφέρω αντίδωρο. Με την ευχή όλα τα παιδιά του πολέµου, του κάθε πολέµου, να γευτούν την αγάπη και τη γιατρειά όπως εγώ» λέει η Μαρίζα Κωχ.

Στο βιογραφικό της φιγουράρουν δικές της συνθέσεις πάνω στην ποίηση της Σαπφώς, της Κικής Δημουλά και επίσης του Κώστα Βάρναλη, του Γιώργου Σαραντάρη και του Νίκου Καββαδία, καθώς και κύκλο παραδοσιακών τραγουδιών και παιχνιδοτράγουδα για παιδιά. Έχει τιμηθεί: για το μουσικοπαιδαγωγικό της έργο από την UNESCO, ως Ελληνίδα Δημιουργός από το Πανεπιστήμιο Cornell της Νέας Υόρκης, από το Πανεπιστήμιο Πάτρας και από την Ένωση Ελλήνων Μουσικών για την Εκπαίδευση.

«Το αφήγηµά µου αυτό το έγραψα ως απάντηση της αγάπης που δέχτηκα στα πενήντα χρόνια που τραγουδώ και σας το προσφέρω αντίδωρο. Με την ευχή όλα τα παιδιά του πολέµου, του κάθε πολέµου, να γευτούν την αγάπη και τη γιατρειά όπως εγώ»

«Αξιώθηκα να τραγουδήσω σε πολλά από τα μεγαλύτερα θέατρα στις πέντε ηπείρους, αλλά και σε αμέτρητα σχολεία, καφενεία, αγροτικές αποθήκες και των πιο μικρών χωριών της πατρίδας μας. Καμαρώνω το ίδιο και για το ένα και για το άλλο. Με τα τραγούδια μου θέλω να μεταφέρω όσα νιώθω για την πατρίδα μου, που στα δικά μου μάτια μοιάζει να είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου σε φυσική ομορφιά, σε χαρακτήρες ανθρώπων, σε ιστορία, σε μουσική, σε τέχνες, σε θρησκευτικό μεγαλείο και σε βάθος ανθρώπινων συναισθημάτων», λέει για τη μουσική της πορεία.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο της «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ήταν πια άνοιξη του 1957, όταν οι τρεις ασυρματιστές ήρθαν ξαφνικά ένα απόγευμα, γιατί υπήρχε βλάβη στη γραμμή του τηλεφώνου μας. Σαν είδα τον Στυλιανό, ένιωσα κάτι δυνατό μέσα μου! Στ’ αλήθεια ήταν ο πιο όμορφος! Καστανόξανθος με μάτια μπλάβα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ποτέ δεν είχα αισθανθεί τέτοια λαχτάρα να κοιτάξω στα μάτια άλλο παλικάρι! Απ’ όσο θυμάμαι, μέχρι τότε μόνο τσακωμούς, αγριάδες και κυνηγητό είχα με τ’ αγόρια του χωριού. Για μένα όλα είχαν αλλάξει τις τελευταίες εκείνες ημέρες. Σαν να μεγάλωσα απότομα και να ’γινα κοπέλα! Είχα μπει στα δεκατρία. Βέβαια τα αγόρια, οι συμμαθητές μου, δεν είχαν σταματήσει να κάνουν τρέλες στα πλακόστρωτα και να παίζουν χαζά παιχνίδια, όπως να πηγαίνουν στα μισογκρεμισμένα σπίτια, στα χαλάσματα, να δένουν τα πόδια τους με σκοινί σαν σκλάβοι και να περιμένουν να γίνει σεισμός, για να δείξουν ότι δεν φοβούνται!

Ένα βράδυ με φεγγάρι πάλι οι τρεις Κρητικοί στάθηκαν κάτω από το παράθυρο και τραγουδούσαν μέχρι τα χαράματα. Αυτή τη φορά ξεχώρισα τα λόγια ενός τραγουδιού που μιλούσε για γαλανά μάτια. Για μένα θα είναι, σκέφτηκα όλο χαρά! Καλά είχα σκεφτεί. Μου το ομολόγησε ο Στυλιανός όταν ήρθε την άλλη μέρα να φτιάξει και πάλι το τηλέφωνο του σταθμού. Με ρώτησε αν πρόσεξα κι αν μου άρεσε το τραγούδι που μιλούσε για τα δικά μου μάτια! Τι θα ’λεγα, ότι δεν μου άρεσε; Του ζήτησα να γράψει τα λόγια σ’ ένα χαρτί και να μου το φέρει κρυφά, το βράδυ, στο παράθυρο.

Η μάνα μου, χωρίς να την πάρω είδηση, με άρπαξε από τη νυχτικιά και με τράβηξε θυμωμένη έξω από το δωμάτιο! Εγώ όμως είχα προλάβει να πάρω από τον Στυλιανό το χαρτί με τα λόγια του τραγουδιού και να το κρύψω στον κόρφο μου.

Η μάνα μου, που καταλάβαινε το ενδιαφέρον μου για τον Στυλιανό, δεν έφευγε όλο το βράδυ από το δωμάτιο. Τα άλλα κορίτσια που κοιμούνταν σε ράντζα στην τραπεζαρία με πείραζαν όλη την ημέρα και μου ζητούσαν να παραδεχτώ ότι τα τραγούδια ήταν για μένα! Η αδερφή μου με καλόπιανε να της πω το μυστικό μου, αλλά δεν της το έλεγα γιατί κι εκείνη δεν μου έλεγε όλα της τα μυστικά. Από τη ματιά μου όμως καταλάβαινε τι μου συνέβαινε και δεν άφηνε τη μάνα μας να με μαλώνει.

Το βράδυ η παρέα ήρθε πιο κοντά και τραγουδούσε κάτω απ’ το παράθυρό μας. Εγώ πλησίασα τη σιδεριά κι άρχισα να σιγοτραγουδώ μαζί τους. Η μάνα μου, χωρίς να την πάρω είδηση, με άρπαξε από τη νυχτικιά και με τράβηξε θυμωμένη έξω από το δωμάτιο! Εγώ όμως είχα προλάβει να πάρω από τον Στυλιανό το χαρτί με τα λόγια του τραγουδιού και να το κρύψω στον κόρφο μου.

Στην επιμονή της μάνας μου να μάθει τι συμβαίνει, της εξομολογήθηκα ότι καθώς οι άλλοι τραγουδούσαν, ο Στυλιανός κι εγώ δίναμε υποσχέσεις να μην αφήσουμε κανέναν να μας χωρίσει. Τι να πει; Τρομαγμένη το συζήτησε με τον θείο μου τον Ηλία, τον πατέρα του Χαράλαμπου. Ανέλαβε εκείνος να συναντήσει τον Στυλιανό και να του κάνει παρατήρηση.

Όταν συναντήθηκαν, ο Στυλιανός τού είπε πως στην Κρήτη παντρεύονται πολύ μικροί και πως θέλει να με παντρευτεί! Ο θείος έμεινε άφωνος! Για να τον ξεφορτωθεί, του απάντησε πως πρέπει να φέρει τον πατέρα του να με ζητήσουν. Από τον φίλο του έμαθα ότι ο Στυλιανός είχε πάρει άδεια να πάει να φέρει τον πατέρα του από την Κρήτη! Μόλις μου το είπαν, άρχισα να σκέφτομαι τι να κάνω να φανώ πιο μεγάλη και να μοιάζω με τις άλλες κοπέλες της παντρειάς του χωριού μας.

«Ένα βράδυ με φεγγάρι πάλι οι τρεις Κρητικοί στάθηκαν κάτω από το παράθυρο και τραγουδούσαν μέχρι τα χαράματα. Αυτή τη φορά ξεχώρισα τα λόγια ενός τραγουδιού που μιλούσε για γαλανά μάτια».

Εκείνο τον καιρό δεν ήταν καθόλου της μόδας τα ίσια μαλλιά, κι εγώ, για να γίνω μοντέρνα, μια μέρα, κρυφά απ’ όλους, πήγα στα Φηρά και γύρισα με κοντά, σγουρά μαλλιά. Τώρα είχα γίνει όπως όλες οι κοπέλες του χωριού με το γνωστό περμανάντ!

Βλέποντας αυτές τις συμπεριφορές, η μάνα μου κατάλαβε ότι δεν μπορούσε πια να με συμμαζέψει. Γι’ αυτό με πήρε με το καλό και μου είπε πως η θέση της είναι δύσκολη, αφού όλο το χωριό κουβέντιαζε για μένα και το δικαίωμα που έδωσα στο παλικάρι να λέει πως θέλει να με παντρευτεί και πως είχε φύγει στην Κρήτη να φέρει τον πατέρα του. Το πρόβλημά της ήταν τι θα λέγαμε αν ερχόταν ο πατέρας του Στυλιανού στη Σαντορίνη και με ζήταγαν σε γάμο. 

TAGS